Στην περιοχή μας ο θεσμός της διαμεσολάβησης δεν έχει προς το παρόν ανταπόκριση. Σύμφωνα με την δικηγόρο Κομοτηνής Ελευθερία Μιχελή-Μπότσαρη, "οι συμπολίτες μας δεν τον προτιμούν, γιατί δεν γνωρίζουν πάρα πολύ καλά τον θεσμό. Αυτοί που ενημερώνονται σαφώς και τον προτιμούν" ΡΕΠΟΡΤΑΖ Δήμος Μπακιρτζάκης
Η 20η Μαρτίου έχει οριστεί από το υπουργείο Δικαιοσύνης ως ημέρα διαμεσολάβησης, καθώς το υπουργείο αναγνώρισε την ιδιαίτερη σημασία αυτού του θεσμού. Ο θεσμός ψηφίστηκε το 2010, όμως το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο είχε εκδώσει κοινοτική οδηγία από το 2008, ώστε τα κράτη - μέλη να εναρμονίσουν τους εσωτερικούς νόμους με τον θεσμό της διαμεσολάβησης. Άλλωστε είχε διαφανεί ξεκάθαρα ότι ο θεσμός είναι απαραίτητος για την επίλυση των ιδιωτικών διαφορών.
Ο θεσμός της διαμεσολάβησης είναι ένας νέος τρόπος επίλυσης διαφορών, αποκλειστικά εξωδικαστικός, όπου οι ιδιώτες προσέρχονται σε έναν τρίτο, ο οποίος και ονομάζεται διαμεσολαβητής και είναι ουδέτερος και αμερόληπτος, και προσπαθεί να οδηγήσει τα μέρη σε λύση, δηλαδή να επιλύσουν τα ίδια τις διαφορές τους κι όχι ο ίδιος να εκδώσει απόφαση. Κι αυτή είναι η μεγάλη διαφορά με τη δικαστηριακή πρακτική, ότι ο διαμεσολαβητής απλώς βοηθάει τα μέρη να βρουν τους κοινούς τους τόπους και τα κοινά σημεία, για να διώξουν τις διαφορές και να βρουν τις «γέφυρες» που τους ενώνουν. Αφού οδηγηθούν σε αυτό, χάρη στη βοήθεια του διαμεσολαβητή που είναι απαραίτητη και δίδεται ύστερα από ειδική εκπαίδευσή του, τα μέρη αν το επιθυμούν μπορούν να συντάξουν το πρακτικό της επίλυσης της διαφοράς τους. Αυτό μπορούν να το καταθέσουν στο δικαστήριο, κι αν αυτό περιέχει τίτλο εκτελεστού, τότε μπορεί να έχει τη μορφή και το αποτέλεσμα δικαστικής απόφασης. Αν ένα από τα μέρη δεν επιθυμεί, δεν το καταθέτουν στο δικαστήριο.
Τα κέρδη από την εφαρμογή του θεσμού πολλαπλά, όπως εξηγεί η δικηγόρος Κομοτηνής Ελευθερία Μιχελή - Μπότσαρη. "Τα μέρη κερδίζουν χρόνο, γιατί η πρακτική έχει δείξει ότι ο χρόνος διαμεσολάβησης είναι κατά μέσο όρο οκτώ ώρες μέσα στην ίδια μέρα, ενώ ο χρόνος διάρκειας της δίκης ξεπερνάει τουλάχιστον το ένα με δύο έτη στον πρώτο βαθμό. Επίσης τα μέρη κερδίζουν χρήμα, γιατί η διαμεσολάβηση δεν έχει όλες αυτές τις δαπάνες που έχει μία δίκη. Τρίτον τα μέρη ευελπιστούν στις μελλοντικές τους σχέσεις ότι, αφού επίλυσαν μία διαφορά τους με αυτό τον τρόπο, θα μπορούν και στο μέλλον να συνεργάζονται. Αυτό είναι πάρα πολύ σημαντικό. Αντίθετα στις δικαστηριακές πρακτικές, όταν εκδοθεί μία απόφαση σε κάθε περίπτωση ο ένας διάδικος μπορεί να θεωρηθεί ότι έχει αδικηθεί και σε κάθε περίπτωση θα βλέπει το άλλο μέρος με αντιπαλότητα. Η διαμεσολάβηση δεν αφήνει τέτοιου είδος περιθώρια, ακριβώς γιατί τα ίδια τα μέρη έχουν επιλύσει μόνα τους τη διαφορά, η οποία επιλύεται μέσω των διαπραγματεύσεων. Φέρνει και αποσυμφόρηση στις αίθουσες των δικαστηρίων.
Υποθέσεις ιδιωτικού δικαίου, δηλαδή οικογενειακές διαφορές, διαφορές οροφοκτησίας, εργατικές διαφορές, αξιώσεις ηθικής βλάβης, αστικής ιατρικής ευθύνης, οργανισμών διαχείρισης δικαιωμάτων πνευματική ιδιοκτησίας, και άλλες, μπορούν να επιλυθούν με τον θεσμό της διαμεσολάβησης.
Στην περιοχή μας ο θεσμός της διαμεσολάβησης δεν έχει προς το παρόν ανταπόκριση. Σύμφωνα με την κ. Μιχελή - Μπότσαρη, "οι συμπολίτες μας δεν τον προτιμούν, γιατί δεν γνωρίζουν πάρα πολύ καλά τον θεσμό. Αυτοί που ενημερώνονται σαφώς και τον προτιμούν. Ό,τι γίνεται σε μία διαμεσολάβηση καλύπτεται από την αρχή του απορρήτου. Δεν τηρούνται πρακτικά, οπότε οποιαδήποτε στιγμή το μέρος μπορεί να αποχωρήσει. Το απόρρητο εφαρμόζεται πλήρως κι επιβάλλεται η τήρησή του. Επίσης υπάρχει η εμπιστευτικότητα, δηλαδή αν ο διαμεσολαβητής πληροφορηθεί κάτι κατά τη διάρκεια της διαμεσολάβησης υποχρεούται να το κρατήσει μόνο για τον εαυτό του, εκτός αν υπάρχουν λόγοι δημόσιας τάξης. Το απόρρητο και η εμπιστευτικότητα διασφαλίζουν την όλη διαδικασία".
Περιληπτικά θα μπορούσαμε να πούμε ότι η Διαμεσολάβηση προσφέρει, κατ' αρχήν χαμηλό κόστος, αμεσότητα και ταχύτητα, συγκριτικά με μια δικαστική διαμάχη. Ακόμη, το κλίμα εχεμύθειας και εμπιστευτικότητας μέσα στο οποίο εξελίσσεται, δημιουργεί ένα αίσθημα ασφάλειας και συχνά οδηγεί στη συμφιλίωση των δύο μερών, πράγμα που σπάνια συναντάται στις αίθουσες των δικαστηρίων. Επιπλέον, με τη Διαμεσολάβηση, συχνά, επιτυγχάνεται η διατήρηση μιας πολυετούς συνεργασίας στο μέλλον ή η πολιτισμένη λήξη της, πράγμα επίσης σπάνιο έπειτα από μια δικαστική διαμάχη.
Ο θεσμός της διαμεσολάβησης είναι ένας νέος τρόπος επίλυσης διαφορών, αποκλειστικά εξωδικαστικός, όπου οι ιδιώτες προσέρχονται σε έναν τρίτο, ο οποίος και ονομάζεται διαμεσολαβητής και είναι ουδέτερος και αμερόληπτος, και προσπαθεί να οδηγήσει τα μέρη σε λύση, δηλαδή να επιλύσουν τα ίδια τις διαφορές τους κι όχι ο ίδιος να εκδώσει απόφαση. Κι αυτή είναι η μεγάλη διαφορά με τη δικαστηριακή πρακτική, ότι ο διαμεσολαβητής απλώς βοηθάει τα μέρη να βρουν τους κοινούς τους τόπους και τα κοινά σημεία, για να διώξουν τις διαφορές και να βρουν τις «γέφυρες» που τους ενώνουν. Αφού οδηγηθούν σε αυτό, χάρη στη βοήθεια του διαμεσολαβητή που είναι απαραίτητη και δίδεται ύστερα από ειδική εκπαίδευσή του, τα μέρη αν το επιθυμούν μπορούν να συντάξουν το πρακτικό της επίλυσης της διαφοράς τους. Αυτό μπορούν να το καταθέσουν στο δικαστήριο, κι αν αυτό περιέχει τίτλο εκτελεστού, τότε μπορεί να έχει τη μορφή και το αποτέλεσμα δικαστικής απόφασης. Αν ένα από τα μέρη δεν επιθυμεί, δεν το καταθέτουν στο δικαστήριο.
Τα κέρδη από την εφαρμογή του θεσμού πολλαπλά, όπως εξηγεί η δικηγόρος Κομοτηνής Ελευθερία Μιχελή - Μπότσαρη. "Τα μέρη κερδίζουν χρόνο, γιατί η πρακτική έχει δείξει ότι ο χρόνος διαμεσολάβησης είναι κατά μέσο όρο οκτώ ώρες μέσα στην ίδια μέρα, ενώ ο χρόνος διάρκειας της δίκης ξεπερνάει τουλάχιστον το ένα με δύο έτη στον πρώτο βαθμό. Επίσης τα μέρη κερδίζουν χρήμα, γιατί η διαμεσολάβηση δεν έχει όλες αυτές τις δαπάνες που έχει μία δίκη. Τρίτον τα μέρη ευελπιστούν στις μελλοντικές τους σχέσεις ότι, αφού επίλυσαν μία διαφορά τους με αυτό τον τρόπο, θα μπορούν και στο μέλλον να συνεργάζονται. Αυτό είναι πάρα πολύ σημαντικό. Αντίθετα στις δικαστηριακές πρακτικές, όταν εκδοθεί μία απόφαση σε κάθε περίπτωση ο ένας διάδικος μπορεί να θεωρηθεί ότι έχει αδικηθεί και σε κάθε περίπτωση θα βλέπει το άλλο μέρος με αντιπαλότητα. Η διαμεσολάβηση δεν αφήνει τέτοιου είδος περιθώρια, ακριβώς γιατί τα ίδια τα μέρη έχουν επιλύσει μόνα τους τη διαφορά, η οποία επιλύεται μέσω των διαπραγματεύσεων. Φέρνει και αποσυμφόρηση στις αίθουσες των δικαστηρίων.
Υποθέσεις ιδιωτικού δικαίου, δηλαδή οικογενειακές διαφορές, διαφορές οροφοκτησίας, εργατικές διαφορές, αξιώσεις ηθικής βλάβης, αστικής ιατρικής ευθύνης, οργανισμών διαχείρισης δικαιωμάτων πνευματική ιδιοκτησίας, και άλλες, μπορούν να επιλυθούν με τον θεσμό της διαμεσολάβησης.
Στην περιοχή μας ο θεσμός της διαμεσολάβησης δεν έχει προς το παρόν ανταπόκριση. Σύμφωνα με την κ. Μιχελή - Μπότσαρη, "οι συμπολίτες μας δεν τον προτιμούν, γιατί δεν γνωρίζουν πάρα πολύ καλά τον θεσμό. Αυτοί που ενημερώνονται σαφώς και τον προτιμούν. Ό,τι γίνεται σε μία διαμεσολάβηση καλύπτεται από την αρχή του απορρήτου. Δεν τηρούνται πρακτικά, οπότε οποιαδήποτε στιγμή το μέρος μπορεί να αποχωρήσει. Το απόρρητο εφαρμόζεται πλήρως κι επιβάλλεται η τήρησή του. Επίσης υπάρχει η εμπιστευτικότητα, δηλαδή αν ο διαμεσολαβητής πληροφορηθεί κάτι κατά τη διάρκεια της διαμεσολάβησης υποχρεούται να το κρατήσει μόνο για τον εαυτό του, εκτός αν υπάρχουν λόγοι δημόσιας τάξης. Το απόρρητο και η εμπιστευτικότητα διασφαλίζουν την όλη διαδικασία".
Περιληπτικά θα μπορούσαμε να πούμε ότι η Διαμεσολάβηση προσφέρει, κατ' αρχήν χαμηλό κόστος, αμεσότητα και ταχύτητα, συγκριτικά με μια δικαστική διαμάχη. Ακόμη, το κλίμα εχεμύθειας και εμπιστευτικότητας μέσα στο οποίο εξελίσσεται, δημιουργεί ένα αίσθημα ασφάλειας και συχνά οδηγεί στη συμφιλίωση των δύο μερών, πράγμα που σπάνια συναντάται στις αίθουσες των δικαστηρίων. Επιπλέον, με τη Διαμεσολάβηση, συχνά, επιτυγχάνεται η διατήρηση μιας πολυετούς συνεργασίας στο μέλλον ή η πολιτισμένη λήξη της, πράγμα επίσης σπάνιο έπειτα από μια δικαστική διαμάχη.
Ακολουθήστε το xronos.gr στο Google News