Η ίδρυση της Τουρκικής Δημοκρατίας ήταν ένα γεγονός που δεν είχε τη μεγάλη στήριξη του κόσμου, ήταν ένας άνωθεν επιβαλλόμενος εκσυγχρονισμός. Από τότε υπήρχε μία κοινωνική αντιπολίτευση η οποία ήταν στο παρασκήνιο και εκδηλώθηκε έντονα το 2002
Πηγαίνοντας σχεδόν έναν αιώνα πίσω στην ίδρυση της Τουρκικής Δημοκρατίας τρεις επιστήμονες επιχείρησαν χθες σε ημερίδα στην Κομοτηνή να αποκαλύψουν πτυχές και διαδρομές της σύγχρονης Τουρκίας, ανάγοντας μάλιστα τη φιλοσοφία του σημερινού κυβερνώντος κόμματος AKP, που κυριάρχησε στις εισηγήσεις τους, στα χρόνια πριν την ίδρυση του σύγχρονου κράτους. Στην αίθουσα του Εμπορικού-Βιομηχανικού Επιμελητηρίου Ροδόπης ο σύλλογος φίλων του Ιδρύματος Θρακικής Τέχνης και Παράδοσης Κομοτηνής φιλοξένησε εισηγητές από πανεπιστήμια της Τουρκίας και της Κύπρου, μεταξύ των οποίων οι Ιωάννης Ν. Γρηγοριάδης, επίκουρος καθηγητής του τμήματος Πολιτικής Επιστήμης του Πανεπιστημίου Μπίλκεντ της Άγκυρας, Nίκος Μούδουρος, διδάκτωρ τουρκικών και μεσανατολικών σπουδών του Πανεπιστημίου Κύπρου και Χρήστος Τεάζης, λέκτορας του τμήματος Διεθνών Σχέσεων του Πανεπιστημίου Άγκυρας.
Η ΣΧΕΣΗ ΘΡΗΣΚΕΙΑΣ ΚΑΙ ΠΟΛΙΤΙΚΗΣ
Τη σχέση θρησκεία και πολιτική στην σύγχρονη Τουρκία ανέπτυξε στην εισήγησή του ο κ. Γρηγοριάδης κάνοντας λόγο για ένα θέμα κρίσιμο, καθώς άπτεται πολλών κρίσιμων διλημμάτων που αντιμετώπισε η τουρκική πολιτική ελίτ ήδη από τα χρόνια της ίδρυσης της σύγχρονης Τουρκίας. Πολλά από τα ερωτήματα, όπως τόνισε, που τέθηκαν τότε, εξακολουθούν να απασχολούν μέχρι και σήμερα το δημόσιο βίο της χώρας. Χαρακτηριστικά ερωτήματα είναι, η άνοδος του πολιτικού Ισλάμ στην Τουρκία, οι οικονομικές, κοινωνικές και πολιτικές συνθήκες που οδήγησαν στην άνοδο του πολιτικού Ισλάμ, η αντιφατική σχέση του τουρκικού κράτους με το Ισλάμ και η προσπάθεια περιορισμού του Ισλάμ στον ιδιωτικό βίο, η βαθμιαία άνοδος του ισλαμικού στοιχείου στην πολιτική πραγματικότητα, η σχέση στρατού και θρησκείας η οποία μεταβλήθηκε με την πάροδο του χρόνου και ιδιαίτερα η επιτυχία του κυβερνώντος κόμματος. Το AKP, όπως διευκρίνισε ο εισηγητής, ξεκίνησε από το περιθώριο του τουρκικού πολιτικού βίου και κατόρθωσε να γίνει ηγετική δύναμη μέσα σε πολύ λίγα χρόνια.
Το κόμμα του Ταγίπ Ερντογάν προσπάθησε να τοποθετήσει κάποια από τα κύρια αιτήματα των συντηρητικών μουσουλμάνων της Τουρκίας στο πλαίσιο της ευρωπαϊκής προοπτικής της Τουρκίας και τον εκδημοκρατισμό αυτής. Αυτό ίσχυσε κατά την πρώτη και δεύτερη θητεία του κόμματος. Σήμερα, όμως, όπως τόνισε ο κ. Γρηγοριάδης, η κατάσταση είναι διαφορετική, «η ένταξη της Τουρκίας και των οικονομικών και κοινωνικών ελίτ στην παγκοσμιοποιημένη οικονομία αποτελεί έναν παράγοντα ανασχετικό για τον πλήρη εξισλαμισμό της χώρας. Γι’ αυτό και ένα από τα πλέον κρίσιμα ζητήματα τα οποία αντιμετωπίζει η κεντρική πολιτική σκηνή είναι η ανάδειξη ενός περιβάλλοντος αμοιβαίας ανοχής και σεβασμού της διαφορετικότητας και αυτό είναι δύσκολο, υπάρχει ο κίνδυνος οι διώκτες να γίνουν διωκόμενοι και το αντίθετο».
Η ΕΠΙΚΡΑΤΗΣΗ ΤΟΥ ΑΚΡ KAI Η ΑΝΟΔΟΣ ΜΙΑΣ ΚΟΙΝΩΝΙΚΗΣ ΑΝΤΙΠΟΛΙΤΕΥΣΗΣ
Επιστρέφοντας στις ρίζες του κυβερνώντος κόμματος ξεκίνησε την εισήγησή του για τη δεύτερη μεταπολίτευση στην Τουρκία ο Χρήστος Τεάζης, λέκτορας του τμήματος Διεθνών Σχέσεων του Πανεπιστημίου Άγκυρας. Όπως είπε χαρακτηριστικά, «δε μπορεί ένα κόμμα που δημιουργήθηκε μέσα σε ένα χρόνο να γίνει αυτοδύναμο να κερδίσει τρεις τετραετίες αυξάνοντας και τα εκλογικά του ποσοστά. Αυτό είναι πρωτοφανές για την τουρκική πολιτική ιστορία». Οι ρίζες του κόμματος, έκανε γνωστό, «ανάγονται προ ιδρύσεως της τουρκικής Δημοκρατίας. Συγκεκριμένα το 1920 υπήρχε η πρώτη μεγάλη εθνοσυνέλευση στην οποία υπήρχαν δύο μεγάλα γκρουπ, οι κεμαλιστές και η αντιπολίτευση στην ιδρυτική φιλοσοφία της τουρκικής δημοκρατίας. Η αντιπολίτευση αυτή που υπήρχε το 1920 στο Μουσταφά Κεμάλ είναι ακριβώς η ίδια που από το 2002 υπάρχει στο κόμμα AKP. Άλλωστε η ίδια η ίδρυση της Τουρκικής Δημοκρατίας ήταν ένα γεγονός που δεν είχε την τόσο μεγάλη στήριξη του κόσμου, ήταν ένας άνωθεν επιβαλλόμενος εκσυγχρονισμός γι? αυτό υπήρχε μία κοινωνική αντιπολίτευση η οποία ήταν στο παρασκήνιο και εκδηλώθηκε έντονα το 2002».
Η Τουρκία αλλάζει, είπε ο Nίκος Μούδουρος, διδάκτωρ τουρκικών και μεσανατολικών σπουδών του Πανεπιστημίου Κύπρου, επισημαίνοντας ότι είναι σημαντικό να μην σταματήσουμε την αναζήτηση σε μία διαπίστωση, αλλά να ερευνήσουμε πως διοχετεύεται η παγκοσμιοποίηση στην Τουρκία, μέσα από ποιες δυνάμεις εισέρχεται στην κοινωνία και πως αυτές οι κοινωνικές δυνάμεις, για παράδειγμα ο συντηρητικός πληθυσμός της Ανατολίας τις χρησιμοποιεί για να αποκτήσει έναν πιο ισχυρό και ηγεμονικό ρόλο.
Η Τουρκία αλλάζει και σε αυτήν «Το Ισλάμ και η δημοκρατία δεν αντιφάσκουν», όπως χαρακτηριστικά έχει πει σε δήλωσή του ο Τούρκος πρωθυπουργός Ρετζέπ Ταγίπ Ερντογάν αναφερόμενος στο μοντέλο που ο ίδιος προωθεί για τη γειτονική χώρα. Και το προωθεί μάλιστα ανοίγοντας και το θέμα της μετατροπής του πολιτεύματος σε προεδρική δημοκρατία. Είναι γνωστό ότι αφότου, το Κόμμα Δικαιοσύνης και Ανάπτυξης (ΑΚΡ) ανήλθε στην εξουσία το 2001, ο Ερντογάν έχει κατορθώσει με τα επιτυχή του κυβερνητικά μέτρα να κυριαρχήσει στην πολιτική σκηνή της χώρας. Μολαταύτα, βάσει των καταστατικών κανονισμών του κόμματός του, ο Ερντογάν δεν έχει δικαίωμα να διεκδικήσει για τρίτη φορά την πρωθυπουργία, κι έπειτα από τις τελευταίες εκλογές ανοικτό μυστικό αποτελεί για τα μέσα ενημέρωσης και την κοινωνία πως θα επιχειρήσει να μεταπηδήσει στην προεδρία πριν τη λήξη της θητείας του το 2015.
Δήμητρα Συμεωνίδου
Ακολουθήστε το xronos.gr στο Google News