Γιώργος Χατζηελευθερίου Κορδώνης

ΣΕ ΕΝΕΣΤΩΤΑ ΧΡΟΝΟ 16.10.2013

16/10/13 - 0:00

Μοιραστείτε το

Η ζωγραφική είναι μια εικόνα με την οποία συγκρούεσαι και αν είσαι ανοιχτός ζωντανεύει Έρχονται σαν από κεκτημένη ταχύτητα του απότομου σταματήματος αισθήσεις, αναφορές και η απόλαυση του τυχαίου. Δεν μπορείς να έχεις τίποτα στο πιάτο. ΕΠΙΜΕΛΕΙΑ ΧΡΗΣΤΟΣ Ν. ΘΕΟΦΙΛΗΣ

Η Βιογραφία: Έχω μεγαλώσει σε προάστιο της Αθήνας δίπλα στην θάλασσα .Είχα αγάπη για την μουσική και τον κινηματογράφο . Στα 19 έφυγα να ζήσω μόνος μου και δούλεψα 2 χρόνια σε μία αποθήκη με παρέα βιβλία που με βοήθησαν και πολλές φορές με κράτησαν άυπνο μέχρι το πρωί που ξεκινούσα για την δουλειά . 

Έχω κάνει μάλλον αταίριαστα πράγματα και ψαχνόμουν να βρω τι είναι αυτό που πραγματικά με απασχολεί. Στα 21 μετά από έντονη σκέψη και ανάγκη αποφάσισα να πάω σε εργαστήριο ζωγραφικής μιας και αυθόρμητα έκανα κάποια σκίτσα για τα οποία μου είπαν ότι έχουν κάτι και θα έπρεπε να σκεφτώ να ασχοληθώ με αυτό . Από εκεί ξεκίνησα να ασχολούμαι με την ζωγραφική πιο έντονα .Στην πράξη αλλά και για την ιστορία της. Έκανα περιστασιακές δουλειές όπως να μετράω το ρεύμα γυρνώντας γειτονιές και υπόγεια βλέποντας τον πλούτο χαρακτήρων και προσώπων που έχει η Αθήνα . Δούλευα από καθρέφτες τον έναν απέναντι στον άλλο και εμένα σαν μοντέλο για να δυναμώσω το σχέδιο μου. 
Η σημαντικότερη αλλαγή ήταν η προσπάθεια που έκανα να μείνω στην Πράγα που κράτησε έναν χρόνο. Ξεκίνησε απ΄ τον ακραίο περιορισμό στα υλικά λόγω χρημάτων. Άφησα τα μεγάλα τελάρα και άρχισα να δουλεύω με ίχνη που άφηνα πάνω στο χαρτί, τις τυχαίες εικόνες που εμφανιζόντουσαν και άλλες που αρχίζανε να υπονοούνται. Ανακάλυψα τις πρώτες ποιότητες και υφές που με ερεθίζανε. 

Γυρνώντας Αθήνα έπιασα ένα μικρό δωμάτιο σε γειτονιά μεταναστών και στρώθηκα σε όλα αυτά που κουβαλούσα από την Πράγα και κοιτάζοντας πλέον σε μια πιο τραχιά και ίσως χυδαία πραγματικότητα που δεν με άφηνε αδιάφορο. Σίγουρα δεν με άφηνε σε ησυχία. Στην Αθήνα άρχισα να απλώνομαι σε περισσότερα υλικά και υφές πάντα με αυτόν τον περιορισμό που εγώ ένιωθα ότι με κρατούσε ειλικρινή και όχι φλύαρο.
Έκανα μερικά ταξίδια ακόμα όπου καθόμουν τουλάχιστον δύο βδομάδες προσπαθώντας να πάρω και να κουβαλήσω μια μυρωδιά της πόλης, των διαφόρων συνοικιών κα κυρίως του metro και των ανθρώπων με τους οποίους στριμωχνόμουν στις συγκοινωνίες. Ο τρόπος που ένιωθα για χρόνια τη δουλειά μου είναι σαν ένα είδος μούχλας και ας μην ακούγεται καλά,η σκουριάς που έβγαινε από το χαρτί και με έναν ας πούμε ύπουλο τρόπο υπονοούσε εικόνες.  Έχω σταθεί αρκετές φορές στην άκρη της θάλασσας νιώθοντας το ελαφρύ της φούσκωμα σαν ανάσα πολύ μεγαλύτερη από τη δική μου και στην οποία οφείλω να αφεθώ. Θέλω η δουλειά μου να έχει να κάνει με αυτό. Να είναι ανοιχτή.

 Συμμετοχή στην carte blance 2012 του Booze. Πρώτη προσωπική έκθεση 2013 στην υπόγεια γκαλερί του Booze Cooperativa. 
Οι σκέψεις: Τον τελευταίο κοντά ενάμιση χρόνο έχω αποφασίσει να ανοιχτώ γιατί ένιωσα ότι έχω φτάσει τη δουλειά μου σε ένα καλό σημείο και ότι έχω φτιάξει πια έναν δικό μου χώρο. Οι διαστάσεις είναι μικρές αλλά ο περιορισμός μου έδωσε κάτι να παλέψω, να κινηθώ πιο γρήγορα και να αποφύγω ελπίζω αυτοεντυπωσιασμούς. Έχω μετακομίσει αρκετές φορές. Μετά το Παγκράτι και το εργαστήριο είχα πάει για δυο χρόνια (22 στα 24) σε ένα ημιλυόμενο στην Αρτέμιδα. Ήταν απόμακρο, στη φύση και είχα την ελπίδα να πάρω καβαλέτο έξω αλλά τελικά δούλεψα από τους καθρέφτες, τον έναν απέναντι στον άλλο, με τεχνητό φώς.

Έκανα κυρίως αυτοπροσωπογραφίες γιατί δεν είχα κάποιον να στέκεται τόσες ώρες. Με απασχόλησε το βάθος στις επαναλαμβανόμενες αντανακλάσεις. Αυτή η δουλειά με βοήθησε πολύ αλλά τα παράτησα γιατί πνιγόμουν και ήθελα να κάνω μια ας πούμε υπέρβαση μέσα μου. Από αυτά ζήτημα να υπάρχουν 4-5 σε φίλη και μια βιντεοκασέτα. Τα μάζεψα και έφυγα για Πράγα χωρίς τσέχικα και αγγλικά που θέλαν πολύ δούλεμα τότε. Άντεξα αυτόν τον ένα χρόνο. Μέχρι τότε μάζευα από μικρός συλλογές μουσικής, βιβλία, λευκώματα καλλιτεχνών... 

Τα σκόρπισα και εκεί στο σπίτι που νοίκιασα πέρα από το στρογγυλό τραπέζι που δούλευα, έναν καναπέ κρεβάτι και μια ντουλάπα δεν είχα παρά ένα μικρό ραδιόφωνο. Αγάπησα πολύ και την φωτογραφία. Πέρασα ακραίες περιόδους μοναχικότητας, όπως και αργότερα, και τα τυχαία πρόσωπα, οι χειρονομίες και οι αναφορές (εποχές, υλικά, καταστάσεις...) που συναντούσα στα φθηνά άλμπουμς που έπαιρνα, πολλές φορές με σώσανε. Και όμως πάντα κάτι με άνοιγε συναισθηματικά, ενθουσιαζόμουν με πράγματα και ας ακούγεται ίσως βαρύγδουπο είχα και έχω ένα ας πούμε θρησκευτικό αίσθημα για τη ζωή χωρίς θεό. Πολλά από αυτά που έκανα τότε είχαν το μέγεθος νυχιού και σχεδόν τελείως τυχαία. Έφτιαχνα κουνώντας τα δάχτυλα πάνω στο χαρτί υφές και φωτοσκιάσεις και μετά έψαχνα σε υπερένταση εικόνες. Άλλαξε ριζικά αυτή την περίοδο και ο τρόπος που ένιωθα τον εαυτό μου. 

Γίνεται αρκετά προσωπικό αλλά αν δεν μιλήσω για αυτά δεν έχω πολλά να πω μιας και δεν έχω σπουδές και διπλώματα και ελπίζω μόνο στο τελικό αποτέλεσμα που είχαν: τις εικόνες. Γύρισα και έμεινα στην πλατεία Βικτωρίας με σκοπό να φύγω μόλις μαζέψω τα οικονομικά. Δύο χρόνια τελικά έμεινα εκεί με έντονη φαγωμάρα με την πόλη μου που όμως εκ των υστέρων καταλαβαίνω ότι με τσιγκλούσε και με ερέθιζε και πλέον έχω έντονη σχέση με τον χαρακτήρα της. Άλλα δύο χρόνια μετά ζωγραφικής δουλειάς σε ημιυπόγειο στο Χολαργό. Όλα αυτά τα διαστήματα είχα για παρέα τις ώρες που δούλευα, ακουστικά βιβλία και κομμάτια από ταινίες που τις έκοβα έτσι που χανότανε το νόημα και η ιστορία τους και μένανε, ένα βλέμμα, μια κίνηση, ένας διάλογος, τα οποία με ανοίγανε συναισθηματικά και αποκτούσαν δικό τους νόημα. 

Πολύ περπάτημα επίσης. Να μάθω γειτονιές αλλά και λόγω της δουλειάς που είχα βρει part time να μετράω το ρεύμα η οποία μου επέτρεψε να μπαίνω σε χώρους που αλλιώς δεν είχα λόγο. Μαρμαράδικα με μαύρους εργάτες γεμάτους μαρμαρόσκονη, οίκους ανοχής, εξαθλιωμένες γειτονιές με τους κατοίκους της, όμορφες γειτονιές και όλων των ειδών τους ανθρώπους. Με είχαν ανεβάσει και στο ξύλο που κόβουν το κρέας σε ένα χασάπικο και κρατιόμουν απ' τα τσιγκέλια για να δω το ρολόι! Ήμουν στον κόσμο μου για καιρό και δεν ήθελα ζωή καλλιτέχνη, ότι κι αν είναι αυτό, ήθελα να γυρίσω να κάνω αυτά που εγώ ένιωθα σαν σκουριά η μούχλα που έβγαινε από το χαρτί και υπονοούσε εικόνες με ίσως ύπουλο τρόπο. Σαν μυστικά.  Εικόνες μονίμως ανοιχτές. Φιλοδοξίες εννοείται είχα, δεν το έκανα σαν δευτερεύον χόμπυ. Έκανα όλα τα άλλα για να κάνω αυτό και αυτό είναι απ’ τα 21 κοντά δέκα χρόνια. Με τα διπλώματα δεν τα πήγαινα καλά και ακόμα και από ένα ΙΕΚ ανθοκομίας που τέλειωσα ποτέ δεν πήγα για το χαρτί. Χρόνια ψαχνόμουν τι είναι αυτό που πραγματικά με απασχολεί. Έκανα και κάποια ταξίδια όπως στην Κρακοβία, όπου μου έκανε μεγάλη εντύπωση ο τρόπος που ξεφλουδίζει μες την ομίχλη (οι σοβάδες στα κτίρια...). 

Οι άνθρωποι με τα σκουριασμένα ποδήλατα... Άλλα σε μεγάλες πόλεις που είδα από κοντά ζωγράφους που αγαπάω ή που αγάπησα εκεί . Η ζωγραφική νομίζω σε πιάνει με έναν τρόπο άμεσο σε πράγματα ίσως ακόμα ακατέργαστα και βαθειά και για αυτό είναι πιο απαιτητική -απειλητική γιατί πρέπει να είσαι ανοιχτός. Φύση πολύ διαφορετική από τη μουσική για παράδειγμα αν και δεν χάνει σε τίποτα από το φούσκωμα στα πνευμόνια που σου δίνει ο Beethoven.

 Προσωπικά δεν με ενδιαφέρουν οι ιδέες τόσο γιατί λίγο πολύ για να τις καταλάβεις τις είχες και ψιλοέτοιμες μέσα σου. Με ενδιαφέρει η συγκίνηση που μπορεί να μην την εξηγείς αλλά σου δίνει αισθήματα και ίσως και σκέψεις μήνες μετά . Έχω πια έναν όγκο δουλειάς αν και πετούσα στοίβες χαρτιά θέλοντας να μείνει στο χαρτί μόνο αυτό που για εμένα είχε νόημα. 'Όχι ότι είχα κάποιον έτοιμο στόχο η σχέδιο, αλλά μέσα από κάποια έργα έβλεπα και κάτι για το που πηγαίνω, τι με ερεθίζει. Κράτησα μερικά που ήτανε ένα βήμα για όσο ήτανε και κάποια με τα οποία ήμουν ευχαριστημένος τα έχω ακόμα. Συνολικά η δουλειά αυτή ξεκίνησε τους τελευταίους μήνες του 2005. Πάντα σε αυτά που κάνω βλέπω φιγούρες, θραύσματα ή τάσεις να γίνουν φιγούρες. Πρόσωπα, άνθρωποι, ζώα και χώρος. Αλλά μάλλον αυτό είναι δικό μου θέμα και εσείς μπορείτε να δείτε ότι θέλετε. 

Ίσως το χαρτί και οι ξυλομπογιές που χρησιμοποιούσα στην αρχή πέρα από τις οικονομικές δυνατότητες εκείνης της εποχής μου έδινε και ένα αίσθημα αγνότητας, αμεσότητας ή και καλώς εννοούμενης παιδικότητας μιας και νομίζω τα παιδιά ακόμα και όταν μιλάνε δεν σκοτώνουν την ώρα τους όπως κάνουμε συχνά εμείς. Με κάθε κουβέντα επεξεργάζονται βαθειά σημαίνοντα για τη ζωή, το θάνατο, τους άλλους και ποια είναι μέσα σε αυτούς. Το καλοκαίρι με ρώταγε η ανιψιά για τα άδεια κελύφη των σαλιγκαριών -γιατί τέλειωσε εδώ η ζωή τους;-  Τη ζωγραφική πολλές φορές την αισθάνομαι σαν ένα είδος τροχαίου. 

Δεν έχει χρόνο η σενάριο, είναι μια εικόνα με την οποία συγκρούεσαι και αν είσαι ανοιχτός ζωντανεύει. Έρχονται σαν από κεκτημένη ταχύτητα του απότομου σταματήματος αισθήσεις, αναφορές και η απόλαυση του τυχαίου. Δεν μπορείς να έχεις τίποτα στο πιάτο. Το ένα κομμάτι που συναντάς σου θυμίζει κάτι που δεν έχεις ... και μέσα από αυτά τα θραύσματα έρχεται ένα πλήρες αίσθημα. Θα χαιρόμουν καθένας να συνθέτει ελεύθερα μόνος του εικόνες χωρίς να του επιβάλω εγώ κλειστά σχήματα. Από κάτι λιτό, μικρό να μπαίνει πιο μέσα .

Ακολουθήστε το xronos.gr στο Google News

Ροή Ειδήσεων

xronos
xronos.gr

ΑΡ. ΜΗΤ: 232265

mit-logo