O τιμώμενος, του οποίου το βιογραφικό και η ερευνητική, συγγραφική και διδακτική δράση παρουσιάστηκαν αναλυτικά στην εκδήλωση, γεννήθηκε στη Βιέννη λίγα χρόνια μετά την έναρξη του Β΄ παγκοσμίου πολέμου Γράφει ο Μ. Γ. ΒΑΡΒΟΥΝΗΣ καθηγητής του Δημοκριτείου Πανεπιστημίου Θράκης
Το Τμήμα Ιστορίας και Εθνολογίας της Σχολής Κλασικών και Ανθρωπιστικών Σπουδών του Δημοκριτείου Πανεπιστημίου Θράκης, γιορτάζοντας την πρώτη εικοσιπενταετία της λειτουργίας και της προσφοράς του, τίμησε την Παρασκευή 20 Μαΐου 2016 με τον ύπατο τιμητικό ακαδημαϊκό τίτλο, κείνον του Επίτιμου Διδάκτορα, τον καθηγητή του Πανεπιστημίου της Βιέννης και μέλος της Αυστριακής Ακαδημίας κ. Johannes Koder. O τιμώμενος, του οποίου το βιογραφικό και η ερευνητική, συγγραφική και διδακτική δράση παρουσιάστηκαν αναλυτικά στην εκδήλωση, γεννήθηκε στη Βιέννη λίγα χρόνια μετά την έναρξη του Β Παγκοσμίου Πολέμου. Το 1965 ανακηρύχθηκε διδάκτορας του Πανεπιστημίου της Βιέννης με διατριβή για τη «Χειρόγραφη παράδοση των Ύμνων του Συμεών του Νέου Θεολόγου». Το 1973 αναγορεύεται υφηγητής του ιδίου Πανεπιστημίου. Θέμα της υφηγεσίας ήταν «Η ιστορική γεωγραφία της νήσου Εύβοιας κατά τη διάρκεια της βυζαντινής περιόδου». Η ακαδημαϊκή του ανέλιξη υπήρξε έκτοτε ραγδαία. Έκτακτος καθηγητής στο Πανεπιστήμιο της Βιέννης, καθηγητής στη συνέχεια στο Πανεπιστήμιο του Mainz έως το 1985, χρονολογία κατά την οποία επιστρέφει στο Πανεπιστήμιο της Βιέννης προκειμένου να διαδεχθεί τον δάσκαλό του Herbert Hunger ως τακτικός καθηγητής των Βυζαντινών Σπουδών. Τη θέση αυτή ελάμπρυνε παντοιοτρόπως ως την αφυπηρέτησή του.
Με την απόφασή του το Τμήμα Ιστορίας και Εθνολογίας του ΔΠΘ τίμησε όχι μόνον τον ερευνητή και τον δάσκαλο, κοντά στον οποίο διδάχθηκαν την επιστήμη πολλοί και σημαντικοί Έλληνες και ξένοι συνάδελφοι, αλλά και έναν ενεργό φιλέλληνα, ο οποίος γνωρίζει τον τόπο μας όσο λίγοι και έχει συμβάλει τα μέγιστα στην καλλιέργεια των Βυζαντινών αλλά και των Νεοελληνικών Σπουδών. Όπως εύστοχα έχει επισημανθεί και στο παρελθόν ο καθηγητής Koder ως «ακάματος και χαλκέντερος ερευνητής κινείται με την ίδια άνεση στον χώρο της ιστορικής γεωγραφίας και της ιστορίας γενικότερα, της φιλολογίας αλλά και της μελέτης του καθημερινού βίου και του πολιτισμού των Βυζαντινών. Είναι μνημειώδεις οι εργασίες του για την ιστορική γεωγραφία της Εύβοιας, της Στερεάς Ελλάδας και της Θεσσαλίας, της Ηπείρου, των Ιονίων Νήσων και, τέλος, του Αιγαίου Πελάγους. Τα κείμενα και οι εργασίες του σχετικά με την καθημερινή ζωή και τη διατροφή στο Βυζάντιο αποτελούν σημεία αναφοράς για όσους θέλουν να ασχοληθούν με το συγκεκριμένο αντικείμενο».
Το έργο του Johannes Koder είναι συνυφασμένο με τη σπουδή του βυζαντινού πολιτισμού ως ένα ενιαίο και αδιάσπαστο σύνολο. O Koder είναι από τους βυζαντινολόγους οι οποίοι χειρίζονται με υποδειγματική ερμηνευτική ικανότητα θέματα φιλολογικά και ιστορικά, έχοντας απομακρυνθεί από την ιστορικιστική τάση, κάτι που βεβαίως οφείλεται στο εύρος των ενδιαφερόντων του τα οποία σχεδόν επιβάλλουν μεγάλη ακτίνα προσεγγίσεων. O καθηγητής Koder, κατά τον Αθ. Μαρκόπουλο, «ανήκει στην πρώτη γενιά μαθητών της κραταιάς μεταπολεμικής βυζαντινολογικής Σχολής της Αυστρίας. Oι μέντορες του Koder, όπως ο Hunger ή ο O. Demus, ήσαν οι πρώτοι φυσικοί αποδέκτες της βυζαντινής ατμόσφαιρας που άρχισε να περιβάλλει τη Βιέννη στις αρχές του εικοστού αιώνα, εκείνοι που κίνησαν αργότερα, μετά τη λήξη του Β Παγκοσμίου Πολέμου, τα νήματα για τη θέσπιση βυζαντινών σπουδών στην Αυστριακή πρωτεύουσα και εκείνοι που μεταλαμπάδευσαν στον μαθητή τους μια εκ των ένδον προσέγγιση με τον κόσμο της Ρωμανίας».
Και είναι αυτά ακριβώς τα γνωρίσματα του ερευνητικού και συγγραφικού έργου του, που αποτελούν την βάση της προσέγγισης του βυζαντινού πολιτισμού και της βυζαντινής ιστορίας και στο Τμήμα μας, στο οποίο η ιστορία, η εθνολογία, η λαογραφία και η εν γένει ανθρωπολογία συνεργάζονται αρμονικά, με στόχο την μελέτη του ανθρώπου ως βιολογικού και κοινωνικού όντος, αλλά και ως δημιουργού πολιτισμού.
Για την ένταξη και εγγραφή αυτή της ιστορίας και του πολιτισμού του ανθρώπου στο φυσικό και κοινωνικό του περιβάλλον, που αποτελεί πρώτιστη θεωρητική βάση του έργου που επιτελείται στο Τμήμα μας, ενδεικτική είναι η άποψη του καθηγητή Koder για την ιστορική γεωγραφία, κλάδο τον οποίο μελετά, όπως αποτυπώθηκε σε μια παλαιότερη συνέντευξή του: «Η Ιστορική Γεωγραφία», είχε πει τότε «έχει δύο όψεις. Oι περισσότεροι ιστορικοί την βλέπουν ως μέθοδο, ως βοήθημα της Ιστορίας. Για τους γεωγράφους η Ιστορική Γεωγραφία είναι κάτι δευτερεύον, καθώς στο κέντρο των ενδιαφερόντων τους είναι η φυσική γεωγραφία, από τη μια πλευρά, και η σύγχρονη οικιστική γεωγραφία, από την άλλη. Προσωπικά πιστεύω ότι εάν δεν μπορείς να σκεφτείς και χωρικά, εάν δεν λάβεις, με άλλα λόγια, υπόψη σου τον χώρο μέσα στον οποίο συμβαίνουν τα εκάστοτε τεκταινόμενα, δεν μπορείς να γράψεις ιστορία. Ό,τι κάνεις για να ερμηνεύσεις ένα ιστορικό φαινόμενο, εμπεριέχει και μια διάσταση χωρική ? Έτσι, λοιπόν, στη μελέτη της Ιστορικής Γεωγραφίας έχουμε τέσσερεις βάσεις: πρώτον, τη φυσική εξέλιξη του χώρου και τη φυσική / επιφανειακή γεωγραφία, δεύτερον, τα μνημεία και κάθε είδους ανθρώπινο κατασκεύασμα, τρίτον τις γραπτές πηγές και τέταρτον, πολύ σημαντικό, τα τοπωνύμια».
Δεν είναι λοιπόν τυχαίο που στην εργογραφία του καθηγητή Koder βρίσκει κανείς μελέτες τόσο για τον Ρωμανό τον Μελωδό και τον Συμεών το Νέο Θεολόγο, όσο και για την καθημερινή διατροφή, τους κήπους και τους κηπουρούς στο Βυζάντιο. Όπως μάλιστα ο ίδιος έχει πει, «η μελέτη της διατροφής προσφέρει σημαντικά στοιχεία και για τον τρόπο ζωής αλλά και την οικονομία της εποχής». Δεν είναι τυχαίο, με άλλα λόγια, που αντιμετωπίζοντας τον βυζαντινό πολιτισμό και την βυζαντινή ιστορία ως ενιαίο σύνολο, ο Koder μελέτησε πολλές και ποικίλες πτυχές, από την πλευρά ή με αφετηρία πάντοτε τα κείμενα, τις πηγές, για να φωτίζει σκοτεινά σημεία και να λύσει προβλήματα σχετικά με την διαχρονική παρουσία και δημιουργία του ανθρώπου, στον χώρο και τον χρόνο της Ανατολικής Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας.
Για τους λόγους αυτούς, η τιμητική ένταξη του καθηγητή Johannes Koder στην ακαδημαϊκή οικογένεια του Τμήματός μας, και ευρύτερα του Δημοκριτείου Πανεπιστημίου Θράκης, δεν είναι μια απλή τιμητική εκδήλωση. Είναι μια ουσιαστικότατη πράξη αναγνώρισης ενός μοναδικού και πολυποίκιλου επιστημονικού έργου, ταυτοχρόνως δε η επικύρωση και επιβεβαίωση των επιστημολογικών και μεθοδολογικών δεσμών που συνδέουν την επιστήμη του, με τον τρόπο που στο Τμήμα μας αντιλαμβανόμαστε, ερευνούμε και προσεγγίζουμε παρόμοια ζητήματα.
Με την απόφασή του το Τμήμα Ιστορίας και Εθνολογίας του ΔΠΘ τίμησε όχι μόνον τον ερευνητή και τον δάσκαλο, κοντά στον οποίο διδάχθηκαν την επιστήμη πολλοί και σημαντικοί Έλληνες και ξένοι συνάδελφοι, αλλά και έναν ενεργό φιλέλληνα, ο οποίος γνωρίζει τον τόπο μας όσο λίγοι και έχει συμβάλει τα μέγιστα στην καλλιέργεια των Βυζαντινών αλλά και των Νεοελληνικών Σπουδών. Όπως εύστοχα έχει επισημανθεί και στο παρελθόν ο καθηγητής Koder ως «ακάματος και χαλκέντερος ερευνητής κινείται με την ίδια άνεση στον χώρο της ιστορικής γεωγραφίας και της ιστορίας γενικότερα, της φιλολογίας αλλά και της μελέτης του καθημερινού βίου και του πολιτισμού των Βυζαντινών. Είναι μνημειώδεις οι εργασίες του για την ιστορική γεωγραφία της Εύβοιας, της Στερεάς Ελλάδας και της Θεσσαλίας, της Ηπείρου, των Ιονίων Νήσων και, τέλος, του Αιγαίου Πελάγους. Τα κείμενα και οι εργασίες του σχετικά με την καθημερινή ζωή και τη διατροφή στο Βυζάντιο αποτελούν σημεία αναφοράς για όσους θέλουν να ασχοληθούν με το συγκεκριμένο αντικείμενο».
Το έργο του Johannes Koder είναι συνυφασμένο με τη σπουδή του βυζαντινού πολιτισμού ως ένα ενιαίο και αδιάσπαστο σύνολο. O Koder είναι από τους βυζαντινολόγους οι οποίοι χειρίζονται με υποδειγματική ερμηνευτική ικανότητα θέματα φιλολογικά και ιστορικά, έχοντας απομακρυνθεί από την ιστορικιστική τάση, κάτι που βεβαίως οφείλεται στο εύρος των ενδιαφερόντων του τα οποία σχεδόν επιβάλλουν μεγάλη ακτίνα προσεγγίσεων. O καθηγητής Koder, κατά τον Αθ. Μαρκόπουλο, «ανήκει στην πρώτη γενιά μαθητών της κραταιάς μεταπολεμικής βυζαντινολογικής Σχολής της Αυστρίας. Oι μέντορες του Koder, όπως ο Hunger ή ο O. Demus, ήσαν οι πρώτοι φυσικοί αποδέκτες της βυζαντινής ατμόσφαιρας που άρχισε να περιβάλλει τη Βιέννη στις αρχές του εικοστού αιώνα, εκείνοι που κίνησαν αργότερα, μετά τη λήξη του Β Παγκοσμίου Πολέμου, τα νήματα για τη θέσπιση βυζαντινών σπουδών στην Αυστριακή πρωτεύουσα και εκείνοι που μεταλαμπάδευσαν στον μαθητή τους μια εκ των ένδον προσέγγιση με τον κόσμο της Ρωμανίας».
Και είναι αυτά ακριβώς τα γνωρίσματα του ερευνητικού και συγγραφικού έργου του, που αποτελούν την βάση της προσέγγισης του βυζαντινού πολιτισμού και της βυζαντινής ιστορίας και στο Τμήμα μας, στο οποίο η ιστορία, η εθνολογία, η λαογραφία και η εν γένει ανθρωπολογία συνεργάζονται αρμονικά, με στόχο την μελέτη του ανθρώπου ως βιολογικού και κοινωνικού όντος, αλλά και ως δημιουργού πολιτισμού.
Για την ένταξη και εγγραφή αυτή της ιστορίας και του πολιτισμού του ανθρώπου στο φυσικό και κοινωνικό του περιβάλλον, που αποτελεί πρώτιστη θεωρητική βάση του έργου που επιτελείται στο Τμήμα μας, ενδεικτική είναι η άποψη του καθηγητή Koder για την ιστορική γεωγραφία, κλάδο τον οποίο μελετά, όπως αποτυπώθηκε σε μια παλαιότερη συνέντευξή του: «Η Ιστορική Γεωγραφία», είχε πει τότε «έχει δύο όψεις. Oι περισσότεροι ιστορικοί την βλέπουν ως μέθοδο, ως βοήθημα της Ιστορίας. Για τους γεωγράφους η Ιστορική Γεωγραφία είναι κάτι δευτερεύον, καθώς στο κέντρο των ενδιαφερόντων τους είναι η φυσική γεωγραφία, από τη μια πλευρά, και η σύγχρονη οικιστική γεωγραφία, από την άλλη. Προσωπικά πιστεύω ότι εάν δεν μπορείς να σκεφτείς και χωρικά, εάν δεν λάβεις, με άλλα λόγια, υπόψη σου τον χώρο μέσα στον οποίο συμβαίνουν τα εκάστοτε τεκταινόμενα, δεν μπορείς να γράψεις ιστορία. Ό,τι κάνεις για να ερμηνεύσεις ένα ιστορικό φαινόμενο, εμπεριέχει και μια διάσταση χωρική ? Έτσι, λοιπόν, στη μελέτη της Ιστορικής Γεωγραφίας έχουμε τέσσερεις βάσεις: πρώτον, τη φυσική εξέλιξη του χώρου και τη φυσική / επιφανειακή γεωγραφία, δεύτερον, τα μνημεία και κάθε είδους ανθρώπινο κατασκεύασμα, τρίτον τις γραπτές πηγές και τέταρτον, πολύ σημαντικό, τα τοπωνύμια».
Δεν είναι λοιπόν τυχαίο που στην εργογραφία του καθηγητή Koder βρίσκει κανείς μελέτες τόσο για τον Ρωμανό τον Μελωδό και τον Συμεών το Νέο Θεολόγο, όσο και για την καθημερινή διατροφή, τους κήπους και τους κηπουρούς στο Βυζάντιο. Όπως μάλιστα ο ίδιος έχει πει, «η μελέτη της διατροφής προσφέρει σημαντικά στοιχεία και για τον τρόπο ζωής αλλά και την οικονομία της εποχής». Δεν είναι τυχαίο, με άλλα λόγια, που αντιμετωπίζοντας τον βυζαντινό πολιτισμό και την βυζαντινή ιστορία ως ενιαίο σύνολο, ο Koder μελέτησε πολλές και ποικίλες πτυχές, από την πλευρά ή με αφετηρία πάντοτε τα κείμενα, τις πηγές, για να φωτίζει σκοτεινά σημεία και να λύσει προβλήματα σχετικά με την διαχρονική παρουσία και δημιουργία του ανθρώπου, στον χώρο και τον χρόνο της Ανατολικής Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας.
Για τους λόγους αυτούς, η τιμητική ένταξη του καθηγητή Johannes Koder στην ακαδημαϊκή οικογένεια του Τμήματός μας, και ευρύτερα του Δημοκριτείου Πανεπιστημίου Θράκης, δεν είναι μια απλή τιμητική εκδήλωση. Είναι μια ουσιαστικότατη πράξη αναγνώρισης ενός μοναδικού και πολυποίκιλου επιστημονικού έργου, ταυτοχρόνως δε η επικύρωση και επιβεβαίωση των επιστημολογικών και μεθοδολογικών δεσμών που συνδέουν την επιστήμη του, με τον τρόπο που στο Τμήμα μας αντιλαμβανόμαστε, ερευνούμε και προσεγγίζουμε παρόμοια ζητήματα.
Ακολουθήστε το xronos.gr στο Google News