Νίκος Καρακωνσταντής

ΣΕ ΕΝΕΣΤΩΤΑ ΧΡΟΝΟ 13.11.2013

13/11/13 - 0:00

Μοιραστείτε το

Έτσι χωρίς πρόγραμμα, μόνο για την ευχαρίστηση της ψυχής Θέλω η ζωγραφική μου να είναι για μένα μια συνεχή σπουδή, παρά ένας μονόδρομος αναγνωρίσιμου στυλ. Δεν έχω κανένα πρόβλημα, να πηγαινοέρχομαι στα ζωγραφικά μου μονοπάτια ΕΠΙΜΕΛΕΙΑ ΧΡΗΣΤΟΣ Ν. ΘΕΟΦΙΛΗΣ

Ποιος είναι 
Ο Νίκος Καρακωνσταντής γεννήθηκε στην Πάτρα το 1951. Σπούδασε στην Στρατιωτική Σχολή Ευελπίδων, απ όπου αποφοίτησε ως Ανθυπολοχαγός του Μηχανικού (Τάξη 1975), στη ΣΤΕΑΜΧ (1980-1982), στην Ανωτάτη Σχολή Πολέμου και Σχολή Εθνικής Άμυνας.  Απέκτησε μεταπτυχιακό στο Πανεπιστήμιο Άμυνας των ΗΠΑ (NDU). Υπηρέτησε σε θέσεις εσωτερικού και στην Νάπολη, Κύπρο και Σεράγιεβο.  Αποστρατεύτηκε με τον βαθμό του Υποστρατήγου το 2004. Φοίτησε στην Α.Σ.Κ.Τ. Αθήνας (2006-2011) και στο Α Εργαστήριο Ζωγραφικής με δασκάλους τους  Ζαχαρία Αρβανίτη, Άγγελο Αντωνόπουλο, Δημήτριο Κούκο και Μάγδα Σιάμκουρη.

Έχει παρουσιάσει δουλειά του σε 2 ατομικές εκθέσεις (Ομήρειο Πνευματικό Κέντρο Χίου 1987 και Λαογραφικό Μουσείο Κοζάνης 1994) και σε πολλές ομαδικές. Τιμήθηκε το 2012 με έπαινο, σε διαγωνισμό τελειοφοίτων ΑΣΚΤ 2006-2011 με θέμα «Α Βαλκανικοί πόλεμοι» και από το φιλολογικό σύλλογο Παρνασσός, κατά την πανελλήνια έκθεση εικαστικών τεχνών το 2006. Ζει και εργάζεται στην Αθήνα.


Την πρώτη μου επαφή με την κριτική της ζωγραφικής, την είχα κάπου στα δώδεκα χρόνια μου. Ο μεγαλύτερος αδελφός μου, έφερε στο τσαγκάρικο του πατέρα έναν φίλο του, σπουδαστή της Kαλών Tεχνών, για να δει τα έργα μου (μια προσωπογραφία της γιαγιάς, την Αγιά Σοφιά και κάποια τοπία, μπογιατισμένα με κέρινες μπογιές), που τώρα δεν ξέρω αν υπάρχουν. Άκουσα, όσο καταλάβαινα από θέματα τέχνης, καλά λόγια. Δεν έπαψα ποτέ να ασχολούμαι με τις ζωγραφιές. 

Ακολούθησα τη σταδιοδρομία του στρατιωτικού (τάξη ΣΣΕ 1975) ως αξιωματικός του Μηχανικού. Αυτό κατά ένα τρόπο, με κράτησε δεμένο με το σχέδιο (έστω το αρχιτεκτονικό). Από τη σχολή ακόμα, ήμουν ο διακοσμητής της αίθουσας που κάναμε τον ετήσιο χορό και ως καλλιγράφος είχα αναλάβει το γράψιμο των πινάκων στα στρατιωτικά μαθήματα. Η ζωγραφική, μου γέμιζε τα ελεύθερα απογεύματα και μου άδειαζε τον μηνιαίο προϋπολογισμό μου. Έχουν όμως πίνακές μου, όλοι οι φίλοι και οι γνωστοί μου και αυτό ήταν και είναι ένα από τα ωραιότερα που μπορούσε να συμβεί στη ζωή μου. Το άσχημο είναι ότι φωτογραφική μηχανή απέκτησα πολύ αργότερα και δεν έχω τηρήσει κάποιο αρχείο απ αυτά μου τα έργα. 

Στην προ-διαδικτυακή εποχή που έζησα, τα ζωγραφικά μου αρχεία ήταν κάθε εικόνα από εφημερίδες και περιοδικά, που γέμιζαν πολλά ντοσιέ ζωγραφικής σπουδής. Αυτά, με έργα του Μόραλη, Τσαρούχη, Παρθένη, Μονέ, Ρέμπραντ  και άλλων, υπήρξαν οι αγαπητοί μου δάσκαλοι στην πορεία των ζωγραφιών μου και η παραστατική ζωγραφική, αυτό που πραγματικά με συγκινούσε. Κάθε άλλη μορφή εικαστικής δημιουργίας, δεν μπορούσε να καταλάβει τόσο χώρο στην ψυχή μου, όσο η παραστατική ζωγραφική. 
Mε το θράσος και το μεράκι ενός ζωγράφου που αυτό που κάνει δεν το έχει και τυπικά σπουδάσει, πραγματοποίησα την πρώτη μου ατομική έκθεση στο Ομήρειο Πνευματικό Κέντρο της Χίου όπου υπηρετούσα. Μια δεύτερη στο Λαογραφικό Μουσείο Κοζάνης, πάλι πόλη που υπηρέτησα. Θα μπορούσα να πω ότι και οι δύο εκθέσεις είχαν επιτυχία, αν κρίνω από τα έργα που δόθηκαν. Η προετοιμασία και των δύο αυτών εκθέσεων με έμπασαν στα βάσανα της ατομικής έκθεσης. (Δημιουργία καταλόγων, αφισών και προσκλήσεων,  στήσιμο πινάκων, λεπτομέρειες εγκαινίων).

Ζωγράφιζα αφίσες και τις μοίραζα σε κεντρικά καταστήματα. «Θα σας μείνει το έργο» τους έλεγα και τους έπειθα αμέσως. Χρήματα για τυπωμένες αφίσες και καταλόγους, ούτε συζήτηση. Από το επίπεδο κουλτούρας των διοικητών, είχα και την ανάλογη αντιμετώπιση. Δυο μέρες πριν από την πρώτη μου έκθεση (έμμεση διαδικασία αναβολής της έκθεσης), ειδοποιήθηκα ότι πρέπει να πάρω και επίσημη άδεια από την υπηρεσία μου. Φυσικά και δεν έκανα πίσω. Το μόνο που μου έμεινε ήταν ότι αν αγαπάς κάτι, δεν το εγκαταλείπεις. 
Μετά την αποστρατεία μου, σπούδασα στην Α.Σ.Κ.Τ. Αθήνας και στο Α΄ εργαστήρι ζωγραφικής (2006-2011), με δασκάλους τον Ζαχαρία Αρβανίτη, τον Δημήτρη Κούκο, τον Άγγελο Αντωνόπουλο και την Μάγδα Σιάμκουρη. Τέσσερις ζωγράφοι με εντελώς διαφορετικές δουλειές στην καλλιτεχνική τους πορεία. 

Οι επαφές με φοιτητές διαφορετικών εργαστηρίων και η παρακολούθηση των σχολιασμών των δασκάλων τους, ήταν για μένα απ’ τα πιο χρήσιμα πράγματα που μπορούν να δωριστούν σε κάποιον. Πρέπει να είσαι τυχερός να βλέπεις τα έργα τόσων ζωγράφων που θα απασχολήσουν μελλοντικά τα ζωγραφικά πράγματα της χώρας, ή να ακούς σχόλια για τα έργα τους, από τον Γιάννη Ψυχοπαίδη, τον Χρόνη Μπότσογλου, τον Ζαχαρία Αρβανίτη και τους άλλους καθηγητές της σχολής. 

Ζωγραφίζω, ότι το ένστικτό μου υπαγορεύει. Για παράδειγμα, αν και εντυπωσιάζομαι από ένα «λεπτοκεντημένο» έργο με χώρο γεμάτο μοτίβα και θαυμάζω παράλληλα την υπομονή και επιμονή του ζωγράφου, ποτέ δεν θα επιχειρούσα κάτι τέτοιο. Αν ήταν δυνατόν, θα ζωγράφιζα ασταμάτητα έργα «μια κι έξω», που ο χρόνος δημιουργίας τους δεν θα ξεπερνούσε το δίωρο. Είναι μια συνήθεια που κουβαλάω από παλιά και παρά την προσπάθεια που έκανα στη σχολή να την αποδιώξω τελικά δεν το κατάφερα. Πιστεύω ότι αυτό που είναι να μεταφραστεί ως τέχνη σε ένα ζωγραφικό έργο, θα γίνει με τις πρώτες του χρωματικές κηλίδες ή γραμμές, ή ακόμα το στήσιμο της  σύνθεσης.  

Το χρώμα και μάλιστα τις περισσότερες φορές χωρίς αναμείξεις, αποτελεί για μένα σχεδιαστικό και μεταφραστικό εργαλείο των εικόνων μου. Συνήθως οι ζωγραφιές μου δεν στηρίζονται σε προσχέδια, αλλά στιγμιαία παρόρμηση για δημιουργία. Αναγνωρίζω ότι το «μεγάλο» δημιουργείται με πολύ κόπο, επιμονή, υπομονή και εξωτερικεύει ατομικές εμμονές. Η δική μου θεματογραφία και στυλ, μπορεί να παρουσιαστούν με τον τίτλο «Έτσι χωρίς πρόγραμμα, μόνο για την ευχαρίστηση της ψυχής». Αποτελείται από ανθρώπινες φιγούρες, νεκρές φύσεις και τοπία. Δεν δημιουργούν ερωτήματα, αλλά εμένα προσωπικά μου χαρίζουν την ευχαρίστηση της δημιουργίας. Θέλω η ζωγραφική μου να είναι για μένα μια συνεχή σπουδή, παρά ένας μονόδρομος αναγνωρίσιμου στυλ. Δεν έχω κανένα πρόβλημα, να πηγαινοέρχομαι στα ζωγραφικά μου μονοπάτια. 

Το σίγουρο είναι ότι κάθε φορά επιστρέφω περισσότερο έμπειρος. Στο 2ο έτος, ο δάσκαλος Άγγελος Αντωνόπουλος μου είχε πει σε ελεύθερη απόδοση: «Νίκο ξέχνα πώς ζωγράφιζες. Ζωγράφιζε κουταμαρίτσες. Θα σε απελευθερώσουν».  Είχε δίκιο. Άρχισα να μεταφράζω τη φύση με τρόπο πιο ελεύθερο. 

Τελειώνοντας αυτό το σημείωμα για μένα, με βεβαιότητα είδα, ότι δεν είναι καθόλου εύκολο να περιγράφεις κάτι για το έργο σου. Επίσης δεν θα μπορούσα να μη ρωτήσω τον εαυτόν μου. « Και τι είναι χρήσιμο απ? όλο αυτό που αράδιασες;» Αυτό που αγαπάς και ακολουθείς ακατάπαυστα τα χνάρια του (έστω και παράλληλα), είναι σίγουρο ότι θα το φτάσεις και θα χαρείς την ομορφιά και τους καρπούς του. Αυτό εγώ μπορώ να απαντήσω, στα 62 μου χρόνια, πιστός λάτρης της ζωγραφικής…


Ακολουθήστε το xronos.gr στο Google News

Ροή Ειδήσεων

xronos
xronos.gr

ΑΡ. ΜΗΤ: 232265

mit-logo