ΑΦΙΕΡΩΜΑ: Η Θεσσαλονίκη στο ελληνικό τραγούδι και το θέατρο
Β ΜΕΡΟΣ - ΣΥΝΕΧΕΙΑ ΑΠΟ
ΤΗΝ ΠΡΟΗΓΟΥΜΕΝΗ ΕΒΔΟΜΑΔΑ
.
Και πάνω που η Θεσσαλονίκη δείχνει να βρίσκει τον καλλιτεχνικό σφυγμό της, έρχεται η γερμανική Κατοχή. Oργασμός του ρεμπέτικου. Στην οδό Eιρήνης τα πιο φημισμένα ρεμπετάδικα. Δύο οι τεκέδες πολυτελείας: Tου Παρίση και του Mακρή. Σημειωτέον ότι παίζαν μόνον ημέρα. Γιατί με την δύση του ήλιου όλα έκλειναν. (Eλάχιστοι τεκέδες έμαναν ανοικτοί, είτε γιατί ήταν τρίτης διαλογής ή γιατί συνεργάζονταν με ταγματασφαλίτες). Eκεί γίνονταν και διάφοροι φόνοι. Στον κάτω όροφο έπαιζαν οι ρεμπέτες, στον επάνω ήταν τα μπουρδέλα. Kι ήταν γεμάτος ο δρόμος. Kι αν κάποια πόρτα δεν ήταν τεκές, ρεμπετάδικο ή πορνείο έγραφε «Προσοχή οικία»... Πιο κάτω, στην Mπάρα, πέρναγαν οι «βήτα εφεδρείες» σ' όλα... Tην Kυριακή το πρωί ο Βασίλης Tσιτσάνης και ο Γιώργος Tσανάκας έπαιζαν σ' ένα μαγαζί[1] πέρα απ' την «Aλλατίνη», στην παραλία. Ήταν οικογενειακό. Έπαιζαν από βαλς μέχρι δημοτικά. Πήγαιναν σ' αυτό οικογένειες που κατέβαιναν με κάρα ή γαϊδούρια στην παραλία (αμμουδιά τότε) για μπάνιο...[2] Kαι κάτω απ' το Kαραβάν-σαράι[3], υπήρχε κέντρο στο οποίο έπαιζε ο Aπόστολος Kαλδάρας[4] και στο οποίο το 1940 έγραψε το απαράμιλλης ομορφιάς «Νύχτωσε χωρίς φεγγάρι»... Την ίδια εποχή, οι ηθοποιοί του Βασιλικού Θεάτρου δίνουν υπαίθριες παραστάσεις με κωδικοποιημένα μηνύματα.
Το 1941 ο Β. Τσιτσάνης άνοιξε δικό του μαγαζί, στην οδό Παύλου Μελά 21, δίπλα στο Μέγαρο του Μοσκώφ στην Διαγώνιο Τσιμισκή. Το «Ουζερί Τσιτσάνη» όπου έγραψε τραγούδια τα οποία γραμμοφώνησε μετά τον πόλεμο και χάλασαν κόσμο. Εδώ συνελήφθη η «Συννεφιασμένη Κυριακή»[5] και αυτό από μόνο του θα ήταν αρκετό να καθαγιάσει και τον Τσιτσάνη και την προσφορά της Θεσσαλονίκης ως πόλης-μούσας. Αλλά δεν έγραψε μόνον αυτό εδώ: "Μπαξέ Τσιφλίκι", "Βάρκα γιαλό", "Αραπίνες", "Τα πέριξ", "Λιτανεία του μάγκα", "Τρέξε μάγκα να ρωτήσεις", "Αθηναίισσα", "Τι σε μέλλει εσένα κι αν γυρνώ", κ.ά.
Το 1945 στην Θεσσαλονίκη βρίσκεται ο (εκ Ξάνθης) Μάνος Χατζιδάκις. Μυείται στον λαϊκό πολιτισμό της πόλεως, γι' αυτό γράφει για τα «περισπούδαστα πράγματα» που συμβαίνουν εδώ! Αργότερα με τον Μ. Θεοδωράκη θα γίνουν οι ταγοί της αποενοχοποιήσεως της λαϊκής μουσικής και δη του ρεμπέτικου.
Παρ' όλα αυτά, η Θεσσαλονίκη του 1940-50 γεννά στην Καλαμαριά τον κωμικό και σατιρικό ηθοποιό Βασίλη Τριανταφυλλίδη, γνωστό ως Χάρρυ Κλυνν (1940), έναν μεγάλο ηθοποιό, τον Βασίλη Τσιβιλίκα (1942), έναν βιρτουόζο του πιάνου, τον Γιώργο Χατζηνάσιο (1942), έναν σπουδαίο τραγουδοποιό, τον Διονύση Σαββόπουλο (1942), και τις ηθοποιούς Ζωή Λάσκαρη (1944) και Κάτια Δανδουλάκη (1948), γόνο της σημαντικής κρητικής παροικίας της πόλεως.
Το 1952 είναι μια σημαντική χρονιά για την τέχνη στην Θεσσαλονίκη: Πραγματοποιεί την πρώτη του κινηματογραφική εμφάνιση[6] ένας ηθοποιός που γεννήθηκε μεν στην Θεσσαλονίκη, αλλά προσέφερε απλόχερα το γέλιο σε όλης της γης τους Έλληνες: Ο Κώστας Χατζηχρήστος. Και ο Γκρεγκ Τάλλας (Γρηγόρης Θαλασσινός)[7] αρχίζει να γυρίζει μια θεσσαλονικώτικου ενδιαφέροντος ταινία, στην οποία ο Μίκης Θεοδωράκης[8] γράφει μουσική για πρώτη φορά για κινηματογράφο: Πρόκειται για την αληθινή ιστορία 160 παιδιών, που εκδιώχθηκαν από τα ορφανοτροφεία της Θεσσαλονίκης, από τους Γερμανούς ναζί, επί Κατοχής, όταν οι κατακτητές επίταξαν, κτήρια και ορφανοτροφεία. Τα ορφανά της Σαλονίκης πετάχθηκαν στον δρόμο. Μια ομάδα, απ' αυτά, για να επιβιώσει, οργανώνεται σαν «μυστικός στρατός», με ιεραρχία και πειθαρχία. Συγκροτεί ομάδες κρούσης. Κτυπά τα γερμανικά καμιόνια που κουβαλούν ψωμί και τρόφιμα. Τα κλεμμένα μοιράζονται σε αναξιοπαθούντες κατοίκους της πόλεως. Τα παιδιά έμειναν στην ιστορία σαν «σαλταδόροι». Την ημέρα που η Θεσσαλονίκη εόρταζε την απελευθέρωσή της (Νοέμβριος 1944), στο τέλος της διαδήλωσης ακολουθούσε ένα τσούρμο από κουρελοπιτσιρικαρία, που κρατούσε ένα πανώ που έγραφε «Το Ξυπόλητο Τάγμα»[9]. Αυτός ήταν και ο τίτλος της ταινίας.
Το 1954 η Θεσσαλονίκη δίνει τροφή στην μουσική Ελλάδα για 15 τουλάχιστον χρόνια - αλλά και για πολύ περισσότερα στους ξενητεμένους της: Κάποια στιγμή, βγαίνει ο Μπάτης, βγάζει ένα μπαγλαμαδάκι από την τσέπη του, ρίχνει ένα ταξίμι και λέει: «Τώρα θα σας παρουσιάσω έναν νέο τραγουδιστή. Μόλις σήμερα απολύθηκε από φαντάρος»... Και ο νέος αυτός βγαίνει. Τραγουδά, με αρβύλες και χλαίνη. Ήταν ο Στέλιος Καζαντζίδης, ο τραγουδιστής που έμελλε να γίνει η φωνή της Ελλάδος από την Θεσσαλονίκη έως τα πέρατα του κόσμου... Λίγο μετά, στην Θεσσαλονίκη και πάλι, κάνει την πρώτη της εμφάνιση και μια κοπέλλα, η Κυριακή (Κίτσα) Παπαδοπούλου, πλάι στον Τόλη Χάρμα, ο οποίος είχε γράψει τότε ένα τραγούδι με τίτλο «Μαρινέλλα», κι έτσι την ονομάτισε. Στο κέντρο «Πανόραμα» την βρήκε ο Στ. Καζαντζίδης και την πήρε μαζί του, για να γίνουν ένα από τα πιο αγαπητά καλλιτεχνικά ζευγάρια του λαϊκού τραγουδιού. Την ίδια εποχή επίσης ένας σπουδαίος μουσικός και συνθέτης, ο Θεσσαλονικιός σολίστας και άρχοντας του μπουζουκιού, Στέλιος Ζαφειρίου, ξεκινά την σταδιοδρομία του στην πόλη, και έμελλε να συνοδεύσει με το όργανό του και τους δυο παραπάνω αναφερόμενους καλλιτέχνες, και πολλούς άλλους, και να γράψει μερικά από τα ωραιότερα λαϊκά τραγούδια... Την ίδια εποχή, έρχεται στην Θεσσαλονίκη από τα περίχωρά της (από το Πλατύ Ημαθίας) και η τραγουδίστρια Μαριώ, για να γίνει η κύρια εκφραστής του ρεμπέτικου στα επόμενα χρόνια...
Η Θεσσαλονίκη του 1950-60 γεννά τους ηθοποιούς Γρηγόρη Βαλτινό και Σόφη Ζανίνου (1951), τον διάσημο σολίστα του μπουζουκιού Γρηγόρη Τζιστούδη (εκ Πυλαίας)[10], που κάνει μεγάλη καριέρα στο εξωτερικό, ενώ στρώνει την στράτα να κάνει τα πρώτα του καλλιτεχνικά βήματα και ο (εκ Νιγρίτας Σερρών) Στράτος Διονυσίου...
Το 1959, στα πλαίσια της διοργάνωσης της Διεθνούς Εκθεσης Θεσσαλονίκης, πραγματοποιείται και το Α' Φεστιβάλ Ελληνικού Τραγουδιού. Εμπνευστής του, ο τότε διευθυντής της Ραδιοφωνίας (ΕΙΡ) Πύρρος Σπυρομήλιος.[11] Ένα Φεστιβάλ που έμελλε να αναδείξει πάρα πολλά ονόματα, που αργότερα πρωτοστάτησαν στην ελληνική μουσική σκηνή.
Με την έναρξη της δεκαετίας 1960 η Θεσσαλονίκη προσφέρει στον ελληνικό πολιτισμό μια ακόμα μεγάλη διοργάνωση: Την Εβδομάδα Ελληνικού Κινηματογράφου (απ' το 1966 «φεστιβάλ»).[12] Η Θεσσαλονίκη πρωτοστατεί και στην τηλεόραση: Mια μέρα μετά τα εγκαίνια της 25ης ΔEΘ (4.9.1960) βγαίνει «στον αέρα» το πρώτο ελληνικό τηλεοπτικό σήμα: Ήταν ο Πειραματικός Tηλεοπτικός Σταθμός της ΔEH. H πρώτη σελίδα της ελληνικής τηλεόρασης. Λειτούργησε 22 μέρες, με πλήρες τρίωρο πρόγραμμα. Εκεί κάνει και τις πρώτες του εμφανίσεις ένας Θεσσαλονικιός νεαρός τηλεπαρουσιαστής, που αργότερα θα κάνει τις πρώτες τηλεοπτικές μουσικές εκπομπές στην Ελλάδα, ο Κώστας Βενετσάνος...
Στις 13 Ιανουαρίου 1961 ιδρύεται το Κρατικό Θέατρο Βορείου Ελλάδος (ΚΘΒΕ)[13] με πρόεδρο τον συγγραφέα Γιώργο Θεοτοκά και διευθυντή τον Σωκράτη Καραντινό.
Την δεκαετία 1960-70 η εδρεύουσα στην Θεσσαλονίκη Λέσχη Γραμμάτων και Τεχνών Βορείου Ελλάδος δίνει την δυνατότητα να κάνει τα πρώτα του καλλιτεχνικά βήματα ένας βυζαντινός τραγουδιστής, ο (εκ Χαλκιδικής) Μανώλης Μητσιάς. Εμφανίζεται μια τραγουδίστρια από τις Συκιές Θεσσαλονίκης, η Πίτσα Παπαδοπούλου[14], και μια ηθοποιός και τραγουδίστρια η (εκ Δράμας) Τάνια Τσανακλίδου... Το 1966 στην Θεσσαλονίκη, 6 φίλοι φτιάχνουν ένα συγκρότημα pop μουσικής, που έμελλε ν' αγαπηθεί πανελληνίως περισσότερο από οποιοδήποτε άλλο του είδους τους: Οι «Olympians» με τραγουδιστή τον Πασχάλη. Ο πρώτος τους δίσκος, «Ο τρόπος» (45 στροφών) γνωρίζει ανέλπιστα μεγάλη και πανελλήνια απήχηση. Και ένας «ροκάς», που αργότερα θα γράψει και θα ερμηνεύσει μερικά από τα ωραιότερα νεότερα λαϊκά τραγούδια, ο Νίκος Παπάζογλου. Η Θεσσαλονίκη νεωτερίζει και πάλι.
.jpg)
Την δεκαετία 1970-80 ξεκινούν την σταδιοδρομία τους οι Θεσσαλονικείς τραγουδιστές Λιζ. Νικολάου (εκ Καλαμαριάς), Δημ. Κοντολάζος, Πασχάλης Τερζής, ο ηθοποιός Μιχ. Μητρούσης, κ.ά. που ο κατάλογος αυτός εάν αρχίσει δεν θα έχει τελειωμό...
Τώρα, λοιπόν, που η αδελφή του Μεγαλέξανδρου Θεσσαλονίκη ως πόλη, εόρτασε 100 χρόνια ελεύθερη και 2330 περίπου χρόνια από την ίδρυσή της, ας της ευχηθούμε όλοι μαζί να ξαναβρεί το κουράγιο και τις δυνάμεις να νεωτερίσει και πάλι, να γεννήσει νέους καλλιτέχνες, να ξαναγίνει μάνα και μπροστάρισα, για να ακολουθήσουν πίσω της κι άλλοι... Διότι μόνον ο πολιτισμός δίνει λύσεις στα αδιέξοδα που δημιουργούν τα νούμερα...
ΠΗΓΕΣ:
Γ. Λεκάκης «Η Θεσσαλονίκη στο ελληνικό τραγούδι», α΄ έκδ., εκδ. «Συνέχεια», 1992 - γ΄ έκδ., εκδ. «Τσουκάτου», 2012.
Του ιδίου «Μουσικής Μύηση», εκδ. MadMelody, 2012.
(*) Απόσπασμα από την ομιλία του Γ. Λεκάκη στην εκδήλωση «Η Θεσσαλονίκη στο θέατρο και το τραγούδι», που διοργάνωσε ο Σύνδεσμος Θεσσαλονικέων εν Αθήναις, στην Αθήνα, στο θέατρο του Αμερικανικού Κολλεγίου, στις 10.12.12. Την εκδήλωση, στην οποία παρήλασαν πλήθος Θεσσαλονικέων καλλιτεχνών, παρουσίασε ο Κώστας Βενετσάνος.
ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ:
[1] Ίσως του μπαρμπα-Λια. Γραφικός τύπος, για τον οποίο γράφηκε ομώνυμο τραγούδι, που ερμήνευσε ο Θεσσαλονικιός Δημ. Κοντολάζος στο Φεστιβάλ Τραγουδιού Θεσσαλονίκης, το 1973.
[2] Aργότερα έπαιξε στον «Παππού», στα «Όρνεα» και στα «Kούτσουρα».
[3] Για το οποίο γύρισε το ομώνυμο κινηματογραφικό έργο ο T. Ψαρράς.
Τα Καραβάν-σεράια, ήταν χάνια στα οποία διέμεναν περαστικοί με τα ζώα τους (τα καραβάνια). Ήταν σχεδόν πάντα έξω από την πόλη, πάνω στους κύριους οδικούς άξονες. Η διαμονή σε αυτά ήταν σχετικά πρόχειρη, γεγονός που έφθασε παραφρασμένα να σημαίνει κάτι σαν «απολίτιστο τόπο»: Καραβάνσαράι > καρβασαράς > κραβασαράς > γκραβασαράς > γκράβαρα. (Λέμε «αυτός κατέβηκε από τα Γκράβαρα», και εννούμε πως ήλθε από υπανάπτυκτο τόπο).
[4] Ας σημειωθεί ότι σπούδασε στην Γεωπονική Σχολή Θεσσαλονίκης. Στην Θεσσαλονίκη έγραψε (και ηχογράφησε το 1946) το πρώτο του τραγούδι «Μάγκας βγήκε για σεργιάνι».
[5] Σε στίχους Αλ. Γκούβερη.
[6] Ήταν στην ταινία «Ο πύργος των ιπποτών», σε σκηνοθεσία Γιώργου Ασημακόπουλου και Νίκου Τσιφόρου.
[7] Με την περιορισμένη οικονομική υποστήριξη ενός άλλου Ελληνοαμερικανού, ξενοδόχου στο Λος Άντζελες, του Πέτρου Μπουντούρη.
[8] Εκτέλεση: Κρατική Ορχήστρα Αθηνών (υπό την διεύθυνση του Μ. Θεοδωράκη).
[9] «Αν είχες γυρίσει αυτή την ταινία προτού γυρίσω εγώ τον «Κλέφτη των ποδηλάτων» τότε σήμερα θα ήσουν εσύ ο ντε Σίκα!» είπε ο Βιτόριο ντε Σίκα στον Γκρεγκ Τάλλας, όταν είδε το 1955 το «Ξυπόλητο Τάγμα» στο Φεστιβάλ του Εδιμβούργου!
Σενάριο: Νίκος Κατσιώτης. Φωτογραφία: Μιχάλης Γαζιάδης.
[10] Ο Γρ. Τζιστούδης «έβγαλε» στο τραγούδι δυο μεγάλους και επίσης Θεσσαλονικιούς (αμφότεροι εκ Πυλαίας) τραγουδιστές: Τον Δημήτρη Κοντολάζο και τον Πασχάλη Τερζή...
[11] Ένας άνθρωπος με ιδιαίτερες ευαισθησίες: Επανέφερε το (απαγορευμένο) ρεμπέτικο στο ραδιόφωνο, πίστεψε στους Μ. Θεοδωράκη και Μ. Χατζιδάκι και οργάνωσε τα τρία πρώτα Φεστιβάλ Ελληνικού Τραγουδιού (1959, '60, '61).
[12] Το βράδυ της 20ής Σεπτεμβρίου του 1960, ο τότε υπουργός Βιομηχανίας, Ν. Μάρτης, κηρύσσει την έναρξή του, στο «Ολύμπιον», στα πλαίσια της 25ης τότε Διεθνούς Εκθέσεως.
[13] Εγκαινίασε την δραστηριότητά του το καλοκαίρι της ιδίας χρονιάς με την τραγωδία του Σοφοκλέους «Οιδίπους Τύραννος», στο αρχαίο θέατρο των Φιλίππων. Από τον Δεκέμβριο του 1961 άρχισε να δίδει παραστάσεις στην Θεσσαλονίκη, στο Βασιλικό Θέατρο. Το φθινόπωρο του 1962 εγκαταστάθηκε στο νεόκτιστο - τότε - κτήριο της Εταιρείας Μακεδονικών Σπουδών. Από το 1973 λειτουργεί και η Δραματική Σχολή του Κρατικού Θεάτρου. Από το 1977 άρχισε να λειτουργεί το «Θέατρο της Θράκης» με έδρα την Κομοτηνή. Το 1979 και το "Θέατρο Ανατολικής Μακεδονίας" με έδρα τις Σέρρες. Τα δυο τελευταία λειτούργησαν έως το 1984.
Από το 1977 λειτουργεί η Παιδική Σκηνή, η οποία από το 1984 πήρε κατά καιρούς την μορφή ενός πρωτότυπου είδους κουκλοθεάτρου. Το 1982 στο καλλιτεχνικό δυναμικό του ΚΘΒΕ ενσωματώθηκε η χορευτική ομάδα «Αέναον Χοροθέατρο» του Ντ. Λομέλ. Το 1997 ιδρύθηκε ως αυτοτελές τμήμα του ΚΘΒΕ η Όπερα Θεσσαλονίκης, η οποία συγχωνεύτηκε με το ΚΘΒΕ.
[14] που μόλις την άκουσε ο μεγάλος Στ. Καζαντζίδης είπε: «Τι φωνή, Θεέ μου!».
Ακολουθήστε το xronos.gr στο Google News