Γράφει ο Μ. Γ. ΒΑΡΒΟΥΝΗΣ καθηγητής Λαογραφίας στο Δημοκρίτειο Πανεπιστήμιο Θράκης

Μεταμφιέσεις των Χριστουγεννιάτικων εορτών στην λαϊκή ελληνική παράδοση

25/12/13 - 0:00

Μοιραστείτε το

Συνήθως ήταν ζωόμορφες, σπανιότερα δε ήταν ανθρωπόμορφες, οπότε οι μεταμφιεσμένοι παρίσταναν σκηνές και υπαίθριες παραστάσεις σύντομες, με γονιμικό πάντοτε χαρακτήρα. 

Συνήθως ήταν ζωόμορφες, σπανιότερα δε ήταν ανθρωπόμορφες, οπότε οι μεταμφιεσμένοι παρίσταναν σκηνές και υπαίθριες παραστάσεις σύντομες, με γονιμικό πάντοτε χαρακτήρα. Τα «Ρογκάτσια» ή «Ρουγκατσάρια» αυτά αποτελούν τις κύριες μορφές των δωδεκαημερίτικων λαϊκών δρωμένων, ιδιαίτερα στο βορειοελλαδικό χώρο, και συχνά συνδυάζονταν με τους αγερμούς των καλάντων, όταν δε δύο ομάδες μεταμφιεσμένων συναντιούνταν στον δρόμο έπρεπε να δώσουν μάχη μεταξύ τους, στα πλαίσια ενός παραδοσιακού ανταγωνισμού, που κατά πάγια λαϊκή αντίληψη συνδέεται στενά με την επίτευξη της γονιμότητας. Ιδιαίτερα στον Πόντο, των ημερών αυτών είναι το λαϊκό δρώμενο των «Μωμοέρων», που στηρίζεται στο αρχέγονο σχήμα θάνατος-ανάσταση, με τους σαφείς γονιμικούς συνειρμούς του.
Γνωστοί είναι οι αγερμοί των παιδιών, ή μεγαλύτερων αγοριών και ανδρών, οι οποίοι συχνά με θηριόμορφες δωδεκαημερίτικες μεταμφιέσεις, με προβιές ζώων και κουδούνια – κυρίως στο βορειοελλαδικό χώρο ? περιέρχονται το απόγευμα τα σπίτια του χωριού,  τραγουδούν τα κάλαντα ή τελούν αρχέγονες μιμικές παραστάσεις, εύχονται και παίρνουν ως αντίδωρα κεράσματα. Στην περιοχή του Αλμυρού, που τα σχετικά κάλαντα περιλαμβάνουν ιδιαιτέρως πλούσια σε εκφράσεις παινέματα για τα μέλη της οικογένειας, οι μεταμφιεσμένοι παριστάνουν και το δρώμενο της αρπαγής της νύφης, του θανάτου και της νεκρανάστασης του γαμπρού. 
Ο ελληνικός χώρος  είναι πλούσιος σε έθιμα των Φώτων, ιδιαίτερα δε σε δωδεκαημερίτικες μεταμφιέσεις, ορισμένες των οποίων θα αναφέρουμε στη συνέχεια, με βάση σχετικές εθνογραφικές περιγραφές: Ρουγκατασάρια, αράπηδες, καμήλες, μπαμπόγεροι, μωμόγεροι, φωταράδες είναι κάποια από τα έθιμα που έχουν τις ρίζες τους στην αρχαιότητα και τις διονυσιακές γιορτές αλλά και στην περίοδο της Τουρκοκρατίας και αναβιώνουν κάθε χρόνο τις ημέρες των Θεοφανίων. Στη Θεσσαλία ανήμερα των Θεοφανίων αναβιώνουν τα ρουγκάτσια ή ρουγκατσάρια. Αυτά αποτελούνταν από ομάδες (10 - 15 μεταμφιεσμένων ατόμων) οι οποίες περιφέρονταν από σπίτι σε σπίτι παίρνοντας την ανάλογη αμοιβή. Μερικά από τα απαραίτητα μέλη του κάθε ομίλου ήταν ο γαμπρός, η νύφη (νέος μεταμφιεσμένος), ο παπάς, ο παππούς, ο γιατρός και οι "αρκουδιάρηδες". Εντυπωσιακός είναι ο αριθμός των τραγουδιών με τα οποία οι ρουγκατσάρηδες συνόδευαν το πέρασμά τους. Στην Καστοριά αναβιώνουν τα «Ραγκουτσάρια». Οι κάτοικοι μεταμφιέζονται και φορούν απαραιτήτως μάσκες που έχουν συμβολικό χαρακτήρα, αφού η όψη τους είναι τρομακτική και αποσκοπούν στο να ξορκίσουν το κακό από την πόλη. Οι μασκαράδες έχουν τη συνήθεια να ζητιανεύουν από τον κόσμο την ανταμοιβή τους, επειδή διώχνουν τα κακά πνεύματα. 
Το ίδιο έθιμο αναβιώνει και σε χωριά της Δράμας με το όνομα ροκατζάρια. Οι κάτοικοι φορούν τρομακτικές μάσκες και κάνοντας εκκωφαντικούς θορύβους με τα κουδούνια που φέρουν περιφέρονται στους δρόμους. Τα μπαμπούγερα είναι μία από τις πιο ενδιαφέρουσες εθιμικές παραδόσεις στην Καλή Βρύση της Δράμας. Το εθιμικό πλαισίωμα της θρησκευτικής γιορτής αρχίζει το πρωί της παραμονής. Οι γυναίκες παίρνουν στάχτη και τη σκορπίζουν με το δεξί χέρι γύρω από το σπίτι προφέροντας ξορκιστικές λέξεις για να φύγουν τα καλακάντζουρα και να μην έχει φίδια το καλοκαίρι. Μετά το τέλος της τελετής του αγιασμού των υδάτων τα μπαμπούγερα συγκεντρώνονται έξω από την εκκλησία. Η αμφίεσή τους είναι ζωόμορφη και παλιότερα κρατούσαν στα χέρια ένα μικρό σακούλι με στάχτη με το οποίο, μέχρι πριν από λίγα χρόνια, χτυπούσαν όσους συναντούσαν για να φοβερίζουν τα «καλακάντζουρα». 
Σήμερα, για αποφυγή τυχόν παρεξηγήσεων από τους αμύητους στο τοπικό έθιμο επισκέπτες, επειδή η στάχτη λέρωνε τα ρούχα, το σακίδιο είναι κενό. Ομάδες-ομάδες τα μπαμπούγερα ή χωριστά γυρίζουν τους δρόμους του χωριού κυνηγώντας όσους συναντούν και ζητώντας συμβολικά κάποιο φιλοδώρημα. Στην Καππαδοκία συνήθιζαν να ανάβουν μεγάλες εθιμικές πυρές το βράδυ της παραμονής, στην αυλή του ναού, με φρύγανα που είχαν συγκεντρωθεί από τα σπίτια του χωριού, με σχετικό αγερμό των παιδιών. Πιστεύουν ότι εκεί καίνε έναν βλαπτικό δωδεκαημερίτικο δαίμονα, τον «Σιφώτ’».
Η κοινή μάλιστα κατάληξη όλων των ερευνητών, Ελλήνων και ξένων, είναι ότι κοινό υπόστρωμα των εθίμων αυτών αποτελεί η πανάρχαιη πεποίθηση πως η τέλεσή τους συμβάλλει στην «καλοχρονιά», δηλαδή στην εξασφάλιση, με μαγικό και συμβολικό τρόπο πάντοτε, πλούσιας σοδειάς και σωματικής υγείας και ρώμης, για όλα τα μέλη της παραδοσιακής κοινότητας. Οι παραδοσιακές αυτές μεταμφιέσεις συνδέονται με προχριστιανικές επιβιώσεις της λαϊκής εθιμολογίας μας, αφού οι μεγάλες χριστιανικές γιορτές των ημερών τοποθετήθηκαν σε αυτό το σημείο του ετήσιου εορτολογικού κύκλου, ακριβώς για να εκτοπίσουν και να αφομοιώσουν έθιμα ανάλογων αρχαίων εορτών, τα οποία οι χριστιανοί των πρώτων αιώνων συνέχιζαν να διατηρούν, παρά τις περί του αντιθέτου αποφάσεις των Οικουμενικών Συνόδων και την ανάλογη διδαχή των μεγάλων Πατέρων της Εκκλησίας. Περί τις 17 Δεκεμβρίου οι αρχαίοι εόρταζαν τα Σατουρνάλια, στις 25 Δεκεμβρίου πανηγύριζαν τα Βρουμάλια, την 1η Ιανουαρίου πανηγύριζαν τις Καλένδες, στις 3 Ιανουαρίου γιορτάζονταν τα Βότα ή Βοτά, στις 4 Ιανουαρίου τα Λαρεντάλια και στις 7 Ιανουαρίου ετιμάτο ο Ιανός. Την ίδια περίοδο, δηλαδή στις χειμερινές τροπές του ηλίου, ο αρχαίος κόσμος πανηγύριζε έναν από τους μεγαλύτερους και σπουδαιότερους θεούς του, τον Μίθρα. Στο πλαίσιο των εορτών αυτών, ιδιαίτερα δε κατά τις Καλένδες, οι αρχαίοι συνήθιζαν να μεταμφιέζονται, επηρεασμένοι από τις διονυσιακές τελετές, και η συνήθεια αυτή επιβιώνει μέχρι σήμερα, στις παραδοσιακές δωδεκαημερίτικες μεταμφιέσεις του λαού μας.
Τον 12ο αιώνα πάλι, ο Θεόδωρος Βαλσαμών, σχολιάζοντας τον 62ο κανόνα της εν Τρούλλω Συνόδου, αναφέρεται εκτενώς στη γιορτή των Καλανδών, την οποία οι αγρότες της εποχής του συνέχιζαν να εορτάζουν, τις πρώτες μέρες του Ιανουαρίου. Κατά τον Βαλσαμώνα οι μεταμφιέσεις στην εποχή του άκμαζαν, η απάντηση όμως που ο ίδιος λάμβανε στην ερώτηση γύρω από την αιτία και την σκοπιμότητα αυτών των λαϊκών παραστάσεων και δρωμένων ήταν ότι τα έθιμα αυτά συνέχιζαν να τηρούνται «εκ μακράς συνηθείας». Ο Γ. Ν. Αικατερινίδης παρατηρεί ότι το υπόβαθρο της μακραίωνης αυτής παράδοσης είναι βεβαίως διονυσιακό, και βασίμως υποθέτει ότι η σατιρική παράσταση του τοπικού γάμου, η οποία αποτελεί αναπόσπαστο σχεδόν στοιχείο όλων αυτών των δωδεκαημερίτικων μεταμφιέσεων στην ευρύτερη περιοχή του νομού Δράμας, σχετίζεται με τις παραστάσεις της δεύτερης μέρας των Αθηναϊκών Ανθεστηρίων, που ονομαζόταν «Χόες», και κατά την οποία παρίσταναν επισήμως τον γάμο του Διονύσου, «τον οποίο υποδυόταν ο άρχων βασιλεύς, με τη βασίλιννα στο Βουκόλειο». 
Ο ίδιος ερευνητής επισημαίνει επίσης ότι το στοιχείο των πειραγμάτων και των θορυβωδών αστεϊσμών των μεταμφιεσμένων προς τους υπολοίπους κατοίκους του χωριού υπήρχε ήδη στα αρχαία κατ? Αγρούς Διονύσια, όταν ο λατρευτικός θίασος επισκεπτόταν όλους τους συνοικισμούς κάθε δήμου. Παρόμοιες μάλιστα παρατηρήσεις για τη σχέση των μεταμφιέσεων με τις αρχαίες ελληνικές διονυσιακές λατρείες, τις τόσο διαδομένες στον μακεδονικό και, κυρίως, στον θρακικό χώρο έχει διατυπώσει ήδη ο «πατέρας» της ελληνικής λαογραφίας Ν. Γ. Πολίτης, στις απαρχές της επιστημονικής τεκμηρίωσης των λαογραφικών σπουδών στον τόπο μας. 
Οπωσδήποτε και οι μεταμφιέσεις, όπως άλλωστε και τα υπόλοιπα στοιχεία του αρχαιότερου πυρήνα των ελληνικών λαϊκών εθίμων, υπέστησαν, με την πάροδο των αιώνων και την αλλαγή των κοινωνικών, των οικονομικών και των πολιτισμικών συνθηκών του τόπου, μεταλλαγές, μετεξελίξεις και διαφοροποιήσεις. Βαθμιαία, το γονιμικό στοιχείο υποχώρησε, καθώς η ανάπτυξη των φυσικών επιστημών και της τεχνολογίας έδειξε στους ανθρώπους την ύπαρξη πολλών φυσικών διαδικασιών, για τα πράγματα και τις υποθέσεις που προηγουμένως θεωρούσαν αποκλειστικά εξαρτώμενες από την μαγεία. Υποχώρησε έτσι η αναλογική και η μαγική σκέψη μπροστά στην φυσιοκρατική αντίληψη του κόσμου, και τα ανάλογα ευγονικά δρώμενα και έθιμα απώλεσαν την αιτιώδη ουσία της ύπαρξής τους. 
Το κενό αυτό ήρθε να καλύψει ο υπερτονισμός του ψυχαγωγικού σκέλους αυτών των εκδηλώσεων, ώστε οι δωδεκαημερίτικες μεταμφιέσεις να πάρουν κυρίως τον χαρακτήρα ψυχαγωγικών εκδηλώσεων, αλλά και εκφράσεων της τοπικής πολιτισμικής ιδιαιτερότητας, όπως φαντασιακά την αντιλαμβάνονται και την συγκροτούν οι κάτοικοι κάθε περιοχής.
Και είναι αυτή ακριβώς η τοπική πολιτισμική ιδιαιτερότητα και ποικιλομορφία, που δίνει τον τόνο στις εθιμικά καθιερωμένες δωδεκαημερίτικες γιορτές μας, τις οποίες όλοι χαιρόμαστε εποχικά και οικογενειακά.

Ακολουθήστε το xronos.gr στο Google News

Ροή Ειδήσεων

xronos
xronos.gr

ΑΡ. ΜΗΤ: 232265

mit-logo