ΜΕ ΤΟ ΕΚΠΛΗΚΤΙΚΟ ΖΕΙΜΠΕΚΙΚΟ ΤΟΥ ΜΑΝΟΥ ΛΟΙΖΟΥ

Ευδοκία : 40 χρόνια από την ταινία ορόσημο του ελληνικού κινηματογράφου

01/09/12 - 12:00

Μοιραστείτε το

Ο εκ των πρωταγωνιστών ηθοποιός Χρήστος Ζορμπάς θυμάται και μοιράζεται τις σκέψεις του στο «Χ» Την χαρακτήρισαν ως την πιο ερωτική ταινία με το κορυφαίο ζεϊμπέκικο του  Μάνου Λοϊζου Ο αγνός έρωτας μιας πόρνης μ’ ένα στρατιώτη.. Η πρόταση γάμου του λοχία στην Ευδοκία ύστερα από λίγες ώρες γνωριμίας, οι διαδοχικοί καβγάδες και οι επανασυνδέσεις του ζευγαριού.. Γράφει η Μελαχροινή Μαρτίδου

Η Ευδοκία, η ταινία του Αλέξη Δαμιανού που κέρδισε βραβείο α' γυναικείου ρόλου με την Μαρία Βασιλείου το 1971 στο Φεστιβάλ Θεσσαλονίκης και έγινε γνωστή για το μουσικό θέμα της, ένα ζεϊμπέκικο που έγραψε ο Μάνος Λοΐζος συμπληρώνει μια δική της επέτειο 40 χρόνια από την προβολή της στους κινηματογράφους. 

Η ταινία κέρδισε συνολικά εκτός από το Πρώτο βραβείο γυναικείου ρόλου,το βραβείο των Cineclubs της Γαλλίας το 1971 καθώς και το «Χρυσό Απόλλωνα» των Ελλήνων Κριτικών, που το 1985 ανακήρυξαν την «Ευδοκία» ως την «καλύτερη ελληνική ταινία όλων των εποχών». Διαδραμματίζεται σ΄ένα χωριό της Θράκης, ο Γιώργος, λοχίας, θα γνωρίσει την Ευδοκία σε ένα καφενείο. Σκνίπα ο Γιώργος θα χορέψει ζεϊμπέικο αφιερωμένο γι' αυτή. Ο αρραβωνιαστικός της Ευδοκίας αντιδρά και γίνεται καυγάς. Την επόμενη μέρα η Ευδοκία διώχνει τον αρραβωνιαστικό της για χάρη του Γιώργου. Συναντιούνται και αποφασίζουν να παντρευτούν. Την ημέρα του γάμου ο Γιώργος δεν μπορεί να πάρει άδεια, βγαίνει κρυφά αλλά έρχεται καθυστερημένος. Ο γάμος αναβάλλεται.


Μια ταινία γοητευτική γεμάτη αντιφάσεις

Η αναζήτηση στο ίντερνετ μας φέρνει σε προσωπικές μαρτυρίες που αναρτούνται από θεατές που καταθέτουν τον προσωπικό τους συγκλονισμό για την ταινία:
 «…Έτυχε και ξανάδα σήμερα την ταινία στο θερινό σινεμά της γειτονιάς μου. Θεωρώ πως είναι η καλύτερη ελληνική ταινία και η πιο ερωτική που έχω δει. Μια νεαρή πόρνη, η Ευδοκία, που ζει σε μια ξεχασμένη συνοικία κι ένας λοχίας που υπηρετεί τη θητεία του στο στρατόπεδο που υπάρχει εκεί γύρω ερωτεύονται και κάποια στιγμή παντρεύονται. Όμως, ο έρωτάς τους, η ζωή τους, είναι ναρκοθετημένα από παντού. Το περιβάλλον της Ευδοκίας προσπαθεί να βρει τρόπο να επαναφέρει την τάξη ,ενώ ο λοχίας βρίσκεται σε μια συνεχή εσωτερική πάλη γιατί ενώ έλκεται απ ’τη γυναίκα Ευδοκία, απωθείται απ? την πόρνη Ευδοκία. Οι δύο συγκρούσεις, της Ευδοκίας με το περιβάλλον της και του λοχία με τον εαυτό του οδηγούνται προς την τραγική τους έκβαση όταν φτάνουν στην κορύφωση..

Οι πρωταγωνιστές Μαρία Βασιλείου και Γιώργος Κουτούζης αν και ερασιτέχνες ήταν εκπληκτικοί. Ο Αλέξης Δαμιανός εξομολογείται στον νεαρό, τότε, βοηθό του Λάκη Παπαστάθη: «Είδες πώς παίζουν; Κανείς επαγγελματίας ηθοποιός δεν θα μπορούσε να παίξει έτσι. Γιατί είναι φθαρμένοι, οι περισσότεροι, από την ημέρα που αρχίζουν να γίνονται ηθοποιοί. Τους βαραίνει η ημιτελής κουλτούρα, η ατελής εκπαίδευση, αλλά κι ένας θεσμός ανεύθυνων δασκάλων, που οδηγεί ακόμα και τους ταλαντούχους στην ύπνωση του ενστίκτου». 

H ταινία είναι γεμάτη αντιφάσεις. Ο αγνός έρωτας μιας πόρνης μ?ένα στρατιώτη..Η πρόταση γάμου του λοχία στην Ευδοκία ύστερα από λίγες ώρες γνωριμίας, οι διαδοχικοί καβγάδες και οι επανασυνδέσεις του ζευγαριού..Έτσι δεν είναι το πάθος; Έτσι δεν είναι ο έρωτας και η καψούρα; Α κόμη και όταν ο λοχίας τη σώζει απ? την αυτοκτονία, ακόμα και τότε που οι δυο τους κάνουν σχέδια για το μέλλον, που “τα έχουν βρει”..Τότε έρχεται το τραγικό τέλος..Είναι απορίας άξιο πως ο Δαμιανός κατάφερε να μεταμορφώσει μια απλή ιστορία σε αρχαία τραγωδία. Εισέβαλε στο κέντρο της νεοελληνικής περιπέτειας, ξετρύπωσε την ψυχή της, υπονόμευσε τις αξίες  της(την ιδεολογία της αντιπαροχής και του ρετιρέ). Πλησίασε τον κινηματογράφο με τρόπο υλικό, χωμάτινο. Η κινηματογράφησή του έχει την τραχύτητα του βράχου. 

Το φιλμ παίρνει λοιπόν, τις διαστάσεις συμβόλου, σπάζοντας τα πλαίσια του ρεαλισμού. Επίσης ξεπερνάει και τον-σε πρώτο επίπεδο-νατουραλισμό του, λόγω της έντονα οξυμμένης μορφής που ο νατουραλισμός αυτός παίρνει..Το ζεϊμπέκικο θα μείνει στην ιστορία..«Σήμερον κρεμάται επί ξύλου» έψελνε ψιθυριστά ο Αλέξης Δαμιανός σε πολλά πλάνα γυρισμάτων, για να δημιουργηθεί ατμόσφαιρα? Κι ακριβώς αυτή η ψαλμωδία στάθηκε πηγή έμπνευσης για τον Μάνο Λοΐζο, ώστε να «ανακαλύψει» στο πιάνο – στο σπίτι του σκηνοθέτη ? την θρυλική πια μουσική!

Πηγή 
ΕΠΟΧΗ http://kersanidis.wordpress.com/2007/01/07/synef/

Σκηνοθεσία σενάριο Αλέξης Δαμιανός. Παραγωγή ΕΚΚ, Katamor, Αλέξης Δαμιανός
Πρωταγωνιστές: Μάρω Βασιλείου,  Χρήστος Ζορμπάς, Κούλα Αγαγιώτου, Γιώργος Κουτούζης. Πρώτη προβολή 21 Σεπτεμβρίου 1971.  Μουσική Μάνος Λοΐζος, διάρκεια 92 λεπτά.
O σκηνοθέτης Αλέξης Δαμιανός

Ο Αλέξης Δαμιανός ήταν Έλληνας σκηνοθέτης του θεάτρου, της τηλεόρασης και του κινηματογράφου.Γεννήθηκε το 1921 στην Αθήνα. Σπούδασε στη Δραματική Σχολή Εθνικού Θεάτρου και στη Φιλοσοφική Σχολή Αθηνών. Ιδρυτής του «Πειραματικού Θεάτρου» και του Θεάτρου "Πορεία", όπου σκηνοθέτησε πολλά θεατρικά έργα. Είχε σκηνοθετήσει τρεις ταινίες μεγάλου μήκους που είναι σημαντικότατες για τον ελληνικό κινηματογράφο (η Ευδοκία θεωρείται από πολλούς ως η καλύτερη ελληνική ταινία που έχει γυριστεί ποτέ).Απεβίωσε στις 4 Μαΐου 2006.
Η πρωταγωνίστρια

Η Μαρία Βασιλείου  γεννήθηκε στο Λονδίνο, 16 Σεπτεμβρίου 1950 ? και απεβίωσε στις 5 Ιουλίου 1989) ήταν Κύπρια ηθοποιός του κινηματογράφου. Έγινε γνωστή από τον πρωταγωνιστικό ρόλο στην ταινία του Αλέξη Δαμιανού, Ευδοκία. Έπαιξε σε λίγες μόνο ταινίες, εξ αιτίας της ασθένειάς της.
Ο Χρήστος Ζορμπάς που έπαιξε στην ταινία θυμάται και μας γράφει:
Λόγια αμίλητα υπήρχαν πολλά κατά τα γυρίσματα της ταινίας. Πολλές φορές ο Δαμιανός μια κουβέντα έλεγε κι όλοι καταλαβαίναμε, κι αμέσως παίρναμε μπρος για το γύρισμα. Δεν ξέρω, ίσως να μας είχε συγκινήσει, ίσως να μας είχε μαγέψει, χωρίς μεγάλες κουβέντες στις πρόβες και όλοι δουλεύαμε σαν μια καλοκουρντισμένη μπορώ να πω μηχανή. Για μένα η «Ευδοκία» ήταν μια αγιογραφία που εκείνη τη στιγμή, εγώ τουλάχιστον δεν το καταλάβαινα, ίσως κι άλλοι, αλλά μετά από τόσα χρόνια, φέτος σαράντα, συχνά πυκνά με πιάνουν τα κλάματα όταν την ξαναβλέπω. Δεν ξέρω το γιατί. Δεν είναι που πολλοί μου λένε η χαμένη σου νιότη, όχι, γιατί και πρωτύτερα κι αργότερα υπήρχαν ταινίες της νιότηwς μου, ποτέ το ίδιο δεν μου συμβαίνει. Τώρα δε μείναμε δύο εν ζωή, ο στρατιώτης κι εγώ, ο νταβατζής της Ευδοκίας, ο νταβατζής που δεν την πρόδωσε, γιατί κατά βάθος την αγαπούσε πολύ, κι αυτή την δυσκολία έχουν οι ρόλοι αυτοί των κακών, κι επειδή έχω κάνει αρκετούς αν δεν τους δικαιώσεις σε ρίχνουν στο Καιάδα!

Είχε πολύ στέρεες βάσεις αυτή η ταινία, στέρεες και δύσκολες που όπως η ομάδα επιδείξεων στα στρατόπεδο που κοντεύουν να πάρουν φωτιά οι αρβύλες των φαντάρων!
Ένα ραδίκι σε μια μάντρα από πέτρες, έτσι, αρχινούσε το σενάριο, συμβολικό, κι έλεγες από πού παίρνει νερό και ζει αυτό. Όταν διάβασε το σενάριο ο Χρ. Βαχλιώτης, θεωρητικός του κινηματογράφου, είπε στο Δαμιανό, αυτό είναι ευαγγέλιο, αν το κάνεις ταινία θα το καταστρέψεις κι εκείνος επέμενε και δικαιώθηκε!

Εκείνο που μας δυσκόλεψε πολύ ήταν η Ευδοκία, δεν μπορούσαμε να βρούμε Ευδοκία. Και πόσες και ποιες δεν περάσανε από οντισιόν δεν μπορώ να πω, όπου σε κάποια στιγμή ο Δαμιανός απελπίστηκε και λέει σταματάω, προς το παρόν δεν την κάνω την ταινία και πηγαίνει στο Λονδίνο να βρει τον συμπαραγωγό του. Πέρασαν κάμποσοι μήνες όπου κάποια στιγμή χτυπάει το τηλέφωνό μου και μου λέει Δαμιανός, εγώ κόντευα να το ξεχάσω. 

Ο Δαμιανός είμαι ρε, μπορείς να έρθεις απάνω, εννοούσε στο σπίτι του στην Εκάλη, εκεί που κάναμε πρόβες, έφερα κάτι μου λέει, είχε εμπιστοσύνη στην γνώμη μου, να τη δοκιμάσουμε; Πράγματι, με την πρώτη σκηνή που έκανε η Μαρία Βασιλείου έτσι λεγόταν η μακαρίτισσα η Ευδοκία του λέω, αν θες τη γνώμη, αυτή είναι και δεν ψάχνουμε για άλλη! Αλήθεια ρε μου λέει; Αυτή είναι του ξαναλέω, αυτή είναι ρε! Αυτή ήταν η Ευδοκία, αιωνία της η μνήμη, ήταν Κύπρια και την είχε βρει στο σωματείο κομπάρσων στο Λονδίνο.
Μετά την προβολή της ταινίας, άνθρωποι με σταματάγανε στο δρόμο και μεταξύ σοβαρού και αστείου με λέγανε: Δε μου λες εσύ σκληρέ μάγκα και οι μάγκες κλαίνε για μια γυναίκα; Κλαίνε τους έλεγα, κλαίνε και μάλιστα μ? αναφιλητά! Γελάγανε! Ήταν η σκηνή που είχε ο νταβατζής έξω από το σπίτι της Ευδοκίας και περίμενε να βγει έστω και στο παράθυρο για να την δει και να της δώσει πίσω τα κοσμήματά της. Εκεί ήταν λοιπόν που τον έπιασε ένα κλάμα μ? αναφιλητά και στο τέλος ακουμπούσε πάνω στην τρίκυκλη μηχανή του, σαν την μόνη πιστή του! Σκηνές καταπληκτικές. Δεν είναι τυχαίο βέβαια που όλοι οι Έλληνες σκηνοθέτες την χαρακτήρισαν σαν την καλύτερη ταινία των εκατό τελευταίων χρόνων! 
Αλλά πάλι, κυρίως γυναίκες με σταματούσαν και δεν ξέρω γιατί ήθελαν να τους διαβάσω, να τους πω απ? έξω δηλαδή το γράμμα που έστειλα στην Ευδοκία ? Κουκλάρα μου κλπ και μ? αυτό το γράμμα ήταν η πρώτη μου επαφή με τον Δαμιανό όταν έψαχνε για τον νταβατζή και πήγα κι εγώ και μου έβαλε να του πρωτοδιαβάσω εκείνο το γράμμα και είπε στους συνεργάτες του: Ρε σεις καλός είναι αυτός, να τον πάρουμε! Κι έτσι έγινε! Τύχη αγαθή ήταν αυτή η συνάντηση; Μπορεί. Αν ήταν έτσι την ευχαριστώ την τύχη, που φαίνεται ότι εκείνη, την στιγμή έλειπε! Τι να πω!

Όσο για τα χρήματα κανείς δεν το συζητούσε. Όλοι είχαμε παρασυρθεί στη μαγεία αυτής της ταινίας που δεν μπορούσαμε ακόμα να καταλάβουμε κι ο μόνος που ήξερε τι έκανε ήταν ο Δαμιανός.

Στα δε διαλείμματα είχαμε συσσίτιο ας πούμε, διάφορα κεφτεδάκια και άλλες νοστιμιές που μας έφερνε η μακαρίτισσα κι αυτή, η γυναίκα του Δαμιανού. Και κάποτε η μαγεία αυτή των γυρισμάτων έφτασε στο τέλος της, όπου σε κάποια στιγμή με ρωτάει ο Δαμιανός: Ρε Ζορμπά με μουσική τι θα κάνουμε; Εμένα ρωτάς ρε Δαμιανέ του λέω, εσύ είσαι σκηνοθέτης και παραγωγός, εμένα ρωτάς; Τι να σου πω του λέω, έχουμε τόσους μεγάλους μουσικούς, μου λέει, λεφτά δεν υπάρχουν για να πληρώσω, τι να κάνω; Άκου να δεις του λέω, πριν από λίγο καιρό μου γνώρισε κάποια φίλη μου έναν μουσικό που ήταν χρόνια στο Λονδίνο και πρόσφατα γύρισε στην Αθήνα και μάλιστα τώρα τελευταία κυκλοφόρησε κι έναν δίσκο «ο Σταθμός» λέγεται, τον λένε Μάνο Λοΐζο. Δεν τον ξέρω μου λέει, ούτε τον έχω ακουστά. Κοίτα να δεις του λέω, δώσε μου ένα σενάριο να του το δώσω να το διαβάσει και βλέπουμε. Εντάξει ρε. Άντε να δούμε? 

Την άλλη μέρα πήγα στο σπίτι του Μάνου, τούδωσα το σενάριο, του είπα ότι την ταινία την κάνει κάποιος Ελ. Δαμιανός, δεν τον ήξερε βέβαια και πώς να τον ξέρει βέβαια, τέλος πάντων του λέω διάβασε το σενάριο και πάρε με τηλέφωνο. Έτσι κι έγινε. Το ίδιο βράδυ κιόλας ο Μάνος με πήρε τηλέφωνο. Ρε συ μου λέει τι πράμα είναι αυτό. Αύριο κιόλας πάμε να μου γνωρίσεις τον Δαμιανό και πήγαμε σπίτι του. Εκεί ο Δαμιανός του είπε τι ακριβώς ήθελε και σε ποια σημεία της ταινίας ήθελε μουσική κι ένα ζεϊμπέκικο, γιατί κατά το γύρισμα η σκηνή αυτή γινότανε μ? ένα ζεϊμπέκικο του Βαμοδακάρη, μετά ο Λοΐζος έγραψε το γνωστό σε όλους ζεϊμπέκικο της Ευδοκίας. 

Γυρίσαμε με το Μάνο στην Αθήνα και πήγε ο καθένας σπίτι του. Τώρα πόσες φορές μετά ξαναβρεθήκανε με τον Δαμιανό δεν ξέρω. Πάντως παιδεύτηκε μερικούς μήνες, καλοκαίρι ήτανε, ο Λοΐζος για την μουσική, νομίζω πως ήταν και η πρώτη του ταινία και ειδικά για το ζεϊμπέκικο της Ευδοκίας απ? ότι μούλεγε μετά, τόγραψε και το ξανάγραψε αρκετές φορές και βγήκε από πού βγήκε κι έμεινε!

Τέλος, κάποια στιγμή η ταινία ήταν έτοιμη για προβολή και αποφασίστηκε να πάει και στο φεστιβάλ Θεσσαλονίκης. Και πήγαμε στην Σαλονίκη, ο Δαμιανός, ο Μάνος κι εγώ, η Ευδοκία και ο λοχίας δεν ήταν, δεν ξέρω γιατί. Πήγαμε γυμνοί και ξεβράκωτοι που λένε, χωρίς τίποτα, ούτε μια φωτογραφία δεν είχαμε από τα γυρίσματα, κι ο Δαμιανός πήγαινε πρώτη φορά κι αυτός σε φεστιβάλ, ούτε καν ταμπλό δεν ξέραμε ότι χρειάζεται έξω από την αίθουσα προβολής να λέμε τι ταινία θα προβληθεί, φωτογραφίες κλπ. Οπότε η γυναίκα του Δαμιανού κατέβηκε στην Αθήνα, μάζεψε ότι φωτογραφικό υλικό βρήκε στο σπίτι, το έφερε και κάναμε ένα διαφημιστικό ταμπλό την ίδια μέρα της προβολής της ταινίας.

Το βράδυ που πηγαίναμε για την προβολή, κουβαλάγαμε τις κομπίνες της ταινίας στα χέρια. Φτάνοντας εκεί και μπαίνοντας μέσα η αίθουσα ήταν ασφυκτικά γεμάτη και μη βρίσκοντας θέση στην πλατεία ανεβήκαμε επάνω στο θεωρείο. Καλύτερα μου λέει ο Δαμιανός, γιατί άμα μας πάρουν στο γιούχα να μην ξέρουν που καθόμαστε και να την κοπανίσουμε. Άρχισε λοιπόν η προβολή και κάτι περιμέναμε. Τίποτα! Έγινε διάλειμμα τίποτα, ένας ψίθυρος χαμηλός μόνο ακουγόταν στην αίθουσα. Μου λέει ο Δαμιανός δίπλα μου. Πώς τα βλέπεις ρε; Ξέρω γω του λέω, μήπως ξανάρθα σε φεστιβάλ στο τέλος θα δούμε. Κι άρχισε το δεύτερο μέρος. Τέλειωσε η ταινία, τίποτα. Σιγή ιχθύος που λένε. Πέρασαν περίπου πέντε λεπτά, τίποτα! Ειλικρινά θυμάμαι εκείνες τις στιγμές κι ανατριχιάζω! Και ξαφνικά αρχίζει ένα χειροκρότημα που δεν μπορώ να πω πόσο κράτησε και να φωνάζει ο κόσμος Δαμιανός, Δαμιανός? όπου μας ξετρύπωσαν στο θεωρείο και σηκωθήκαμε και χαιρετούσαμε τον κόσμο από κει πάνω.

Περιμέναμε να αδειάσει η αίθουσα και βγήκαμε τελευταίοι. Στο χωλ μας περίμενε ο Τζέιμς ο Πάρις, ένας παραγωγός που ήταν κι αυτός στο φεστιβάλ με μια δική του ταινία με τίτλο «Οι γενναίοι του Βορρά» και γονατίζει που λέτε μπροστά στο Δαμιανό, σκύβει το  κεφάλι και του λέει, πάτα με ρε, πάτα με ρε, αυτή είναι ταινία, έπρεπε νάχω τις φωτογραφίες μαζί μου, και μας πήγε στο Κρικέλα και μας έκανε το τραπέζι. Στιγμές αξέχαστες κι αλησμόνητες!
Στη Μαρία ? Ευδοκία της δώσανε το πρώτο βραβείο και τα άλλα τα μοιραστήκανε, βλέπεις από πάντα στην Ελλάδα δουλεύαν τα κυκλώματα. Η «Ευδοκία» όμως από τότε πήρε τη μεγάλη στράτα, πήγε Παρίσι, πήρε βραβείο και δεν ξέρω που αλλού, γιατί δεν τα πρόλαβα και όλα τα φεστιβάλ, είχαν ήδη τελειώσει. Φύγανε όλοι, όλοι τους?
Πού είσαι Δαμιανέ ψάχναμε για τον τίτλο της ταινίας και ο ένας δεν μας άρεσε, ο άλλος δεν μας ταίριαζε και στο τέλος έβαλες το όνομα της μάνας «Ευδοκία».
Ποιος ξέρει, μπορεί κάπου, κάποτε, σε κάποιο σοκάκι έτσι χωρίς οδό και αριθμό, γιατί σε σοκάκια και αλάνες γυρίστηκε η ταινία, κάπου να συναντηθούμε πάλι όλοι μαζί κι εκεί να χορέψουμε ξανά το ζεϊμπέκικο της «Ευδοκίας».

Ακολουθήστε το xronos.gr στο Google News

Ροή Ειδήσεων

xronos
xronos.gr

ΑΡ. ΜΗΤ: 232265

mit-logo