Οι κάδοι αδειάζουν κάθε μέρα από τους σκληρά εργαζόμενους στις υπηρεσίες καθαριότητας, όμως το θέμα μένει εκεί. Σπανίως, όπως διαπιστώνεται από τη μυρωδιά, πλένονται ΡΕΠΟΡΤΑΖ Όλγα Τσιούλφα
Εάν η καθαριότητα είναι μισή αρχοντιά...τότε στην Κομοτηνή έχουμε πρόβλημα. Ακόμα και τώρα που η πόλη άδειασε από τους φοιτητές της και από εκατοντάδες άλλους μόνιμους κατοίκους που μετακινήθηκαν στις παραθεριστικές τους κατοικίες. Όσοι μείναμε πίσω είμαστε αναγκασμένοι να αναπνέουμε την βρώμα των κάδων απορριμμάτων που είναι συνήθως ανοικτοί στις γειτονιές και στο κέντρο της πόλης. Φυσικά αυτό δεν είναι καλοκαιρινό φαινόμενο, αλλά γίνεται έντονο λόγω των υψηλών θερμοκρασιών.
Οι κάδοι απορριμμάτων εξυπηρετούν καταστηματάρχες και νοικοκυριά. Εκεί ρίχνουν τα σκουπίδια τους τα καταστήματα και οι κάτοικοι, οι κάδοι αδειάζουν κάθε μέρα από τους σκληρά εργαζόμενους στις υπηρεσίες καθαριότητας, όμως το θέμα μένει εκεί. Σπανίως, όπως διαπιστώνεται από τη μυρωδιά, πλένονται. Ακόμα πιο σπάνια αντικαθιστώνται, γιατί κάτι τέτοιο θα ήταν ασύμφορο. Το αποτέλεσμα είναι προφανές. Από τη δημοτική αγορά έως την αρχή της Βενιζέλου και από εκεί, στην Ορφέως, στην Αγίου Γεωργίου και στη Ν. Ζωίδη όπου και αν βρίσκεται κανείς το διαπιστώνει. Είναι αδύνατο να σταθεί μπροστά από έναν κάδο απορριμμάτων, ή έστω να περάσει από δίπλα χωρίς να νιώσει την έντονη δυσωδία που αποπνέουν. Δεν είναι ανάγκη να είναι γεμάτοι, δεν έχει σημασία εάν είναι μπλε ή κόκκινοι.
Την κατάσταση δυσκολεύει ακόμα περισσότερο το γεγονός ότι παραμένουν ανοικτοί σε όλη τη διάρκεια της ημέρας, κάτω από τον καυτό ήλιο. Ασχέτως εάν οι υπάλληλοι της καθαριότητας τους επανατοποθετούν στη θέση τους με κλειστά τα καπάκια, οι κάδοι στο τέλος είναι ανοικτοί, αφού όλο και κάποιος ο οποίος πέταξε τα σκουπίδια του, αμέλησε να επαναφέρει το καπάκι. Από την άλλη βέβαια συχνό είναι το φαινόμενο συνάνθρωποι μας να ψάχνουν τα σκουπίδια για φαγητό ή υλικά που μπορούν να πουλήσουν για να βγάλουν ένα μεροκάματο. Και σε αυτή την περίπτωση το αποτέλεσμα είναι ίδιο.
Η Κομοτηνή όπως και άλλοι δήμοι της χώρας χρησιμοποιεί τους βυθιζόμενους κάδους σε σημεία της πόλης και πλατείες με έντονη δραστηριότητα. Ο πεζόδρομος της ΜΜ Βασιλείου καθώς και η οδός Ορφέως μπροστά στις δημοτικές τουαλέτες, έχει βυθιζόμενους κάδους, ωστόσο τα συστήματα αυτά, αν και θα αποτελούσαν λύση για το κέντρο της πόλης, δεν κάλυψαν τις ανάγκες. Το αποτέλεσμα είναι εκτός από τους βυθιζόμενους κάδους να τοποθετηθούν και άλλοι κάδοι για την ανακύκλωση συσκευασιών και εσχάτως γυαλιού, οι γνωστοί κώδωνες, επιδεινώνοντας στην ουσία το πρόβλημα. Δυστυχώς τα συμβατικά σκουπίδια απορρίπτονται και σε αυτούς, από πολίτες που είτε δε γνωρίζουν είτε κάνουν πως δεν γνωρίζουν τη χρήση τους.
Οι κάδοι απορριμμάτων, ειδικά το καλοκαίρι αποτελούν εστίες μόλυνσης. Εκτός από τον δήμο που θα έπρεπε να φροντίσει για τον καθαρισμό τους, ευθύνη έχουν οι πολίτες και οι καταστηματάρχες οι οποίοι φροντίζοντας να απαλλάξουν το χώρο τους από τα σκουπίδια, δυστυχώς κάνουν ό,τι μπορούν για να κάνουν ανυπόφορη την καθημερινότητα όλων.
Οι κάδοι απορριμμάτων εξυπηρετούν καταστηματάρχες και νοικοκυριά. Εκεί ρίχνουν τα σκουπίδια τους τα καταστήματα και οι κάτοικοι, οι κάδοι αδειάζουν κάθε μέρα από τους σκληρά εργαζόμενους στις υπηρεσίες καθαριότητας, όμως το θέμα μένει εκεί. Σπανίως, όπως διαπιστώνεται από τη μυρωδιά, πλένονται. Ακόμα πιο σπάνια αντικαθιστώνται, γιατί κάτι τέτοιο θα ήταν ασύμφορο. Το αποτέλεσμα είναι προφανές. Από τη δημοτική αγορά έως την αρχή της Βενιζέλου και από εκεί, στην Ορφέως, στην Αγίου Γεωργίου και στη Ν. Ζωίδη όπου και αν βρίσκεται κανείς το διαπιστώνει. Είναι αδύνατο να σταθεί μπροστά από έναν κάδο απορριμμάτων, ή έστω να περάσει από δίπλα χωρίς να νιώσει την έντονη δυσωδία που αποπνέουν. Δεν είναι ανάγκη να είναι γεμάτοι, δεν έχει σημασία εάν είναι μπλε ή κόκκινοι.
Την κατάσταση δυσκολεύει ακόμα περισσότερο το γεγονός ότι παραμένουν ανοικτοί σε όλη τη διάρκεια της ημέρας, κάτω από τον καυτό ήλιο. Ασχέτως εάν οι υπάλληλοι της καθαριότητας τους επανατοποθετούν στη θέση τους με κλειστά τα καπάκια, οι κάδοι στο τέλος είναι ανοικτοί, αφού όλο και κάποιος ο οποίος πέταξε τα σκουπίδια του, αμέλησε να επαναφέρει το καπάκι. Από την άλλη βέβαια συχνό είναι το φαινόμενο συνάνθρωποι μας να ψάχνουν τα σκουπίδια για φαγητό ή υλικά που μπορούν να πουλήσουν για να βγάλουν ένα μεροκάματο. Και σε αυτή την περίπτωση το αποτέλεσμα είναι ίδιο.
Η Κομοτηνή όπως και άλλοι δήμοι της χώρας χρησιμοποιεί τους βυθιζόμενους κάδους σε σημεία της πόλης και πλατείες με έντονη δραστηριότητα. Ο πεζόδρομος της ΜΜ Βασιλείου καθώς και η οδός Ορφέως μπροστά στις δημοτικές τουαλέτες, έχει βυθιζόμενους κάδους, ωστόσο τα συστήματα αυτά, αν και θα αποτελούσαν λύση για το κέντρο της πόλης, δεν κάλυψαν τις ανάγκες. Το αποτέλεσμα είναι εκτός από τους βυθιζόμενους κάδους να τοποθετηθούν και άλλοι κάδοι για την ανακύκλωση συσκευασιών και εσχάτως γυαλιού, οι γνωστοί κώδωνες, επιδεινώνοντας στην ουσία το πρόβλημα. Δυστυχώς τα συμβατικά σκουπίδια απορρίπτονται και σε αυτούς, από πολίτες που είτε δε γνωρίζουν είτε κάνουν πως δεν γνωρίζουν τη χρήση τους.
Οι κάδοι απορριμμάτων, ειδικά το καλοκαίρι αποτελούν εστίες μόλυνσης. Εκτός από τον δήμο που θα έπρεπε να φροντίσει για τον καθαρισμό τους, ευθύνη έχουν οι πολίτες και οι καταστηματάρχες οι οποίοι φροντίζοντας να απαλλάξουν το χώρο τους από τα σκουπίδια, δυστυχώς κάνουν ό,τι μπορούν για να κάνουν ανυπόφορη την καθημερινότητα όλων.
Ακολουθήστε το xronos.gr στο Google News