94 ΧΡΟΝΙΑ ΜΕΤΑ ΤΗΝ ΕΞΟΝΤΩΣΗ ΤΟΥΣ

Αναγνώριση ζητούν τα χιλιάδες θύματα των Ποντίων

21/05/13 - 0:00

Μοιραστείτε το

«Η γενοκτονία των Ποντίων, αποτελεί ένα από τα μεγαλύτερα εγκλήματα σε βάρος της  ανθρωπότητας και του γένους μας», είπε στην ομιλία του ο μητροπολίτης Μαρωνείας και Κομοτηνής κ. Παντελεήμονας

Αναγνώριση και μία «συγνώμη» από το επίσημο κράτος της Τουρκίας ζητούν οι απόγονοι των χριστιανικών πληθυσμών που σφαγιάστηκαν από τους Νεότουρκους, την περίοδο 1914-1923. Αυτό το μήνυμα έστειλαν για ακόμη μία φορά ποντιακά σωματεία με αφορμή τη μαύρη επέτειο της γενοκτονίας των Ποντίων. 

Με πορεία χιλιάδων ατόμων προς το τουρκικό προξενείο, όπου θυροκολλήθηκε ψήφισμα για τη Γενοκτονία των Ποντίων, ολοκληρώθηκαν την Κυριακή στη Θεσσαλονίκη, οι εκδηλώσεις μνήμης της Παμποντιακής Ομοσπονδίας Ελλάδος για τη συμπλήρωση 94 ετών από τη 19η Μαΐου του 1919. Οι περίπου 7.000, σύμφωνα με τις εκτιμήσεις της αστυνομίας, συγκεντρωμένοι φώναζαν συνθήματα όπως: «Όσοι συγγνώμη δεν ζητούν στην Ευρώπη δεν χωρούν» και «Όχι άλλη γενοκτονία», ενώ κρατούσαν πανό και πλακάτ. Η πορεία, που κινήθηκε προς το τουρκικό προξενείο δια των οδών Εγνατία, Ιασωνίδου και Αγίου Δημητρίου, είχε ως αφετηρία την πλατεία Αγίας Σοφίας, όπου πραγματοποιήθηκε επιμνημόσυνη δέηση, παρουσία -μεταξύ άλλων- του αναπληρωτή υπουργού ΠΕΚΑ, Σταύρου Καλαφάτη και του δημάρχου Θεσσαλονίκης, Γιάννη Μπουτάρη.
ΕΚΔΗΛΩΣΕΙΣ ΜΝΗΜΗΣ 

Εκδηλώσεις μνήμης πραγματοποιήθηκαν σε όλη την Ελλάδα με κυρίαρχο σύνθημα την αναγνώριση. Αυτό το αίτημα εκφράστηκε και στη Ροδόπη όπου τα ποντιακά σωματεία ένωσαν τις δυνάμεις τους, για να αποτίσουν φόρο τιμής στους προγόνους τους.  Η γενοκτονία των Ελλήνων του Πόντου αναφέρεται σε σφαγές και εκτοπισμούς εναντίον Ελληνικών πληθυσμών στην περιοχή του Πόντου που πραγματοποιήθηκαν από το κίνημα των Νεότουρκων κατά την περίοδο 1914-1923. Εκτιμάται ότι στοίχισε τη ζωή περίπου 213.000-368.000 Ελλήνων. Οι επιζώντες κατέφυγαν στον Άνω Πόντο (στην ΕΣΣΔ) και μετά τη Μικρασιατική Καταστροφή το 1922, στην Ελλάδα. Τα γεγονότα αυτά αναγνωρίζονται επισήμως ως γενοκτονία από το Ελληνικό κράτος και την Αυστραλία αλλά και από διεθνείς οργανισμούς όπως η Διεθνής Ένωση Μελετητών Γενοκτονιών. Θεωρείται μια από τις πρώτες σύγχρονες γενοκτονίες. Η γενοκτονία ήταν ένα προμελετημένο έγκλημα, το οποίο η κυβέρνηση των Νεότουρκων έφερε σε πέρας με συστηματικότητα. Οι μέθοδοι που χρησιμοποίησε ήταν ο ξεριζωμός, η εξάντληση στις κακουχίες, τα βασανιστήρια, η πείνα και η δίψα, και τα στρατόπεδα θανάτου στην έρημο. Η διεθνής βιβλιογραφία και τα κρατικά αρχεία πολλών χωρών βρίθουν μαρτυριών για το ειδεχθές έγκλημα, που διαπράχθηκε εναντίον του Ελληνικού λαού. Η Γενοκτονία των Ελλήνων πραγματοποιήθηκε παράλληλα με γενοκτονίες σε βάρος και άλλων χριστιανικών πληθυσμών της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας, δηλ. των Αρμενίων και των Ασσυρίων. Κατόπιν εισήγησης του τότε πρωθυπουργού Ανδρέα Παπανδρέου, η Βουλή των Ελλήνων αναγνώρισε τη γενοκτονία το 1994, και ψήφισε την ανακήρυξη της 19ης Μαΐου ως «Ημέρα Μνήμης για τη Γενοκτονία των Ελλήνων στο Μικρασιατικό Πόντο».
ΕΝΑ ΑΠΟ ΤΑ ΜΕΓΑΛΥΤΕΡΑ ΕΓΚΛΗΜΑΤΑ 
ΣΕ ΒΑΡΟΥΣ ΤΗΣ ΑΝΘΡΩΠΟΤΗΤΑΣ 
Με κατάθεση στεφάνων στο ηρώο Κομοτηνής το πρωί της Κυριακής κορυφώθηκαν τοπικά οι εκδηλώσεις που ξεκίνησαν μία ημέρα πριν στην πόλη μας. Οι εκδηλώσεις ξεκίνησαν το απόγευμα του Σαββάτου με ομιλία του μητροπολίτη Μαρωνείας και Κομοτηνής κ. Παντελεήμονα  στο θρακικό ωδείο. Ένα από τα μεγαλύτερα εγκλήματα σε βάρος της ανθρωπότητας και του γένους μας χαρακτήρισε τη γενοκτονία ο κ. Παντελεήμονας. Στην ομιλία του, ανέφερε ότι, «Η γενοκτονία των Ποντίων, αποτελεί ένα από τα μεγαλύτερα εγκλήματα σε βάρος της ανθρωπότητας και του γένους μας, που δείχνει ανάγλυφα πόσο μπορούν  να εξαγριωθούν οι άνθρωποι με την επίδραση του φανατισμού και του κακώς νοούμενου εθνικισμού. Αποτελεί παράδειγμα προς αποφυγή και αφορμή περίσκεψης, περισυλλογής, προβληματισμού και έρευνας της συλλογικής ιστορικής μνήμης μας, ώστε τα μαρτυρικά θύματά του να μην ξεχαστούν στο πέρασμα των χρόνων, αλλά και να αποτελέσουν αφορμή μιας συστηματικής αναθεώρησης της γενικότερης στάσης μας απέναντι στα εθνικά μας προβλήματα και ζητήματα. Η εγκληματική αυτή επιχείρηση έπληξε ένα εκλεκτό τμήμα του Γένους μας, τον Ποντιακό Ελληνισμό, που ζούσε στα βόρεια της Μικράς Ασίας, στην περιοχή του Πόντου, μετά τη διάλυση της Βυζαντινής Αυτοκρατορίας. Η άλωση της Τραπεζούντας το 1461 από τους Οθωμανούς δεν τους αλλοίωσε το φρόνημα και την ελληνική τους συνείδηση, παρότι ζούσαν αποκομμένοι από τον εθνικό κορμό. Μπορεί να αποτελούσαν μειονότητα -το 40% του πληθυσμού, αλλά γρήγορα κυριάρχησαν στην οικονομική ζωή της περιοχής, ζώντας κυρίως στα αστικά κέντρα. Η οικονομική τους ανάκαμψη συνδυάστηκε με τη δημογραφική και την πνευματική τους άνοδο. Το 1865 οι Έλληνες του Πόντου ανέρχονταν σε 265.000 ψυχές, το 1880 σε 330.000 και στις αρχές του 20ου αιώνα άγγιζαν τις 700.000. 

Το 1860 υπήρχαν 100 σχολεία στον Πόντο, ενώ το 1919 υπολογίζονται σε 1401, ανάμεσά τους και το περίφημο Φροντιστήριο της Τραπεζούντας. Εκτός από σχολεία διέθεταν τυπογραφεία, περιοδικά, εφημερίδες, λέσχες και θέατρα, που τόνιζαν το υψηλό τους πνευματικό επίπεδο. Τα γεγονότα από μόνα τους μαρτυρούν την αλήθεια. Πρόκειται για ένα σταθερό πρόγραμμα εξόντωσης της χριστιανοσύνης, που βασίζεται σε οργανωμένο σχέδιο και προβλέπει την εξολόθρευση του αρχαίου - ελληνικού - χριστιανικού πολιτισμού που σημείωνε θαυμαστή πνευματική και οικονομική άνθιση. Το σχέδιο εξόντωσης, το οποίο μορφοποιείται μετά την επανάσταση των Νεότουρκων (1908), εντείνεται από το 1911 και φτάνει σε έξαρση μέχρι τη συνθήκη του Μούδρου το 1918 και επανεμφανίζεται και πάλι μετά τα συνέδρια του Ερζερούμ και της Σεβάστειας το 1919, παίρνοντας μέχρι το 1922 την έκταση της Γενοκτονίας. Είναι σαφές το γεγονός ότι η ανείπωτη θηριωδία που έλαβε χώρα από το 1916 έως και το 1924 στην ευρύτερη περιοχή του Πόντου συνιστά ξεκάθαρα γενοκτονία των ελληνικών πληθυσμών καθώς στην εν λόγω περιοχή δεν έγινε ποτέ πόλεμος μεταξύ Ελλάδας και Οθωμανικής Αυτοκρατορίας. Αν και κατά την περίοδο αυτή και ενώ ήταν σε εξέλιξη ο Α΄ παγκόσμιος πόλεμος, βρίσκοντας Έλληνες και Τούρκους σε αντίπαλα στρατόπεδα, ωστόσο ελληνικά στρατεύματα δεν εμφανίστηκαν ποτέ στην περιοχή του Πόντου. Συνεπώς οι ισχυρισμοί που κατά καιρούς προβάλλονται - ότι δηλαδή οι σφαγές επιτελέστηκαν στο πλαίσιο του πολέμου - επιδιώκοντας τη διαστρέβλωση της αλήθειας, κρίνονται απλώς ως ανυπόστατοι. Είναι απολύτως ενδεικτικό το ότι τα θύματα της γενοκτονίας των Ελλήνων του Πόντου ξεπερνούν τις 350.000 και σε όλη τη Μικρά Ασία και τη Θράκη φτάνουν το 1.500.000. Το 1908 ήταν μια χρονιά - ορόσημο για τους λαούς της Οθωμανικής Αυτοκρατορία», σημείωσε στην ομιλία του μητροπολίτης. 

ΤΟ ΧΡΟΝΙΚΟ ΤΗΣ ΕΞΟΝΤΩΣΗΣ 

Αναφερόμενος σε ιστορικά στοιχεία, ο μητροπολίτης κατά την ομιλία του επεσήμανε ότι «Το 1908 εκδηλώθηκε και επικράτησε το κίνημα των Νεότουρκων, που έθεσε στον περιθώριο τον Σουλτάνο. Πολλές ήταν οι ελπίδες που επενδύθηκαν στους νεαρούς στρατιωτικούς για μεταρρυθμίσεις στο εσωτερικό της θνήσκουσας Αυτοκρατορίας. Σύντομα, όμως, οι ελπίδες τους διαψεύστηκαν. Οι Νεότουρκοι έδειξαν το σκληρό εθνικιστικό τους πρόσωπο, εκπονώντας ένα σχέδιο διωγμού των χριστιανικών πληθυσμών και εκτουρκισμού της περιοχής, επωφελούμενοι της εμπλοκής των ευρωπαϊκών κρατών στο Α' Παγκόσμιο Πόλεμο. Το μικρό ελληνικό κράτος, απασχολημένο με το «Κρητικό Ζήτημα», δεν είχε τις δυνάμεις να ανοίξει ένα ακόμη μέτωπο με την Τουρκία. Η συστηματική επιδιωκόμενη εξόντωση των Ελλήνων εντάθηκε ωστόσο κατά τη διάρκεια του μεγάλου πολέμου• από το 1914 - 1918 η κυβέρνηση των Νεότουρκων υπό την ηγεσία της αιμοσταγούς τριανδρίας των Εμβέρ πασά, Ταλαάτ μπέη και Ντζεμάλ πασά, υπό την καθοδήγηση γερμανών στρατηγών, με επικεφαλής τον Λίμαν φον Σάντερς, συνέλαβε, σχεδίασε και εξετέλεσε συστηματική γενοκτονία των Αρμενίων και των Ελλήνων της Ανατολής ξεκινώντας από τις μαζικές εκτοπίσεις. Σύμφωνα με τις εκθέσεις του Γερμανού πρεσβευτή στην Κωνσταντινούπολη Mέττερνιχ, οι Nεότουρκοι προσπαθούσαν να δικαιολογήσουν τις εκτοπίσεις των Ελλήνων που ζούσαν στα παράλια της Mαύρης Θάλασσας με την πρόφαση ότι οι Pώσοι είχαν εξοπλίσει τον ελληνικό πληθυσμό και φοβούνταν για το λόγο αυτό μια ελληνική εξέγερση. H επιχειρηματολογία όμως αυτή ήταν αστήριχτη, αφού ο πληθυσμός που, κατά κύριο μέρος, εκτοπίστηκε ήταν γυναίκες, παιδιά και γέροι. 

Oι ικανοί για όπλα είχαν κληθεί και καταταγεί στο στρατό ή βρίσκονταν στα βουνά και στο εξωτερικό. Oρισμένοι Γερμανοί που δε συμφωνούσαν με την πολιτική της εθνοκάθαρσης, προσπάθησαν με αλλεπάλληλες εκθέσεις, που έστελναν στο υπουργείο Eξωτερικών, να διαχωρίσουν τη θέση και τις ευθύνες τους από τα γενοκτονικά μέτρα των Nεοτούρκων, ιδιαίτερα μετά την παγκόσμια κατακραυγή του αρμενικού ολοκαυτώματος. Συγκεκριμένα, στις 16 Iουλίου 1916 ο Γερμανός πρόξενος της Aμισού Kuckhoff έγραφε στο υπουργείο Eσωτερικών, στο Bερολίνο: «Σύμφωνα με αξιόπιστες πηγές, το σύνολο του ελληνικού πληθυσμού της Σινώπης και της παραλιακής περιοχής της επαρχίας Kασταμονής έχει εξοριστεί. Eξορία και εξολόθρευση είναι στα τουρκικά η ίδια έννοια, γιατί όποιος δε δολοφονείται, πεθαίνει τις περισσότερες φορές από τις αρρώστιες και την πείνα». Με την έναρξη του Α΄ παγκοσμίου πολέμου (1914), στην Τουρκία κηρύσσεται γενική επιστράτευση μουσουλμάνων και αλλόθρησκων. Οι Πόντιοι αρνούνται να καταταχτούν στον τουρκικό στρατό, λιποτακτούν και βγαίνουν στα βουνά. Στο ρωσοτουρκικό πόλεμο αφοπλίζονται και στέλνονται στα περιβόητα τάγματα εργασίας (αμελέτ ταμπουρού) που όμως δεν είναι τίποτε άλλο παρά τάγματα εξόντωσης. Για να αποφύγουν το θάνατο οι Πόντιοι αγωνιστές άρχισαν να λιποτακτούν και να συσπειρώνονται στα πρώτα αντάρτικα σώματα. Οι Τούρκοι απαντούν με τα σκληρότερα και τα πλέον απάνθρωπα μέσα, ιδιαίτερα ενάντια στους συγγενείς των ανταρτών. Σχηματίζουν καταδιωκτικά τάγματα Τσετών και Οσμανλήδων που λεηλατούν πυρπολούν και σφαγιάζουν σε δεκάδες χωριά αμάχων. Δημεύσεις περιουσιών, δολοφονίες, βιασμοί, εξορίες και εκτοπισμοί συμβαίνουν πλέον σε καθημερινή κλίμακα. Το Δεκέμβριο του 1916 εκπονείται σχέδιο εξόντωσης του άμαχου Ελληνικού πληθυσμού του Πόντου που εφαρμόστηκε κλιμακωτά. Το σχέδιο προέβλεπε άμεση εξόντωση των ανδρών των πόλεων από 16 - 60 και εξορία του υπόλοιπου πληθυσμού στα ενδότερα της Ανατολής με πρόγραμμα σφαγής. Το πρόγραμμα ξεκίνησε 15 ημέρες αργότερα και εφαρμόστηκε κυρίως στις περιοχές της Σαμψούντας και της Πάφρας. Η περιοχή της Τραπεζούντας είχε γλιτώσει αρχικά από την τουρκική βαναυσότητα γιατί βρισκόταν στην κατοχή της Ρωσίας. Όταν όμως οι Ρώσοι εγκατέλειψαν την πόλη το Φλεβάρη του 1918, τότε η εκδικητική μανία των Τούρκων ξέσπασε και στον ελληνισμό του Καυκάσου.

Οι σοβιετικοί υπήρξαν βασικοί σύμμαχοι του κεμαλικού εθνικισμού. Πιθανότατα οι μπολσεβίκοι να αντάλλαξαν με τον τρόπο αυτό την υποστήριξη του παντουρκικού κινήματος που δρούσε στη Ρωσία στην Οκτωβριανή Επανάσταση. Στο μεταξύ, νέοι διωγμοί εκτοπίσεις και εξορίες σημειώθηκαν. Τις πενήντα χιλιάδες φτάνουν οι εκτοπισμένοι Έλληνες των περιοχών Τριπόλεως, Κερασούντος, Κοτυώρων και Αμισού, οι περισσότεροι από τους οποίους πέθαναν από τις κακουχίες στο σκληρό δρόμο της εξορίας. Όσοι από αυτούς επέζησαν, γύρισαν ξανά στις εστίες τους μετά το τέλος του Α΄ παγκοσμίου πολέμου ( Οκτώβριος '18) για να κυνηγηθούν και πάλι από την αρχή από το καθεστώς του Κεμάλ. Τα «Αμελέ Ταμπουρού» ήταν σχέδιο εκπονημένο από Γερμανούς αξιωματικούς σκόπευαν να εξοντώσουν όλους τους άνδρες που δεν κατατάσσονταν στον τουρκικό στρατό. Τα τάγματα αυτά εργασίας έβαζαν τους άνδρες να εργαστούν σε λατομεία, ορυχεία και κατασκευές δρόμων κάτω από κυριολεκτικά εξοντωτικές συνθήκες. Αποτέλεσμα; Ελάχιστοι ήταν αυτοί που κατάφερναν να επιζήσουν. 

Οι περισσότεροι υπέκυπταν στην πείνα τις αρρώστιες και τις κακουχίες. Κάτι τέτοιο όμως οι Πόντιοι δεν μπορούσαν να το αφήσουν έτσι. Με τον καιρό, χιλιάδες ήταν οι άνδρες που αποφάσισαν να καταφύγουν αντάρτες στα ψηλά και δυσπρόσιτα βουνά της περιοχής προκειμένου με ελάχιστα μέσα να αντιταχθούν στους Τούρκους. Το ίδιο έκαναν και οι Αρμένιοι, όμως μέχρι το 1916 οι Τούρκοι είχαν αντιμετωπίσει τον κίνδυνο αυτό. Πώς; Mε την Γενοκτονία των Αρμενίων. Πλέον το πεδίο για τον Μουσταφά Κεμάλ ήταν ελεύθερο. Ωστόσο οι Πόντιοι δεν ήταν εύκολος αντίπαλος με συνέπεια οι αντάρτες να καταφέρουν αποφασιστικά χτυπήματα στον οργανωμένο εθνικιστικό στρατό, ενώ από το 1919 έτρεφαν πολλές ελπίδες με τη δημιουργία του Ποντοαρμενικού κράτους αλλά και την παρουσία του ελληνικού στρατού στην Μικρά Ασία.   

Οι αντάρτες οργανώνονταν κυρίως σε μικρές ομάδες 15 έως 30 ατόμων για να είναι ευκολότερη η μετακίνησή τους αλλά και η συντήρηση των ανδρών. Όπως διαβάζουμε στο συμπλήρωμα της Ιστορίας του Ελληνικού Έθνους του Κωνσταντίνου Παπαρρηγόπουλου, υπολογίζεται πως περίπου το 1921 οι Πόντιοι αντάρτες στο σύνολό τους ανέρχονταν σε πάνω από 12.000 άνδρες. Ένας μεγάλος για την εποχή αριθμός ατάκτων σκληροτράχηλων πατριωτών μαχητών στα νώτα της στρατιάς του Κεμάλ δεν αξιοποιήθηκε από τα ελλαδικά επιτελεία. Το βραχύβιο όμως Ποντοαρμενικό κράτος και η ελάχιστη βοήθεια από τις ελληνικές κυβερνήσεις, επέτρεψε στον Κεμάλ να προχωρήσει στην «τελική λύση». Ενώ αρχικά οι Έλληνες της περιοχής είχαν την αρωγή των Ρώσων, όλα άλλαξαν μόλις ήρθαν στην εξουσία οι Μπολσεβίκοι οι οποίοι βοήθησαν απροκάλυπτα τους Τούρκους με κάθε μέσο. Στον ίδιο δρόμο και οι Γερμανοί οι οποίοι προμήθευαν με πολεμικό υλικό και πάσης φύσεως εφόδια τις ορδές του Κεμάλ. Καθ' όλη την διάρκεια της παραμονής του ελληνικού στρατού στην ενδοχώρα της Ανατολίας, ο Κεμάλ απασχολούσε τους Έλληνες με αντάρτικες επιθέσεις, ενώ ταυτόχρονα είχε την δυνατότητα να σφαγιάζει ολόκληρα χωριά στον Πόντο. Χαρακτηριστικό είναι πως μέχρι την Μικρασιατική Καταστροφή, περίπου 200.000 Πόντιοι είχαν χάσει την ζωή του, ενώ σύμφωνα με άλλους ιστορικούς ο αριθμός μπορεί να ξεπερνά και τις 350.000! Οι Πόντιοι έψαξαν για νέες πατρίδες, έτσι κατέφυγαν στην νότια Ρωσία αλλά και στην μητέρα Ελλάδα με την ανταλλαγή των πληθυσμών, ξεκινώντας μία νέα ζωή ενώ έδωσαν μία σημαντική πληθυσμιακή ανάσα στην γη της Μακεδονίας και της Θράκης».
ΗΜΕΡΑ ΕΘΝΙΚΗΣ ΜΝΗΜΗΣ 

Για ημέρα εθνικής μνήμης, γιατί δεν «υπάρχει ποντιακό σπίτι χωρίς έστω ένα θύμα της Γενοκτονίας», μίλησε η πρόεδρος του συλλόγου Ποντίων Θρυλορίου «Κερασούντα και Γαρς» Χρύσα Μαυρίδου. «Θα συνεχίσουμε τον αγώνα μας για την αναγνώριση γιατί αυτή η δικαίωση θα έρθει κάποια στιγμή. Εμείς και όσοι λαοί έχουν ζήσει αυτή τη θηριωδία φωνάζουν για την αναγνώριση μόνο και μόνο για να μην ξαναζήσει η ανθρωπότητα τέτοιες τραγικές στιγμές», σημείωσε η πρόεδρος. 

Να σημειωθεί αμέσως μετά την ολοκλήρωση της ομιλίας του μητροπολίτη Μαρωνείας και Κομοτηνής, ακολούθησε ολονυκτία στο μνημείο του μητροπολίτη Τραπεζούντας Χρύσανθου.
 
Όλγα Τσιούλφα 

Ακολουθήστε το xronos.gr στο Google News

Ροή Ειδήσεων

xronos
xronos.gr

ΑΡ. ΜΗΤ: 232265

mit-logo