Aφιέρωμα: Ο ΦΙΛΟΣΟΦΙΚΟΣ ΚΑΒΑΦΗΣ

Έτος 2013, τιμούμε τα 150 χρόνια από τη γέννησή του και συγχρόνως τα 80 από το θάνατό του Αλεξανδρινού ποιητή

15/11/13 - 0:00

Μοιραστείτε το

Ο ποιητής, λένε, είναι σαν το παγόβουνο: τα τέσσερα πέμπτα του βρίσκονται κάτω από την επιφάνεια Γράφει η ΣΤΕΛΛΑ Π.ΒΟΥΤΣΑ Διδάκτωρ Συγκριτικής Λογοτεχνίας (Καβάφης και Ισπανοί ποιητές) καθηγήτρια Φιλόλογος στο γυμνάσιο Λ.Τ. Τ΄λου Δωδεκανήσου

Ο Κωνσταντίνος Π. Καβάφης (Αλεξάνδρεια, 1863-1933), o ονομαζόμενος «Αλεξανδρινός», είναι ο πιο πολυμεταφρασμένος ποιητής της χώρας μας στο εξωτερικό. Η ειρωνεία είναι ότι ο πιο γνωστός Έλληνας ποιητής παγκοσμίως ούτε γεννήθηκε ούτε πέθανε στην Ελλάδα. Πέρασε σχεδόν όλη του τη ζωή στην Αλεξάνδρεια της Αιγύπτου , η οποία την εποχή του, δηλαδή τέλη του 19ου και αρχές του 20ου αιώνα ήταν ένα οικονομικό και πνευματικό κέντρο του Ελληνισμού, πολύ πιο ακμαίο από την Αθήνα, η οποία σύμφωνα με μαρτυρίες εκείνη την εποχή αριθμούσε γύρω στους 180.000 κατοίκους, ενώ η Αλεξάνδρεια ξεπερνούσε τους 400.000! Ο ίδιος μάλιστας ήταν γόνος μεγαλοαστικής οικογένειας και ο πατέρας του ένα από τα ιδρυτικά μέλη της ελληνικής κοινότητας της Αλεξάνδρειας. Η άλλη ειρωνεία που αφορά στη ζωή του Καβάφη είναι το γεγονός ότι γεννήθηκε και πέθανε ακριβώς την ίδια ημέρα: 29 Απριλίου 1863 είδε το φως της ζωής και 29 Απριλίου 1933, σε ηλικία 70 χρονών, μετά από καρκίνο του λάρυγγα από τον οποίο υπέφερε, έκλεισε τα μάτια του για πάντα, ξεκινώντας παράλληλα το ταξίδι του για την αιωνιότητα. Γι αυτό το λόγο φέτος, το έτος 2013, τιμούμε τα 150 χρόνια από τη γέννησή του και συγχρόνως τα 80 από το θάνατό του. 

Γιατί όμως αρέσει τόσο πολύ ο Καβάφης στο διεθνές κοινό; Γιατί απλά είναι ποιητής οικουμενικός και διαχρονικός, με άλλα λόγια, γιατί έχει κάτι να πει στους ανθρώπους όλων των εποχών και όλου του κόσμου. Μερικά από τα γνωρίσματα της ποίησής του, όπως η συγκινησιακή χρήση της Ιστορίας, το έντονα δραματικό στοιχείο, η ειρωνική του ματιά, η οποία –όπως υποστηρίζει εύστοχα η Γαλλίδα μεταφράστριά του Μαργκερίτ Γιουρσενάρ- είναι τόσο λεπτή και ανεπαίσθητη που σκοτώνει χωρίς να φαίνεται η πληγή, η φιλοσοφική και στοχαστική του διάθεση, η βαθιά αίσθηση που έχει του τραγικού καθώς και της κατανόησης της ματαιότητας των ανθρώπινων μεγαλείων, ο διακτικός του τόνος τον έκαναν ιδαίτερα αγαπητό στους αναγνώστες του παγκοσμίως. Στη συνέχεια, θα δούμε μερικά από τα φιλοσοφικά του ποιήματα, αν και αυτή η κατηγοριοποίηση της καβαφικής ποίησης σε φιλοσοφική-διδακτική, ιστορική και ηδονική είναι εντελώς συμβατική, αφού το σύνολο του καβαφικού έργου πρέπει να αντιμετωπιστεί, όπως μας υπέδειξε και ο Γ. Σεφέρης, ως ένα ενιαίο έργο εν εξελίξει, ως ενα work in progress, αν δε θέλουμε να χάσουμε το πραγματικό νόημα της ποίησής του.  

Τα περισσότερα από τα φιλοσοφικά του ποιήματα είναι γραμμένα την πρώτη δεκαετία του 20ου αιώνα και εκφράζουν τις απόψεις του για τη ζωή, τη μοίρα,  τις δυνατότητες του ανθρώπου, τη σχετικότητα των ανθρώπινων κρίσεων με εμφανή διδακτική διάθεση. Θα ξεκινήσουμε από ένα ποίημα ιδιαίτερα προσφιλές σε μικρούς και μεγάλους: «’Οσο μπορείς». Το ποίημα περιλαμβάνεται στο σχολικό εγχειρίδιο της Γ΄Γυμνασίου και από την προσωπική μου εμπειρία ως εκπαιδευτικός μπορώ να σας διαβεβαιώσω ότι αρέσει ιδιαίτερα στους μαθητές, αφού τους κάνει να προβληματιστούν: 

ΟΣΟ ΜΠΟΡΕΙΣ 
(1913, Περιοδικό «Νέα Ζωή»)
Κι αν δεν μπορείς να κάμεις την ζωή σου όπως την θέλεις,
τούτο προσπάθησε τουλάχιστον
όσο μπορείς: μην την εξευτελίζεις
μες στην πολλή συνάφεια του κόσμου,
μες στες πολλές κινήσεις κι ομιλίες.
Μην την εξευτελίζεις πηαίνοντάς την,
γυρίζοντας συχνά κ? εκθέτοντάς την
στων σχέσεων και των συναναστροφών
την καθημερινήν ανοησία,
ώς που να γίνει σα μια ξένη φορτική.

Πρόκειται για ένα ποίημα βιοθεωρίας (στα γερμανικά θα λέγαμε Weltanschauung, στα ισπανικά cosmovisión), ένα ποίημα που προτείνει μια στάση ζωής. Ποια είναι αυτή; Μα ποια άλλη από την ΑΞΙΟΠΡΕΠΕΙΑ, τον αυτοσεβασμό, κάτι που οφείλει ο καθένας μας στον εαυτό του. Ο αρχικός του τίτλος ήταν «Βίος».  

Πώς υπονομεύεται, σύμφωνα με τον ποιητή αυτή η αξιοπρέπεια; «Μες στην πολλή συνάφεια του κόσμου», «μες στες πολλές κινήσεις κι ομιλίες» (προσέξτε τη σκόπιμη επανάληψη του επιθέτου ‘πολύς?), «στων σχέσεων και των συναναστροφών την καθημερινήν ανοησία», ώσπου η ζωή μας να καταντήσει σαν ένα βάρος, σαν να μην πρόκειται για τη δική μας ζωή, «σα μια ξένη, φορτική». Με άλλα λόγια, η άμετρη καθημερινή επαφή και η ανάλωση του ανθρώπου σε ανούσιες επαφές και συναναστροφές, τον απομακρύνει από το πραγματικό νόημα της ζωής, αλλά και από τον ίδιο του τον εαυτό. Το αποτέλεσμα; η ψυχική αποξένωση και η αλλοτρίωση, για την οποία τόσος λόγος γίνεται στις μέρες μας.

Ο ίδιος ο Καβάφης ήταν φύση μονήρης και εσωστρεφής. Σπάνια δεχόταν επισκέψεις στο σπίτι και αυτές μόνο από λίγους εκλεκτούς φίλους, τους οποίους είχε ο ίδιος προηγουμένως προσκαλέσει και τους οποίους έβαζε να καθίσουν σε συγκεκριμένα σημεία, ρυθμίζοντας παράλληλα το φωτισμό (γενικά του άρεσε το ημίφως ή το φως των κεριών) .Τον περισσότερο χρόνο, όταν δεν ήταν σε ωράριο εργασίας , τον περνούσε αφιερωμένος στην τέχνη του, την οποία υπηρέτησε σε όλη του τη ζωή ως πραγματικός ασκητής. 
Ο Καβάφης σημειώνει σχετικά με το «Όσο μπορείς»: «Οι μοναχοί βλέπουν πράγματα τα οποία δεν βλέπομεν εμείς. Βλέπουν οράματα από τον υπερφυσικόν κόσμον. Λεπτύνουν την ψυχήν δια της μονώσεως και της σκέψεως και της εγκρατείας. Ημείς την αμβλύνομεν δια της συναναστροφής, της απουσίας της σκέψεως, και της απολαύσεως[…] Όταν είναι τις μόνος εις μίαν σιωπηλήν κάμαραν, ακούει καθαρά τον κτύπον του ωρολογίου. Εάν όμως εισέλθουν άλλοι και αρχίση ομιλία και κίνησις, παύει τις να τον ακούη. Αλλά ο κτύπος δεν παύει του να είναι προσιτός εις την ακοήν».

Τέλος, ας υπογραμμίσουμε, πριν αφήσουμε αυτό το ποίημα, τη σημασία του τίτλου ως σχολίου στο περιεχόμενο: ?Όσο μπορείς??. Ο ποιητής καταλαβαίνει ότι δεν πρόκειται για μια εύκολη υπόθεση να κρατήσουμε την αξιοπρέπεια και την ακεραιότητά μας μέσα στη δίνη των καθημερινών επαφών και της ανοησίας που μας τριγυρίζει από παντού. Μας προτρέπει όμως να το προσπαθήσουμε όσο μπορούμε, για αυτό άλλωστε και το επαναλαμβάνει, όπως επαναλαμβάνει σκοπίμως για έμφαση και το ?μην την εξευτελίζεις?. Στην ποίηση του Αλεξανδρινού, αυτού του γέροντα Πρωτέα, όπως τον χαρακτήρισε ο Σεφέρης, τίποτα δεν είναι τυχαίο!

Ας περάσουμε τώρα σε ένα άλλο εμβληματικό ποίημα της καβαφικής παραγωγής, για το οποίο έχουν εκφραστεί με θαυμασμό Έλληνες και ξένοι λογοτέχνες: «Απολείπειν ο Θεός Αντώνιον». Για παράδειγμα, ο μεγάλος Ισπανός ποιητής της γενιάς του ?20, Λουίς Θερνούδα (1902-1963), γράφει για το ποίημα αυτό ότι το θεωρεί μια από τις πιο όμορφες συνθέσεις της παγκόσμιας λογοτεχνίας του καιρού του. Κι αυτό, έχοντάς το διαβάσει όχι από το πρωτότυπο, αλλά από αγγλική μετάφραση. Έτσι δικαιώνεται η άποψη του μεγάλου Αγγλοαμερικανού ποιητή W. H. Auden ότι ο Καβάφης ανήκει στις σπάνεις εκείνες περιπτώσεις ποιητών που διατηρούν τη μαγεία τους ακόμη και όταν είναι μεταφρασμένοι. Αυτό οφείλεται, σύμφωνα με τον Αuden πάντα, στον μοναδικό τόνο της φωνής του ποιητή (“his unique tone of voice”), ο οποίος με τη σειρά του αποκαλύπτει μια μοναδική σκοπιά θέασης του κόσμου. «Reading any poem of his, I feel: ?This reveals a person with a unique perspective on the world», παρατηρεί με τη συνήθη του οξυδέρκεια ο μεγάλος Αγγλοσάξωνας ποιητής και κριτικός. Αυτή την τόσο προσωπική φωνή του Καβάφη θα την εντοπίσουμε και στο παρακάτω ποίημα. 

ΑΠΟΛΕΙΠΕΙΝ Ο ΘΕΟΣ ΑΝΤΩΝΙΟΝ 
(1911, «Γράμματα»)
Σαν έξαφνα, ώρα μεσάνυχτ?, ακουσθεί
αόρατος θίασος να περνά
με μουσικές εξαίσιες, με φωνές—
την τύχη σου που ενδίδει πια, τα έργα σου
που απέτυχαν, τα σχέδια της ζωής σου
που βγήκαν όλα πλάνες, μη ανωφέλετα θρηνήσεις.
Σαν έτοιμος από καιρό, σα θαρραλέος,
αποχαιρέτα την, την Aλεξάνδρεια που φεύγει.
Προ πάντων να μη γελασθείς, μην πεις πως ήταν
ένα όνειρο, πως απατήθηκεν η ακοή σου•
μάταιες ελπίδες τέτοιες μην καταδεχθείς.
Σαν έτοιμος από καιρό, σα θαρραλέος,
σαν που ταιριάζει σε που αξιώθηκες μια τέτοια πόλι,
πλησίασε σταθερά προς το παράθυρο,
κι άκουσε με συγκίνησιν, αλλ? όχι
με των δειλών τα παρακάλια και παράπονα,
ως τελευταία απόλαυσι τους ήχους,
τα εξαίσια όργανα του μυστικού θιάσου,
κι αποχαιρέτα την, την Aλεξάνδρεια που χάνεις.

Η έμπνευση προέρχεται από τον αγαπημένο του Καβάφη Πλούταρχο. «Στον Πλούταρχο», κατά το Σεφέρη, «ο Καβάφης βρίσκει το κλίμα του». Συγκεκριμένα ο τίτλος είναι μια φράση από το Βίο Αντωνίου, από τους Βίους Παραλλήλους του Πλουτάρχου. Ας προσεχθεί ότι κάποιοι στίχοι επαναλαμβάνονται μερικώς ή ολικώς («σαν έτοιμος από καιρό, σα θαρραλέος», «αποχαιρέτα την την Αλεξάνδρεια που φεύγει», «αποχαιρέτα την την Αλεξάνδρεια που χάνεις»). Το ποίημα θεωρείται ψευδοϊστορικό με την έννοια ότι η Ιστορία χρησιμοποιείται μεταφορικά ή αλληγορικά, δηλαδή «ψεύτικα» κατά κάποιον τρόπο, αφού ο Καβάφης δεν αντιμετωπίζει το υλικό του ως ιστορικός, αλλά ως ποιητής φιλοσοφικός-διδακτικός. Με άλλα λόγια ο ποιητής ?φοράει τη μάσκα?, το προσωπείο της Ιστορίας για να μας διδάξει κάτι.

Ο ποιητής παίρνει ως αφορμή ένα επεισόδιο από τα κοσμοϊστορικά γεγονότα του 31 π.Χ., τη ναυμαχία στο Άκτιο, όπου ο Αντώνιος και η Κλεοπάτρα νικήθηκαν από τον Οκταβιανό Αύγουστο, γεγονός που σήμανε το τέλος των Ελληνιστικών Βασιλείων στην Ανατολή και την οριστική επικράτηση της Ρώμης. Ο Πλούταρχος  λέει ότι την παραμονή της ναυμαχίας του Ακτίου,  η πόλη της Αλεξάνδρειας είχε βυθιστεί σε σιγή και τότε ξαφνικά ακούστηκε ένας θόρυβώδης θίασος. Πιστεύτηκε τότε ότι ο προστάτης Θεός του Αντωνίου, ο Διόνυσος, τον εγκατέλειπε για πάντα μαζί με την ακολουθία του. Με πρόσχημα, λοιπόν, το επεισόδιο αυτό, ο Καβάφης μέσα από την Ιστορία θέλει να διδάξει, προβάλλοντας το ηθικό ανάστημα του ανθρώπου που αναμετριέται με τη μοίρα του λίγο πριν τη στιγμή της πτώσης του. 
Σύμφωνα με τον αείμνηστο καθηγητή Γιώργο Σαββίδη, κορυφαίο εκπρόσωπο της καβαφικής κριτικής στον οποίο οφείλουμε την  ολοκληρωμένη έκδοση του συνόλου των καβαφικών ποιημάτων, ο Καβάφης μέσα από το ποίημα αυτό απυθύνεται «εις εαυτόν» ή μάλλον «εις πάντα αρμόδιον» μέσα από τις οκτώ απανωτές προστακτικές σε δεύτερο ενικό: μη θρηνήσεις, αποχαιρέτα την, μη γελασθείς, μην πεις, μην καταδεχθείς, πλησίασε, άκουσε, αποχαιρέτα την. 

Ο Ισπανός ποιητής και πρώτος μεταφραστής του Καβάφη στην ισπανική γλώσσα, Χοσέ Άνχελ Βαλέντε, σχολιάζει πολύ εύστοχα: «Όταν το βάθρο της Ιστορίας υποχωρεί κάτω από τα πόδια του ήρωα, η πράξη του να δέχεται εκουσίως τη μοίρα του, είναι μια πράξη γενναιότητας, με την οποία ο ήρωας ανεβαίνει ηθικά σε μια τέτοια κατηγορία, που τον κάνει άξιο όχι μόνο για αυτά που κέρδισε αλλά και για αυτά που θέλησε να κερδίσει και χάνει για πάντα.» 

Η στάση, επομένως, που προτείνει ο Καβάφης είναι ΑΞΙΟΠΡΕΠΕΙΑ και ΘΑΡΡΟΣ μπροστά στις αντιξοότητες της ζωής και κυρίως στις αλλαγές της τύχης. Όπως πολύ εύστοχα σημειώνει η Σόνια Ιλίνσκαγια, ο συμβολισμός του ποιήματος παραπέμπει σε μια ηρωική κια ταυτόχρονα στωική στάση ζωή. Για τον Αλεξανδρινό, ο άνθρωπος πρέπει να αντιμετωπίζει με στωικότητα τις δυσκολίες, τις ξαφνικές μεταβολές της τύχης, την απροσδόκητη διάψευση των ελπίδων του που προκύπτει από τους λανθασμένους υπολογισμούς του, αυτό που ο Νάσος Βαγενάς ονόμασε δραματική ειρωνεία στην καβαφική ποίηση . Η δραματική ειρωνεία δεν είναι τίποτε άλλο από τη συνειδητοποίηση του ήρωα ότι η ιδέα που είχε για την πραγματικότητα δεν ήταν παρά μια τραγική αυταπάτη. Το γεγονός αυτό γεννά και την βαθιά αίσθηση του τραγικού στον Καβάφη.  

Για τον Αλεξανδρινό, ο άνθρωπος πρέπει να είναι πάντα οπλισμένος με αυτό το θάρρος, την «υψηλή σκέψη» (που συναντάμε στην «Ιθάκη»), τη δύναμη για εκούσια παραίτηση «κι όχι των δειλών τα παρακάλια και παράπονα», γιατί πολλές φορές στην καβαφική ποίηση θα βρεθεί θύμα κακών υπολογισμών και έρμαιο μιας αντίξοης μοίρας, που «ενώ είναι καμωμένος για τα ωραία και μεγάλα έργα η άδικη αυτή η τύχη πάντα  ενθάρρυνσι κ? επιτυχία σε αρνείται» («Η Σατραπεία»). 

Ας θυμηθούμε τα λόγια του Γιώργου Σεφέρη στο αξέχαστο κείμενό του «Κ.Π.Καβάφης-Θ.Σ.Έλιοτ παράλληλοι: «Το μόνιμο ανθρώπινο στοιχείο που διατυπώνει ατελείωτα ο Καβάφης, και σε πολύ μεγαλύτερο βαθμό από οποιοδήποτε άλλο γνώρισμα της ποίησής του, είναι η απάτη, είναι ο εμπαιγμός. Και το πανόραμα που μορφώνουν τα ποιήματά του είναι ένας κόσμος απατημένων και απατεώνων.{...} Το έργο του παρουσιάζει ένα δίχτυ από φενακισμούς, παγίδες, τεχνάσματα, φόβους, υποψίες, κακούς υπολογισμούς, λαθεμένες προσδοκίες, μάταιες προσπάθειες. Οι θεοί εμπαίζουν, οι άνθρωποι εμπαίζουν και είναι παιχνίδια στα χέρια των θεών, του καιρού και της τύχης...»

Τέλος, να σημειωθεί εδώ ότι σύμφωνα με επισήμανση του ίδιου του Καβάφη, η Αλεξάνδρεια συμβολίζει την επιτυχία, την ευτυχία. Γενικά, πρέπει να τονίσουμε ότι η Αλεξάνδρεια μέσα από την ποίηση του Καβάφη άγγιξε της διαστάσεις ενός μύθου, ενός συμβόλου. Γι αυτό δεν έπαψε να αποτελεί από τότε μέχρι σήμερα πηγή έμπνευσης και πόλο έλξης για κάθε αναγνώστη της ποίησης του Αλεξανδρινού. Όπως εύστοχα παρατηρεί και ο Χιλιανός νεοελληνιστής Μιγκέλ Καστίγιο Ντιντιέρ, ο Καβάφης έγινε αναμφισβήτητα ο εμβληματικός ποιητής της πόλης του Αλέξανδρου. Γενικά, ήταν τέτοια η ταύτιση του ποιητή με την πόλη του, ώστε μετά το θάνατο του Καβάφη είπαν ότι η Αλεξάνδρεια έπαψε να είναι η ίδια.   
?Ενα άλλο ποίημα που δικαιώνει την άποψη του Ευάγγελου Παπανούτσου ότι ο Καβάφης είναι κατ? εξοχήν διδακτικός ποιητής είναι το «Che fece?il gran rifiuto». Το ποίημα, βασισμένο σε έναν στίχο από την Κόλαση του Δάντη, είναι από τα πιο δημοφική της καβαφικής παραγωγής και έχει δώσει αφορμή για πολλά σχόλια εντός και εκτός λογοτεχνικών κύκλων: 

CHE FECE?IL GRAN RIFIUTO 
(1901, «Παναθήναια»)
Σε μερικούς ανθρώπους έρχεται μια μέρα
που πρέπει το μεγάλο Ναι ή το μεγάλο το Όχι
να πούνε. Φανερώνεται αμέσως όποιος τόχει
έτοιμο μέσα του το Ναι, και λέγοντάς το πέρα  
πηγαίνει στην τιμή και στην πεποίθησί του.
Ο αρνηθείς δεν μετανοιώνει. Aν ρωτιούνταν πάλι,
όχι θα ξαναέλεγε. Κι όμως τον καταβάλλει
εκείνο τ? όχι ? το σωστό ?  εις όλην την ζωή του.

Από πλευράς μορφής, το ποίημα αποτελείται από δύο συμμετρικά τετράστιχα με σταυρωτή ομοιοκαταληξία (αββα). Ενδιαφέρον παρουσιάζει επίσης το φαινόμενο του διασκελισμού από στροφή σε στροφή (δηλαδή το νόημα δεν ολοκληρώνεται στο τέλος της πρώτης στροφής, αλλά συνεχίζεται και στη δεύτερη). Ως προς το περιεχόμενο, ο ίδιος ο Καβάφης παίρνει τις αποστάσεις του και σχολιάζει: «Εφιστώ την προσοχή εις την λέξιν μερικούς. Σε μερικούς ανθρώπους, όχι σε όλους». Με άλλα λόγια ότι το ποίημα δεν είναι γενικής ή καθημερινής εφαρμογής, αλλά ισχύει μόνο για λίγους ανθρώπους. Σε άλλο σχόλιό του, αγγλόφωνο αυτή τη φορά, διευκρινίζει σχετικά με τη σκοπιά του ποιήματος: «Αρνήθηκε, διότι σκέφθηκε ευσυνείδητα ή πως είναι ακατάλληλος για το έργο ή πως το έργο είναι ανάξιό του ή πως το έργο δεν έπρεπε να πραγματοποιηθεί ή κάποια παρόμοια λογική αιτία. Όμως, κάποιος άλλος ανέλαβε το έργο και επέτυχε ?πιθανότατα επειδή ήταν ο κατάλληλος για τούτο το ειδικό έργο, ή επειδή διέθετε ορισμένα ειδικά μέσα, τα οποία αλλοίωσαν ή διευκόλυναν ή βελτίωσαν το έργο είτε τα αποτελέσματά του. Η επιτυχία αυτού του κάποιου άλλου αντανακλά εις βάρος του Αρνηθέντος, και αυτός είναι ο λόγος για τον οποίο, αν και ο Αρνηθείς εγνώριζε πως το Όχι του ήταν σωστό, μολαταύτα τούτο το Όχι τον βαραίνει σε όλη την ζωή του ?το κάνουν να τον βαραίνει, οι υποψίες και οι φλυαρίες και οι επιτιμήσεις και οι παρανοήσεις των πολλών.» 

Ο Σεφέρης είναι αυστηρός με αυτό το ποίημα. Γράφει χαρακτηριστικά στο άρθρο του «Ακόμη λίγα για τον Αλεξανδρινό»: «Από τα ποιήματα του Καβάφη που μ? ενοχλούν πραγματικά? πρώτα γιατί δε μου μεταδίνει κανένα αίσθημα? έπειτα, γιατί άκουσα τόσους και τόσους να το απαγγέλνουν με το στόμφο εκείνον που δεν ξέρουνε τι λένε? θαρρείς πως ο καθένας μπορεί να το γεμίσει με όλα τα ναι και τα όχι που του έλαχαν στο μεροκάματό του.»
Δεν είναι βέβαιο αν μπορούμε να μιλήσουμε για ήρωα ή αντιήρωα του συγκεκριμένου ποιήματος, αφού δε λέει το μεγάλο Ναι αλλά το μεγάλο ?Οχι. Σύμφωνα με το Γιώργο Σαββίδη στο άρθρο του «Ψύλλοι στ? άχερα του ?ΜΕΓΑΛΟΥ ΝΑΙ?», ο Καβάφης είναι πάντα διαλεκτικός και αμφίσημος. «Θέση και άρση, φαινόμενο και ουσία, επιθυμία και πραγματικότητα, παρελθόν και παρόν, όλα αυτά συμπλέκονται μέσα στο έργο του και το συνθέτουν.» Ας δούμε όμως τι στάθηκε αφορμή για τη γένεση του ποιήματος. Ο Καβάφης το εμπνεύστηκε από ένα στίχο του κορυφαίου Ιταλού ποιητή Dante Alighieri και συγκεκριμένα από το μνημειώδες έργο του Commedia Divina (Inferno, Canto ΙΙΙ, 60). O στίχος που χρησιμεύει και ως τίτλος στο ποίημα σημαίνει «εκείνος που έκανε...την μεγάλη άρνηση». Ο Καβάφης παρέλειψε σκόπιμα τις λέξεις ?περ βιλτά? που σημαίνουν «από δειλία» και έβαλε στη θέση τους αποσιωπητικά. «Το περ βιλτά βγήκε, διότι ακριβώς το ποίημα πραγματεύεται ή υπονοεί την έλλειψη του βιλτάτε», σχολιάζει με νόημα ο ίδιος ο Αλεξανδρινός. Σύμφωνα με τη διακεκριμένη νεοελληνίστρια Σόνια Ιλίνσκαγια, οι λέξεις αυτές του πρωτοτύπου ?από δειλία? παραλείφθηκαν, γιατί δεν ταίριαζαν καθόλου με το στωικό μήνυμα του ποιήματος. 

Ο πρωταγωνιστής είναι ο Πάπας Celestino V (Σελεστίνος ο 5ος), ο κατά κόσμον Pietro di Murrone, o οποίος πέντε μήνες μετά την εκλογή του ως Πάπας στα 80 του χρόνια (1292), αποφάσισε να παραιτηθεί και να επιστρέψει στη ζωή του ως μοναχός στην Καλαβρία. (Πρόσφατα, με αφορμή την παραίτηση του Πάπα Βενέδικτου, ήρθε στην επικαιρότητα ως προηγούμενο παραιτηθέντος Πάπα το παράδειγμα του Σελεστίνου το 13ο αιώνα). Τον Σελεστίνο διαδέχτηκε τότε ο Βονιφάτιος ο 8ος. Ο Δάντης πιθανόν τον στέλνει στην Κόλαση, γιατί μετά την άρνηση του παπικού θρόνου και την άνοδο του Βονιφάτιου (κατά κόσμον Benedetto de Caetani), αρχίζουν οι διώξεις εναντίον της παράταξης του Δάντη στη Φλωρεντία. Ο ίδιος ο Δάντης εξορίζεται με διάταγμα του νέου Πάπα. Πρόκειται δηλαδή για μια προσωπική βεντέτα. Για τον Καβάφη όμως η απόφαση του αποχωρήσαντος Πάπα είναι μια συνειδητή επιλογή, στην οποία δίνει ηρωικές διαστάσεις και διαχρονικές. Μάλιστα η επίσημη Εκκλησία το 1313 ανακήρυξε το Σελεστίνο Άγιο. 

 Και πάλι, λοιπόν, έχουμε να κάνουμε με το ίδιο μοτίβο της συνειδητής ανδρείας και όχι της αποτυχίας. Σύμφωνα με την καβαφική σκέψη και ηθική, έρχεται κάποια στιγμή στη ζωή που πρέπει κάποιος να πάρει μια θέση, αλλιώς θα αφεθεί να υποταχτεί στο πλήθος, στο συρμό. Το τίμημα είναι ακριβό. Πρέπει να αγνοήσει τη γνώμη των πολλών (η οποία τείνει να αποπροσανατολίσει) και να ακολουθήσει την εσωτερική του φωνή. Ο Φρανσίσκο Ριβέρα, μεταφραστής Βενεζολάνος του Καβάφη, επισημαίνει ότι το μεγάλο ?Οχι, αυτό το δίκαιο, χρειάζεται πολύ κουράγιο να το πει κανείς. Πράγματι, είναι πολύ ακριβό το τίμημα για να είναι κάποιος και να παραμείνει ο εαυτός του.

Τέλος, ο Γιάννης Σαρηγιάννης, ένας από τους πιο οξυεδερκείς Καβαφιστές, με αφορμή το συγκεκριμένο ποίημα μιλά για ένα δίπολο: από τη μια μεριά τα άτομα του «Ναι» και από την άλλη τα άτομα του «Όχι». Όποιος ανήκει στη μία κατηγορία δεν μπορεί, όσο και να θέλει, να περάσει στην άλλη. 

Ας δούμε στη συνέχεια δυο ποιήματα του πολύ απαισιόδοξου Καβάφη, ενός γνωρίσματος που έκανε το Γιώργο Σεφέρη να αναγνωρίσει ότι ήρθε αργά στον Αλεξανδρινό:  Το πρώτο είναι «Η Πόλις», το οποίο στην πρώτη του μορφή είχε κατατάξει ο Καβάφης στη θεματική ενότητα Φυλακαί μαζί με «Τα παράθυρα» και τα «Τείχη». Πρόκειται για τα λεγόμενα ?κλειστοφοβικά? ποιήματα της καβαφικής παραγωγής, με την έννοια ότι πραγματεύονται το θέμα του εγκλεισμού, της απομόνωσης, εκούσιας ή ακούσιας του ατόμου. 
Στην «Πόλι» βρίσκουμε και πάλι το γνωστό β? πρόσωπο του διδακτικού Καβάφη, το συμβουλευτικό, το παραινετικό. 

Η ΠΟΛΙΣ (1910, «Νέα Ζωή») 
Είπες? «Θα πάγω σ? άλλη γη, θα πάγω σ? άλλη θάλασσα.
Μια πόλις άλλη θα βρεθεί καλλίτερη από αυτή.
Κάθε προσπάθεια μου μια καταδίκη είναι γραφτή?
κ? είν? η καρδιά μου ? σαν νεκρός ? θαμένη.
Ο νους μου ως πότε μες στον μαρασμόν αυτόν θα μένει.
Όπου το μάτι μου γυρίσω, όπου κι αν δω
ερείπια μαύρα της ζωής μου βλέπω εδώ,
που τόσα χρόνια πέρασα και ρήμαξα και χάλασα.»

Καινούριους τόπους δεν θα βρεις, δεν θάβρεις άλλες θάλασσες.
Η πόλις θα σε ακολουθεί. Στους δρόμους θα γυρνάς
τους ίδιους. Και στες γειτονιές τες ίδιες θα γερνάς?
και μες στα ίδια σπίτια αυτά θ? ασπρίζεις.
Πάντα στην πόλι αυτή θα φθάνεις. Για τα αλλού ? μη ελπίζεις?
δεν έχει πλοίο για σε, δεν έχει οδό.

Έτσι που τη ζωή σου ρήμαξες εδώστην κώχη τούτη την μικρή, σ? όλην την γη την χάλασες.
Ας προσεχθεί η αλλαγή του τόνου από τη μία στροφή στην άλλη: τον σχετικά αισιόδοξο και ελπιδοφόρο τόνο της πρώτης στροφής, διαδέχεται ο πικρός τόνος του αδιεξόδου και του υπαρξιακού κενού της δεύτερης. Σύμφωνα με τον πιο έγκυρο βιογράφο του Καβάφη, το Robert Lidell, στο ποίημα αυτό ο Αλεξανδρινός στοχάζεται πάνω στο taedium vitae, δηλαδή στο αβάσταχτο βάρος και στην αηδία της ζωής. Με αυτή την έννοια ο Καβάφης θα μπορούσε να θεωρηθεί πρόδρομος του Υπαρξισμού, αφού θέματα όπως η διάψευση των ελπίδων και η συνειδητοποίηση της ματαιότητας κάθε αγώνα είναι μοτίβα που διατρέχουν το σώμα της ποίησής του και τα οποία έθιξαν μισό αιώνα μετά υπαρξιακοί φιλόσοφοι όπως ο Σαρτρ και ο Καμύ.  Σύμφωνα με τον Ισπανό μεταφραστή του ποιήματος, Πέδρο Μπάδενας ντε λα Πένια, ο Καβάφης στην «Πόλι» συμμερίζεται την άποψη του Οράτιου ότι όποιοι απλώς διασχίζουν τις θάλασσες χωρίς να αλλάξουν νοοτροπία, αλλάζουν μόνο ουρανό, όχι όμως και ψυχή: «Caelum non animum mutant qui trans mare currunt (Oratius, Epistulae, I, 11, 27). 

O ίδιος μεταφραστής κατατάσσει με νόημα το ποίημα στη θεματική ενότητα «Μοίρα».  Εντύπωση προκαλεί επίσης η έντονη μουσικότητα του ποιήματος, η οποία επιτυγχάνεται χάρη στις ομοιοκαταληξίες του, κάποιες σχεδόν ομόφωνες (θαμένη-θα μένει)  αλλά και από τις επαναλήψεις. Η μουσικότητα αυτή δημιουργεί μια υποβλητική ατμόσφαιρα την οποία έχουμε συναντήσει και σε άλλα καβαφικά ποιήματα, όπως οι «Φωνές». Ο ίδιος ο Καβάφης σχολιάζει σχετικά: «Υπάρχει μια κατηγορία ποιημάτων που ο ρόλος τους είναι να υποβάλλουν. Το ποίημα μου («Η πόλις») ανήκει σε αυτήν την κατηγορία {...} Έχω την πεποίθηση πως οι στίχοι μου θα υποβάλουν, σε έναν καλλιεργημένο, καλοπροαίρετο αναγνώστη, μιαν εικόνα της βαθειάς, της ατελεύτητης απελπισίας, την οποία περιέχουν, μα δεν μπορούν να την αποκαλύψουν ολόκληρη.» Σε άλλο αυτοσχόλιο στο Γιώργο Λεχωνίτη διευκρινίζει ότι δεν πρόκειται για πόλη συγκεκριμένη, αλλά φανταστική. Ένα άλλο δημοφιλές ποίημα της καβαφικής παραγωγής που αγαπήθηκε πολύ από το κοινό είναι τα  «Κεριά».  Ολόκληρο το ποίημα αποτελεί μια συγκλονιστική παρομοίωση: η ζωή μας μοιάζει με μια σειρά από κεριά, οι μέρες του παρελθόντος με κεριά κυρτωμένα και σβησμένα, ενώ του μέλλοντος με κεριά αναμμένα. Σύγκρυο προκαλεί τόσο στον ποιητή όσο και στον αναγνώστη η φευγαλέα ματιά που αποκαλύπτει πόσο γρήγορα μεγαλώνει η σκοτεινή γραμμή και τα σβησμένα κεριά πληθαίνουν. Σύμφωνα με μια άποψη, ο Καβάφης δανείστηκε την εικόνα των κεριών από το λατρευτικό τυπικό της ορθόδοξης Εκκλησίας. 

ΚΕΡΙΑ 
(1899, Εθνικόν Ημερολόγιον του Έτους 1900)
Του μέλλοντος η μέρες στέκοντ? εμπροστά μας
σα μια σειρά κεράκια αναμένα ?
χρυσά, ζεστά, και ζωηρά κεράκια.
Η περασμένες μέρες πίσω μένουν,
μια θλιβερή γραμμή κεριών σβυσμένων?
τα πιο κοντά βγάζουν καπνόν ακόμη,
κρύα κεριά, λυωμένα, και κυρτά.
Δεν θέλω να τα βλέπω? με λυπεί η μορφή των,
και με λυπεί το πρώτο φως των να θυμούμαι.
Εμπρός κυττάζω τ? αναμένα μου κεριά.
Δεν θέλω να γυρίσω να μη διω και φρίξω
τι γρήγορα που η σκοτεινή γραμμή μακραίνει,
τι γρήγορα που τα σβυστά κεριά πληθαίνουν.

Ο ίδιος ο Καβάφης σχολιάζει ότι το ποίημα δεν πρέπει να θεωρηθεί αλληγορικόν αλλά οραματικόν. «Το ?σαν? δεικνύει αμέσως ότι τα κεριά είναι μία αφομοίωσις (=παρομοίωση), όχι μια αλληγορία» (Σαββίδης, Μικρά Καβαφικά).  

Σε αυτή την αγωνία για το πέρασμα το χρόνου και την αναπόφευκτη  φθορά που επιφέρει, σε αυτό το αρχαίο tempus fugit, η τέχνη μπορεί να λειτουργήσει ως θεραπεία, να δώσει ένα αντίδοτο. Αυτό συμβαίνει στο ανεπανάληπτο «Μελαγχολία Ιάσονος Κλεάνδρου, ποιητού εν Κομμαγηνή, 595 μ.Χ.», έναν ιστορικοφανή μονόλογο  με πρωταγωνιστή ένα φανταστικό πρόσωπο, τον Ιάσονα, γιο του Κλεάνδρου. Αν και έχει τον μεγαλύτερο τίτλο που συναντούμε σε καβαφικό ποίημα, παρ? όλα αυτα το κύριο σώμα του ποιήματος είναι σύντομο και λιτό, θυμίζοντας αρχαίο επίγραμμα. Το ποίημα είχε αρχικά τον τίτλο «Μαχαίρι».  

ΜΕΛΑΓΧΟΛΙΑ ΙΑΣΟΝΟΣ ΚΛΕΑΝΔΡΟΥ, ΠΟΙΗΤΟΥ ΕΝ ΚΟΜΜΑΓΗΝΗ, 595 μ.Χ. (1921) 
Το γήρασμα του σώματος και της μορφής μου
είναι πληγή από φρικτό μαχαίρι.
Δεν έχω εγκαρτέρησι καμιά.
Εις σε προστρέχω Τέχνη της Ποιήσεως,
που κάπως ξέρεις από φάρμακα?
νάρκης του άλγους δοκιμές, εν Φαντασία και Λόγω.

Είναι πληγή από φρικτό μαχαίρι.?
Τα φάρμακά σου φέρε Τέχνη της Ποιήσεως,
που κάμνουνε ?για λίγο? να μη νοιώθεται η πληγή.

Το θέμα του γήρατος δεν το πραγματεύεται ο Καβάφης για πρώτη φορά· το είχαμε βρει και στα ποιήματα «Οι ψυχές των γερόντων», «Ένας γέρος», «Κατά τες συνταγές αρχαίων Ελληνοσύρων μάγων»  κ.α. Στο «Μελαγχολία Ιάσονος Κλεάνδρου» όμως έχουμε ένα από τα σπάνια παραδείγματα όπου ο Καβάφης βγάζει μια κραυγή αγωνίας και πόνου τόσο απροκάλυπτα, όπως υποστήριξε πολύ εύστοχα και ο ποιητής Γ. Θέμελης. Είναι σαν να λέει ο Αλεξανδρινός σε αυτό το ποίημα: ?απελθέτω απ? εμού το ποτήριον τούτο?.  Γιατί για έναν ηδονιστή , όπως ο Καβάφης, η απώλεια της νιότης και τα γηρατειά είναι σαν ένας θάνατος πρώιμος, ένας θάνατος εν ζωή. Ας θυμηθούμε τα λόγια του Όσκαρ Γουάιλντ στο Πορτραίτο του Ντόριαν Γκρέυ: «Η τραγωδία των γηρατειών δεν είναι πως είμαστε γέροι, αλλά πως υπήρξαμε κάποτε νέοι.» Γιατί η νιότη αποτελεί συγχρόνως και το βασίλειο του έρωτα.
Σε αυτόν τον πρώιμο θάνατο, το γήρας, η τέχνη μπορεί να λειτουργήσει ως παυσίπονο, ως νηπενθές φάρμακο. Χαρακτηριστικό είναι το «ιατρικό» λεξιλόγιο του ποιήματος: «πληγή», «μαχαίρι», «εγκαρτέρησι», «φάρμακα», «άλγος», «νάρκη».

O άνθρωπος που βασανίζεται από υπαρξιακό άγχος μπορεί να βρει παρηγοριά στην τέχνη. «Το καλλιτεχνικό αίσθημα της ζωής μπορεί να ανακουφίσει για λίγο το τραγικό αίσθημα», υπογράμμισε ο Γ. Βρισιμιτζάκης, ένας από τους πιο οξυδερκείς καβαφιστές. Γενικά, η καλλιτεχνική δημιουργία έχει τη δύναμη να λειτουργήσει ως λύτρωση, ως ένας απελευθερωτικός μηχανισμός που εξαγνίζει την πραγματικότητα, αυτό που στην ψυχολογία αποδίδεται με τον αγγλικό όρο sublimation. Τέλος, αξίζει να σημειωθεί, πριν αφήσουμε αυτό το υπέροχο ποίημα, ότι στο στίχο 6 έχουμε συμπυκνωμένο έναν από τους ομορφότερους ορισμούς της ποίησης που έχουν δοθεί ποτέ στη λογοτεχνία: η ποίηση είναι «νάρκης του άλγους δοκιμές  εν φαντασία και λόγω», απόπειρες δηλαδή κατεύνασης του πόνου μέσα από τα εργαλεία που διαθέτει ο ποιητής, τη Φαντασία και το Λόγο (τα κεφαλαία γράμματα είναι ενδεικτικά). Με αυτή την έννοια το ποίημα αποκτά και μια αυτοαναφορικότητα, είναι ποίημα ποιητικής, όπως λέμε εμείς οι φιλόλογοι: η ποίηση μιλά για την ποίηση.  

Η σύντομη αυτή περιδιάβαση δε σημαίνει ότι εξαντλήσαμε τα φιλοσοφικά ποιήματα του Καβάφη. Αντίθετα, είμαστε πόρρω μακριά από κάτι τέτοιο. Πρόθεσή μας ήταν να δώσουμε μια εικόνα από την καβαφική σκέψη και στοχαστική διάθεση, όπως αυτή αποτυπώθηκε σε κάποια από τα εκατόν πενήντα τέσσερα αναγνωρισμένα του ποιήματα. Ας μην ξενίσει στον αναγνώστη το γεγονός ότι δε συμπεριλήφθηκαν στο σύντομο κατάλογό μας τα κατ? εξοχήν διδακτικά καβαφικά ποιήματα, όπως η «Ιθάκη» και οι «Θερμοπύλες». Προτιμήσαμε να προβληθούν και κάποια άλλα ποιήματα του Καβάφη, τα οποία δεν συμπεριλαμβάνονται πιθανόν σε σχολικά εγχειρίδια, έχουν όμως, κατά την άποψή μας, το ενδιαφέρον τους και την αξία τους. 

Κλείνοντας, να σημειώσουμε για μια ακόμη φορά ότι ο Κωνσταντίνος Καβάφης είναι ο πιο διαβασμένος και μεταφρασμένος ποιητής μας παγκοσμίως, ένας ποιητής με διεθνή εμβέλεια και αναγνώριση, του οποίου ποιήματα και στίχους γνωρίζουν άνθρωποι σε όλα τα μήκη και πλάτη της γης.  

Καλό θα ήταν, επομένως, να τον γνωρίσουμε εις βάθος κι εμείς οι ίδιοι οι Έλληνες, γιατί έχει πολλά να μας πει και να μας διδάξει μέσα από την ποίησή του, στην οποία, όπως γράφει ο Σεφέρης, καταναλώθηκε ολόκληρος, με όλες του τις αισθήσεις. Τροποποιώντας, λοιπόν, τη γνωστή ρήση του Ελύτη, θα λέγαμε: «Όπου και να σας βρίσκει το Κακό αδελφοί, όπου και να θολώνει ο νους σας, μνημονεύετε Κωνσταντίνο Καβάφη». Και έχετε πολλά να κερδίσετε... 

Ακολουθήστε το xronos.gr στο Google News

Ροή Ειδήσεων

xronos
xronos.gr

ΑΡ. ΜΗΤ: 232265

mit-logo