Το χρονικό της απελευθέρωσης Κομοτηνής και Σαπών περιγράφει ο αγωνιστής της αντίστασης Θανάσης Θεοδοσιάδης
Σχεδόν 70 χρόνια αγωνιστής από το 1943 έως και σήμερα ο συμπολίτης μας Θανάσης Θεοδοσιάδης, μέλος του ΔΣ της Πανελλήνιας Ένωσης Αγωνιστών Εθνικής Αντίστασης και Δημοκρατικού Στρατού Ελλάδας(ΠΕΑΕΑ -ΔΣΕ) και πρόεδρος του παραρτήματος Κομοτηνής γνωρίζει από πρώτο χέρι στην ιστορική πορεία του τόπου μας. Από τα 17 του χρόνια οργανώθηκε σε ομάδες με σκοπό την αντίσταση και την υπεράσπιση της πατρίδας. Εξήντα εννιά χρόνια μετά την απελευθέρωση της Κομοτηνής και των Σαπών από τα βουλγαρικά στρατεύματα κατοχής ο κ. Θεοδοσιάδης θυμάται και επιδιώκει να μάθουν οι νεότεροι την ιστορία του τόπου τους. Εξάλλου, όπως είπε, όσοι δεν γνωρίζουν την ιστορία τους δεν μπορούν να προχωρήσουν.
ΕΝΑ ΑΣΦΥΚΤΙΚΟ ΚΑΘΕΣΤΩΣ ΒΙΑΣ ΚΑΙ ΤΡΟΜΟΥ
Κατά τη διάρκεια του Β παγκοσμίου πολέμου η Ροδόπη αποτέλεσε πυρήνας αντίστασης κατά των κατακτητών. Η σκλαβιά, ο φόβος, η τρομοκρατία ένωσε τους πολίτες σε ένα σκοπό, την αποτίναξη του ζυγού. Η περιοχή μας, όπως έκανε γνωστό ο κ. Θεοδοσιάδης, περιγράφοντας τα γεγονότα της εποχής, είχε προσαρτηθεί από την Βουλγαρία σαν αντάλλαγμα για να προσχωρήσει στον φασιστικό άξονα, αλλά και γιατί επέτρεψε να περάσουν τα γερμανικά στρατεύματα από το έδαφός της για να κατεβούν στο Αιγαίο. Δεν ήταν απλώς μία ξένη κατοχή από ξένα στρατεύματα, αλλά ήταν μία προσπάθεια ενσωμάτωσης από το τότε βουλγαρικό κράτος. Εγκαταστάθηκαν βουλγαρικές αρχές παντού και στο τελευταίο χωριό ήρθαν έποικοι, εγκαθιδρύθηκε με δύο λόγια ένα ασφυκτικό καθεστώς βίας και τρόμου.
.jpg)
ΑΡΧΙΣΑΝ ΝΑ ΣΥΓΚΡΟΤΟΥΝ ΤΟΥΣ ΠΡΩΤΟΥΣ ΠΥΡΗΝΕΣ ΑΝΤΙΣΤΑΣΗΣ
Οι ελληνικές αρχές και όλοι σχεδόν οι προύχοντες του νομού είχαν φύγει πριν την γερμανική εισβολή, που όπως είναι γνωστό έγινε στις 6 Απρίλη 1941, παρά την ηρωϊκή αντίσταση των υπερασπιστών του φρουρίου της Νυμφαίας. Τιμητική εξαίρεση αποτέλεσε ο μητροπολίτης Βασίλειος, ο οποίος μάλιστα την ημέρα του Αγίου Γεωργίου μίλησε στον ομώνυμο ναό της Κομοτηνής πατριωτικά. Γι’ αυτό την επόμενη τα βουλγαρικά στρατεύματα κατοχής τον απέλασαν. Αμέσως σχεδόν μετά την υποδούλωση της πατρίδας μας άρχισε ο απελευθερωτικός αγώνας και στο νομό μας. Από το καλοκαίρι ακόμα του 1941, μέλη και στελέχη του ΚΚΕ που μόλις είχαν επιστρέψει από το αλβανικό μέτωπο, πήραν την πρωτοβουλία και σε συνεργασία με άλλους πατριώτες, ανεξάρτητων πολιτικών πεποιθήσεων που ενστερνίζονταν τους σκοπούς του εθνικοαπελευθερωτικού αγώνα, άρχισαν να συγκροτούν τους πρώτους πυρήνες αντίστασης. Τέτοιες οργανώσεις σε σύντομο χρονικό διάστημα με πολλούς κινδύνους, αλλά μεθοδικά και βασανιστικά, έγιναν σε όλα σχεδόν τα χωριά του νομού. Στην πορεία, καθοδηγητικό κέντρο αναδείχτηκαν οι Σάπες με υπεύθυνο τον Ορέστη Καπλάνη, τον θρυλικό Υψηλάντη.
Στις 14 Σεπτέμβρη του 1944 έγινε η παράδοση της Κομοτηνής, σε μία ομάδα ΕΛΑΣιτών που κατέβηκαν από ένα χωριό της Γρατινής. Νωρίτερα, στις 9 Σεπτεμβρίου του 1944 τα σοβιετικά στρατεύματα έφτασαν στη Βουλγαρία και από την επομένη οι αντιστασιακές οργανώσεις ξεκίνησαν επαφές προκειμένου να παραδοθεί η πόλη από τους Βούλγαρους. Οι επαφές είχαν αίσιο τέλος για τον τόπο, αφού οι Βούλγαροι συμφώνησαν να την παραδώσουν σε μία αντιπροσωπεία του ΕΛΑΣ. «Η αντιπροσωπεία αυτή ξεκίνησε από ένα χωριό πάνω από τη Γρατινή. Μπήκαν από την πλευρά του Αλ Κογιού και προχωρούσαν την οδό Αδριανουπόλεως, όπου ξεδίπλωσαν την ελληνική σημαία. Όσοι ήταν παρόντες άρχισαν να ζητωκραυγάζουν και φτάνοντας στο εκκλησάκι της Αγίας Παρασκευής ο κόσμος άρχισε να συγκεντρώνεται γύρω τους. Έγιναν εκατοντάδες και χιλιάδες έως ότου φτάσει η ομάδα στην πλατεία της πόλης».
Η αντιπροσωπεία στην οποία παραδόθηκε η Κομοτηνή αποτελούνταν από τον επικεφαλής Γιάννη Χαραλαμπίδη από την Καβάλα, τον Γιώργη Σμαραγδά από την Μαρώνεια, τον Δημήτρη Τερζίδη από τη Ν. Πέτρα, τον Δημήτρη Μπαμπίδη από την Κομοτηνή και τον Γιάννη Καραλεξίδη από τις Σάπες. «Αυτή η επιτροπή κατευθύνθηκε στο κτίριο της τότε νομαρχίας και ζήτησε την παράδοση της πόλης. Είπε μάλιστα ότι 20.000 αντάρτες είχαν περικυκλωμένη την Κομοτηνή, αν και στην πραγματικότητα οι αντάρτες που είχαν μείνει τότε στην Κομοτηνή ήταν μόλις 17 άτομα. Εκείνη την στιγμή έφτασε και ένας αξιωματικός του βουλγαρικού στρατού ο οποίος ήταν μέλος της επαναστατικής επιτροπής. Από εκεί όλοι μαζί κατευθύνθηκαν στην πλατεία όπου ο κόσμος είχε συγκεντρωθεί». Η συνομιλία εκείνη τη μοιραία μέρα συνεχίστηκε στο ξενοδοχείο Αστόρια και έτσι παραδόθηκε η Κομοτηνή.
Βασανιστήρια, σκληρές μάχες και έναν ύπουλο πόλεμο έπρεπε να αντέξουν οι πολίτες. Η πρώτη πράξη των αντιστασιακών οργανώσεων που είχαν δημιουργηθεί ήταν να κρατήσουν υψηλό το πατριωτικό φρόνημα του λαού για να μην πετύχει το ιδιόμορφο δημοψήφισμα που διοργάνωσαν οι βουλγαρικές αρχές με τις περίφημες δηλώσεις πολιτογράφησης με προφανή σκοπό να αφομοιώσουν μέρος του πληθυσμού. Το σύνθημα τότε ήταν, "να μην πολιτογραφηθεί κανείς Βούλγαρος"!
Οι κατακτητές δεν έμειναν με σταυρωμένα τα χέρια. Για να εμποδίσουν τον ξεσηκωμό που απλώνονταν ραγδαία, απάντησαν με συλλήψεις, βασανιστήρια, εκτοπίσεις, επιστρατεύσεις και δημιουργία ταγμάτων εργασίας, ακόμη και εκτελέσεις σε ορισμένα χωριά του νομού. Μαζικές συλλήψεις έγιναν το 1942 και το 1943, αλλά οι πιο εκτεταμένες και οι πιο μαζικές έγιναν τον Μάρτιο του 1944, με άγρια βασανιστήρια δίκες και καταδίκες και πολλές σε θάνατο. «Δεν ήταν μία απλή κατοχή από ξένα στρατεύματα ήταν προσάρτηση. Οι Βούλγαροι έφεραν όλες τις αρχές μέχρι και κλητήρας της κοινότητας ήταν Βούλγαρος». Έφεραν εποίκους στα χωριά της Ροδόπης είπε ο κ. Θεοδοσιάδης. Μάλιστα στον τόπο καταγωγής του, τους Προσκυνητές, είχαν μεταφερθεί 48 οικογένειες. Μετακίνησαν βίαια τους κατοίκους από τα σπίτια τους και σφετερίστηκαν εκτός από τις οικίες και τα χωράφια τους. Εγκαθίδρυσαν ένα σκληρό καθεστώς με θύματα στην Ξυλαγανή 29 άτομα, στις Σάπες άλλα 10, περίπου 10 στο Κόσμιο και πολλά άλλα γνωστά και άγνωστα θύματα.
Η τοπική κοινωνία οφείλει να αναγνωρίσει τον αγώνα τους, αλλά κυρίως να τιμά την ιστορία της.
Όλγα Τσιούλφα
Ακολουθήστε το xronos.gr στο Google News