Το Σωματείο Ελλήνων υπηκόων απελαθέντων εκ Τουρκίας διοργάνωσε εκδήλωση αφιέρωμα στην Αθήνα, τύπωσε ενημερωτικό έντυπο, ημερολόγιο του 2015 και συλλεκτικούς φακέλους στην μνήμη των απελαθέντων… Συνέντευξη Δήμος Μπακιρτζάκης
Η Mαρίνα Καλούμενου - Κυριακοπούλου έζησε τα γεγονότα του 1955 στην Κων/πολη. Κόρη του αείμνηστου Δημητρού Καλούμενου, φωτογράφου της πατριαρχικής αυλής και του ανθρώπου που κατέγραψε με την μηχανή του, μια ιστορική Λάϊκα, τα αποτρόπαια γεγονότα με θύματα την ελληνική μειονότητα από ένα όχλο Τούρκων βανδάλων, προσπαθεί να διατηρήσει ζωντανή τη μνήμη με το σωματείο Ελλήνων υπηκόων απελαθέντων εκ Τουρκίας που εδρεύει στην Αθήνα. Η ίδια ως πρόεδρος του σωματείου, που έχει τυπώσει και ειδικό αναμνηστικό φάκελο που τιμάται 5 ευρώ, υπενθυμίζει τις απελάσεις του 1964, σήμερα, 50 χρόνια μετά, θέτοντας το ζήτημα του εκπατρισμού της ελληνικής κοινότητας της Κωνσταντινούπολης με την απέλαση και την οριστική εκδίωξή της από την Τουρκία. Παράλληλα κυκλοφόρησε ένα πολύ κατατοπιστικό βιβλίο με όλα τα στοιχεία από την επίσημη καταγραφή των πληθυσμών βάση της συνθήκης της Λωζάνης, την παρουσία της Ελληνορθόδοξης κοινότητας της Πόλης, την ελληνοτουρκική σύμβαση εγκατάστασης εμπορίου και διακίνησης του 1930, το καθεστώς των Εταμπλί εξαιρουμένων της ανταλλαγής Ελληνορθοδόξων, την επιστράτευση σε τάγματα εργασίας, τα αμελέ ταμπουλαρί, το δυσβάστακτο φόρο ευμάρειας 1942-1944, και την κατάστρωση μεθοδικά του σχεδίου εκτοπισμού, μέσω των απελάσεων, των Ελλήνων, αλλά και την προβοκατόρικη στάση του τουρκικού Τύπου με συκοφαντικά και υβριστικά δημοσιεύματα στοχοποιώντας το πατριαρχείο και συνδέοντας τις φρικαλεότητες που γνώρισε ο εκεί ελληνισμός με τα γεγονότα στην Κύπρο και τις ελληνοτουρκικές διαφορές.
.jpg)
Η κ. Καλούμενου μιλώντας στο ράδιο Χρόνος 87,5fm ξεδίπλωσε τη μνήμη της μιλώντας για τις κατάφορες παραβιάσεις της Τουρκίας στη Συνθήκη της Λωζάνης.
«Εγώ έζησα τα γεγονότα του ’55. Ήμουν μικρό παιδί κι έζησα πολύ έντονα την απέλαση του πατέρα μου το ?58 και νωρίτερα το ?57 τη σύλληψή του από την τουρκική ασφάλεια, η οποία χρησιμοποιούσε τα πιο σκληρά αστυνομικά μέτρα. Ο πατέρας μου έμεινε στην ασφάλεια έξι μέρες, τις πρώτες δύο μέρες δεν ξέραμε που είναι… Δεν μας έλεγαν που είναι. Η μητέρα μου, με διάφορες γνωριμίες, βρήκε έναν υψηλόβαθμο Τούρκο αστυνομικό και φυσικά πλήρωσε κάτι και μάθαμε που είναι ο πατέρας μου. Την έκτη μέρα, εγώ είχα εξετάσεις στο σχολείο. Ήμουν στις τάξεις του Γυμνασίου, αλλά τότε κάθε χρόνο δίναμε εξετάσεις, για να περάσουμε από τη μία τάξη στην άλλη. Εγώ δεν ήθελα να πάω σχολείο. Ο κύριος Χατζόπουλος, που ήταν και βουλευτής του τουρκικού Κοινοβουλίου και ήταν ο διευθυντής του Ζαππείου, έστειλε το αυτοκίνητό του και με τη στολή του Ζαππείου με πήραν και πήγα στις εξετάσεις. Το μόνο πράγμα, που μπόρεσα να πω, ήταν το όνομά μου. Καμία ερώτηση δε μπορούσα να καλύψω. Η φίλη μου τους είπε ότι υπάρχει ένα πάρα πολύ σοβαρό οικογενειακό πρόβλημα. Η δασκάλα μας ήταν Τουρκάλα, έδειξε κατανόηση με απάλλαξαν και μου έβαλαν 7. Πέρασα δηλαδή. Από το σχολείο με πήρε η μαμά μου και πήγαμε στη γενική ασφάλεια, η οποία ήταν απέναντι από το σταθμό του Σικερτζί, με άφησε στο καφενείο του κτιρίου, όπου ήταν εκεί μέσα όλα τα αποβράσματα της κοινωνίας: οι χαμάληδες, οι λαθρέμποροι, αυτοί που πουλούσαν πράγματα στο δρόμο, όλοι αυτοί σε ένα καφενείο με μια μαθήτρια.
Πόσο χρονών ήσασταν;
-Δεκατριών χρονών. Με μια μαθήτρια δεκατριών χρονών με τη στολή και το καπέλο του Ζαππείου. Και να κάθομαι εγώ εκεί. Και καταλαβαίνετε. Αυτοί κοίταζαν εμένα και εγώ δεν ήξερα τι να κάνω. Ύστερα από δύο ώρες κατέβηκε η μαμά μου και μου είπε ότι θα πάω να αγοράσω μερικά φρούτα για τον πατέρα σου. Τον είδα πίσω από τα σίδερα. Και βγήκε να αγοράσει κάτι φρούτα, γιατί η μαμά μου βρέθηκε εκεί με τη δικαιολογία ότι του πήγε ρούχα. Έτσι πήγε στη φυλακή. Περιττό να σας πω, την ημέρα που τον συνέλαβαν, ύστερα από μισή ώρα, κατέβηκε η μαμά μου με τον μπαμπά μου. Ο μπαμπάς μου φορούσε μαύρα γυαλιά και δε μπορούσε να περπατήσει. Είχε πει, ότι τον είχαν χτυπήσει. Δεν μπορούσε να περπατήσει, σερνόταν. Πήραμε ένα ταξί και φύγαμε. Την ημέρα που συνέλαβαν τον πατέρα μου, ήρθε και η ασφάλεια στο σπίτι μας, χωρίς να ξέρουμε τίποτα. Ήταν μια κανονική μέρα. Ήρθε η ασφάλεια σπίτι και έκανε γενική έρευνα. Μετακίνησε όλα τα έπιπλα. Έσκισε τους καναπέδες τους σαλονιού, πέταξε όλα τα βιβλία κάτω. Φυσικά δεν βρήκαν τίποτα και έφυγαν.
Που βρισκόταν τον φωτογραφικό υλικό του πατέρα σας;
-Ο πατέρας μου το φωτογραφικό υλικό το έστειλε με φίλους τους, οι οποίοι ταξίδευαν στην Ελλάδα. Τις πρώτες φωτογραφίες, δύο μέρες μετά τα γεγονότα, τις έβγαλε ο κύριος Καράγιωργας, ο δημοσιογράφος του Έθνους, κι έτσι δημοσιεύθηκαν οι φωτογραφίες στο Έθνος. Αν δεν έβγαιναν οι φωτογραφίες στο Έθνος, δεν θα ήξερε κανείς τίποτα. Να σας πω χαρακτηριστικά ότι το 1925, μετά την καταστροφή της Μικράς Ασίας, ο ελληνικός πληθυσμός της Κωνσταντινούπολης ήταν 125.000 άνθρωποι. Το 1950 ήταν πάλι 120.000. Στα γεγονότα του 1955 ήταν 120.000. Μετά τα γεγονότα του ?55, το 1960 ο πληθυσμός ήταν 80.000 πλέον. Είχαν ήδη αρχίσει οι μετακινήσεις του πληθυσμού προς τη μητέρα πατρίδα και σε άλλα μέρη. Υπήρχε ο φόβος, ο εξαναγκασμός, διότι οι τουρκικές φυλακές δεν ήταν αστείο πράγμα. Όταν άρχισαν οι απελάσεις, οι περισσότεροι Έλληνες ήταν παντρεμένοι. Οι σύζυγοί τους όμως είχαν τουρκική ιθαγένεια και τα παιδιά τους είχαν τουρκική ιθαγένεια, γιατί είχαν γεννηθεί εκεί. Μετά τα γεγονότα, στην έναρξη των απελάσεων και μετά, ο πληθυσμός μειώθηκε κατά 30.000. Όλοι ακολούθησαν τις οικογένειές τους. Το 1970 ο πληθυσμός πλέον είναι γύρω στις 8.000. Και σήμερα να μην συζητάμε.
Είναι γύρω στις 2.500 οι Έλληνες της Πόλης.
-Κι αν είναι τόσοι. Υπάρχει βέβαια ένα κύμα επιστροφής στην Πόλη. Υπάρχει μια μεγάλη προσπάθεια του Πατριαρχείου, να φτιάξει ορισμένες εκκλησίες, και υπάρχουν κάποιοι Έλληνες πιλότοι, που δεν βρίσκουν εδώ δουλειά, φεύγουν και τους χρυσοπληρώνουν στην Τουρκία. Υπάρχει μια μετακίνηση, δηλαδή, πάλι. Τι μέλλον θα έχουν αυτοί δεν μπορώ να σας το πω ούτε να το ξέρω. Ωραία είναι να επισκεπτόμαστε την Κωνσταντινούπολη, γιατί πάντοτε εκεί υπάρχουν οι ρίζες μας. Δεν είναι θέμα να εγκαταλείψουμε την Πόλη, πρέπει να πηγαίνουμε στην Πόλη, διότι εμείς είμαστε οι κληρονόμοι της Κωνσταντινουπόλεως και του πολιτισμού της. Υπάρχουν πάρα πολλοί άνθρωποι, οι οποίοι μας λένε, από τον καιρό που φύγατε εσείς η Πόλη καταστράφηκε, διότι πλέον δεν έχουμε τον πολιτισμό και το επίπεδο που είχατε εσείς.
Μπορούν να οικοδομήσουν σχέσεις εμπιστοσύνης οι δύο χώρες;
-Δεν το ξέρω, εγώ φοβάμαι, ότι κάποια στιγμή κάτι θα ξανακάνουν. Αν ξανά- δυναμώσουμε, θα ξανακάνουν κάτι. Αυτό δεν μπορείτε να το αποκλείσετε. Ο λαός δεν είναι κακοί άνθρωποι. Και πολλοί Τούρκοι πραγματικά μας βοήθησαν. Εμείς σαν οικογένεια, και ο πατέρας μου στη διάρκεια των γεγονότων 6-7 Σεπτεμβρίου του ?55, στις 7 ο πατέρας μου ξαναήρθε στο σπίτι στις 9 το βράδυ, όλη μέρα γύριζε. Εμείς φύγαμε από το σπίτι μας, γιατί λέγαμε, ότι τη δεύτερη μέρα θα μας σφάξουν. Φύγαμε από το σπίτι μας και μας φύλαγαν σε κάποιο σπίτι, που ήταν ιδιοκτησία Τούρκου. Οι σχέσεις ήταν φιλικές. Υπήρχαν ανταλλαγές οικογενειών, πηγαίναμε στα σπίτια τους, έρχονταν στα δικά μας. Αυτά όλα χάλασαν από το ?55 και μετά. Γεννήθηκε ένα κλίμα καχυποψίας από όλα όσα έγιναν, μέχρι και το ?64, οπότε και άρχισαν οι απελάσεις. Φέτος κάναμε ένα επετειακό αφιέρωμα στο ?64, λόγω των 50 χρόνων των απελάσεων, για να μην ξεχνούμε τα γεγονότα που έγιναν. Και οι Έλληνες μπορούν και πρέπει να μάθουν αυτά τα πράγματα».
Ακολουθήστε το xronos.gr στο Google News