ΣΤΗΝ ΘΕΤΙΚΗ ΕΚΒΑΣΗ ΤΗΣ ΕΛΛΗΝΙΚΗΣ ΕΠΑΝΑΣΤΑΣΗΣ ΤΟΥ 1821 ΚΑΙ ΣΤΗΝ ΔΙΑΜΟΡΦΩΣΗ ΤΗΣ ΟΙΚΟΝΟΜΙΚΗΣ ΚΑΙ ΠΟΛΙΤΙΚΗΣ ΠΡΑΓΜΑΤΙΚΟΤΗΤΑΣ ΤΟΥ ΝΕΟΣΥΣΤΑΤΟΥ ΕΛΛΗΝΙΚΟΥ ΚΡΑΤΟΥΣ (1821-1843)*
Ο επαναστατικός άνεμος είχε πνεύσει πλέον στις τρεις ευρωπαϊκές χερσονήσους της Μεσογείου· μετά την ιταλική και την ιβηρική χερσόνησο, σειρά είχε η ελληνική.
«Η πρώτη των Ελλήνων κραυγή κατά των δυναστών αυτών εκίνησαν όλης της χριστιανικής Ευρώπης και όλης της αρκτώας Αμερικής την συμπάθειαν· αύτη ήχησεν εκ των πεδίων ενός κλασσικού εδάφους και εξήλθεν εκ του στόματος λαού, μεθ’ ου από της πολιάς ήδη αρχαιότητος συνδέονται τοσαύται προσφιλείς και πολύτιμοι αναμνήσεις· αναμνήσεις της παιδείας, της δίξης, της πολιτικής και της αστικής ελευθερίας· επρόκει-το περί λυτρώσεως εκ τινος τυραννικής εξουσίας, υπό την οποίαν βάρβαροι εις την Ευ-ρώπην δορυκτηρικώς εμβαλόντες, και εις το μέρος τούτο της γης στρατοπεδεύοντες μάλλον ή μονίμως οικούντες, αιώνας πολλούς είχον αιχμάλωτον έθνος, από του οποίου ούτοι εξηκολούθουν μετά στερεάς αυστηρότητος να διακρίνωνται εντελώς δι? όλων των συστατικών του πολιτισμού στοιχείων: γλώσσης, θρησκείας, χαρακτήρος, ηθών, φρονήματος και συνηθειών».
Και αυτή η εθνική εξέγερση των δούλων Ελλήνων, της οποίας τα αποτελέσματα «εδείχθησαν γιγαντιαία», έδωσε το έναυσμα στην εθνική αφύπνιση στην Ευρώπη.
Η αντίθεση της ευρωπαϊκής πολιτικής στην ελληνική επανάσταση του 1821
Η ελληνική εθνικοαπελευθερωτική επανάσταση του 1821 αποτελεί το πρώτο ισχυρό πλήγμα κατά του συστήματος και της καθεστηκυίας τάξης που είχε θέσει εκτός νόμου κάθε επαναστατική σκέψη και εκδήλωση, προκαλώντας έτσι τις πρώτες ρωγμές στην συμμαχία των απολυταρχικών κυβερνήσεων.
Η «Ιερή Συμμαχία» συνεδρίαζε στο Λάιμπαχ και συσκεπτόταν για την επανάσταση της Νεάπολης, όταν πληροφορήθηκε για την ελληνική επανάσταση. Ο Μέτ-τερνιχ με το «υπόμνημά περί των ελληνικών πραγμάτων» επιδίωξε να δείξει ότι η εξέγερση στην Ελλάδα δεν ήταν ένα εθνικοαπελευθερωτικό κίνημα αλλά ένα ξένος δάκτυλος, ο οποίος επιδίωκε να διαταράξει τις αγαθές σχέσεις μεταξύ Αυστρίας και Ρωσίας. Οι αντιδράσεις του Μέττερνιχ, στην επιρροή του οποίου βρισκόταν τότε και η Ρωσία, αλλά και η ζωηρή αντίδραση της Αγγλίας, η οποία, μαζί με την Αυστρία, φοβόταν την αύξηση της ρωσικής επιρροής στα Βαλκάνια, ματαίωσαν μία πιθανή επέμβαση της Ρωσίας εναντίον της Τουρκίας.
Το ότι η διεθνής διπλωματία είχε ήδη ασχοληθεί με την ελληνική επανάσταση, της οποίας την υπόσταση είχε αρνηθεί ο Μέττερνιχ, ήταν το πρώτο σημαντικό κέρδος για την Ελλάδα και τον εθνικό αγώνα της. Επίσης σημαντικό υπήρξε και το επίτευγμα του Καποδίστρια, ο οποίος αποσόβησε την ενεργό υπέρ του σουλτάνου ευρωπαϊκή επέμβαση, οι οποίες έμειναν ουδέτερες, θεωρώντας ότι μόνη η Τουρκία θα μπορούσε να καταστείλει την ελληνική επανάσταση.
Ο ρόλος των Μεγάλων Δυνάμεων στην θετική έκβαση της ελληνικής επανάστασης
Κατά το δεύτερο έτος της επανάστασης άρχισε να μεταβάλλεται η διεθνής πολιτική έναντι του ελληνικού ζητήματος. Οι σφαγές της Χίου προκάλεσαν διεθνή αγανάκτηση, ενώ οι ελληνικές επιτυχίες δημιούργησαν θύελλα ενθουσιασμού. Ο άνισος αλλά ηρωικός αγώνας των Ελλήνων αρχίζει πλέον να αποκτά ισχυρές συμπάθειες και ο φιλελληνισμός να εδραιώνεται στις συνειδήσεις των ελευθέρων λαών.
Ο Μέττερνιχ προβλέπει απρόσμενες εξελίξεις και σκέπτεται την ιδέα επίλυσης του ελληνικού ζητήματος ενώπιον ευρωπαϊκού δικαστηρίου, ενώ η Πύλη συνεχίζει να παραμένει, όπως ήταν φυσικό, ανένδοτη και να αρνείται κάθε συμβιβασμό. Αλλά και η αγγλική πολιτική μεταστρέφεται υπέρ των Ελλήνων, καθώς ο νέος υπουργός των εξωτερικών Κάννινγκ υπήρξε ευμενής έναντι των Ελλήνων στο συνέδριο της Βερόνας.
Τον Οκτώβριο του 1823, στο συνέδριο του Τσέρνοβιτς μεταξύ Ρωσίας και Αυστρίας, αντηλλάγησαν σκέψεις για την κατάσταση στην Ελλάδα, την ειρήνευση στην περιοχή και διατυπώθηκε ρωσικό σχέδιο, το οποίο όμως θεωρήθηκε και από τις δύο εμπόλεμες πλευρές, για ξεχωριστούς λόγους, ως απαράδεκτο.
Ωστόσο, μετά την επικράτηση του Ιμπραήμ στην Πελοπόννησο και την πτώση του Μεσολογγίου το διεθνές διπλωματικό κλίμα υπήρξε ασαφές. Και αυτό διότι η Πύλη, η οποία είχε δεχθεί πιέσεις από την Αγγλία και την Ρωσία, αρνήθηκε κάθε συμβιβασμό, δηλώνοντας τον Ιούνιο του 1825 ότι πριν από κάθε σύσκεψη επιβάλλεται η άνευ όρων υποταγή των επαναστατών και ότι δεν ήταν επιθυμητή η επέμβαση ξένων στα εσωτερικά της. Η κατάσταση έλαβε νέα τροπή με τον θάνατο του τσάρου Αλέξανδρου. Ο νέος τσάρος Νικόλαος με τελεσίγραφο που απέστειλε στην Πύλη τον Μάρτιο του 1826 ζήτησε τον σεβασμό των συνθηκών. Την 9η Απριλίου 1826 υπογράφηκε αγγλορωσικό πρωτόκολλο, το «Πρωτόκολλο της Πετρούπολης», το οποίο αποτελούσε την πρώτη υπέρ της αγωνιζόμενης Ελλάδας πράξη. Σ? αυτό το πρωτό-κολλο η Ελλάδα αναφέρθηκε ως πολιτική οντότητα και γινόταν λόγος για την ελευθερία της, ενώ αυτή η πράξη έγινε δεκτή από την Γαλλία και αποκρούσθηκε από την Αυστρία και την Πρωσία.
Το 1827 η επανάσταση διένυε ήδη το έβδομο έτος και η ευρωπαϊκή διπλωματία άρχισε να αντιλαμβάνεται ότι το ελληνικό ζήτημα έπρεπε σύντομα να επιλυθεί. Η πολιτική του Μέττερνιχ είχε πλέον χρεωκοπήσει, ο αγγλορωσικός ανταγωνισμός ήταν καταφανής, ενώ άρχισαν να δημιουργούνται νέα ρεύματα επιρροής για την δημιουργία ενός νέου κράτους. Έτσι, μετά την απόρριψη εκ μέρους της Τουρκίας των όρων του «Πρωτοκόλλου της Πετρούπολης», υπογράφηκε στις 6 Ιουλίου 1827 στο Λονδίνο συνθήκη, η λεγόμενη «Ιουλιανή Σύμβαση», η οποία βασιζόταν στο παραπάνω πρωτόκολλο και έφερε πρόσθετα άρθρα. Με την νέα συνθήκη αναγνωρίσθηκε αυτόνομη η Ελλάδα υπό την επικυριαρχία του σουλτάνου και αποφασίσθηκε να υποστηριχθεί με τα όπλα το διάβημα σε περίπτωση που θα έφεραν αντιρρήσεις οι εμπόλεμοι. Φυσικά οι Έλληνες αποδέχθηκαν την διαμεσολάβηση, ενώ αντίθετα οι Τούρκοι την απέρρι-ψαν. Η εφαρμογή της συνθήκης ανατέθηκε στους ναυάρχους Κόδριγκτον από την Αγγλία, Δεριγνύ από την Γαλλία και Χέυδεν από την Ρωσία, των οποίων οι στόλοι κατέπλευσαν στα ελληνικά ύδατα. Η περιώνυμη ναυμαχία του Ναυαρίνου που ακο-λούθησε ανέδειξε ως νικητή τον ευρωπαϊκό συνασπισμό έναντι του αριθμητικά υπέρτερου τουρκοαιγυπτιακού. Η ναυμαχία του Ναυαρίνου, παρ? ότι συνέβει χωρίς ελληνική εμπλοκή, επηρέασε όσο καμία άλλη επιχείρηση του αγώνα την τελική έκβασή του, έχοντας αποφασιστικότατη σημασία για την αποκατάσταση της Ελλάδας.
Πάντως, μετά απ? όλα αυτά, στις αρχές του 1828 κατήλθε στην Ελλάδα ο νέος κυβερνήτης Ιωάννης Καποδίστριας, αφού προηγουμένως επισκέφθηκε τις πρωτεύουσες των τριών προστάτιδων δυνάμεων. Ο σουλτάνος συνέχιζε να αρνείται την αναγνώριση της «Ιουλιανής Σύμβασης», οι δε πρέσβεις των τριών δυνάμεων αποχώρησαν από την Κωνσταντινούπολη. Στις 14 Απριλίου 1828 κηρύχθηκε ο αναμενόμενος ρωσοτουρκικός πόλεμος, ενώ, ύστερα από την αγγλοαιγυπτιακή συνθήκη της Αλεξάνδρειας στις 25 Ιουλίου 1828, οι Αιγύπτιοι υποχρεώθηκαν να εκκενώσουν την Πελοπόννησο. Έτσι, μετά τις τελευταίες εξελίξεις, στις 10 Μαρτίου 1929, οι τρεις προστάτιδες δυνάμεις υπέγραψαν στο Λονδίνο νέο πρωτόκολλο, το λεγόμενο «Πρωτόκολλο του Λονδίνου», με το οποίο ιδρυόταν κάτω από την επικυριαρχία του σουλτάνου ελληνικό κράτος μέχρι του Αμβρακικού και Παγασιτικού, με πολίτευμα την συνταγμα-τική μοναρχία και με χριστιανό ηγεμόνα. Εντωμεταξύ, η Τουρκία ηττήθηκε από την Ρωσία και στις 2/14 Σεπτεμβρίου 1929 υποχρεώθηκε να υπογράψει στην Αδριανούπολη ομώνυμη συνθήκη με την οποία αποδέχθηκε τους όρους της «Ιουλιανής Σύμβα-σης» και του «Πρωτοκόλλου του Λονδίνου». Με νέο Πρωτόκολλο του Λονδίνου της 22ας Ιανουαρίου 1930, ιδρύθηκε ανεξάρτητο ελληνικό κράτος υπό κληρονομικό βασιλιά μη προερχόμενο από τους βασιλικούς οίκους των προστάτιδων δυνάμεων. Τα όρια του νέου κράτους περιορίζονταν μέχρι την γραμμή του Σπερχειού και του Αχελώου, ενώ τον ελληνικό θρόνο αποδέχθηκε αρχικά ο πρίγκιπας του Σαξ Κοβούργου Λεοπόλδος, ο οποίος τελικά απέκρουσε την πρόταση. Ακολούθησε η δολοφονία του κυβερνήτη Καποδίστρια και ταραχές, για τον τερματισμό των οποίων υπογράφηκε στις 7 Μαΐου 1832 μεταξύ των τριών δυνάμεων και της Βαυαρίας η «Συνθήκη του Λονδίνου», με την οποία αποδέχθηκε το ελληνικό στέμμα ο πρίγκιπας της Βαυαρίας Όθων. Τέλος, με την «Σύμβαση της Κωνσταντινούπολης» της 21ης Ιουλίου 1832, η Υψηλή Πύλη δέχθηκε τα ελληνικά σύνορα μέχρι του Αμβρακικού και Παγασιτικού και αναγνώρισε όλες τις διεθνείς συμφωνίες για την ανεξαρτησία της Ελλάδας.
Ο ρόλος των Μεγάλων Δυνάμεων στην διαμόρφωση της οικονομικής και πολιτικής πραγματικότητας του νεοσύστατου ελληνικού κράτους
Ο ελληνικός απελευθερωτικός αγώνας και στη συνέχεια το αρτισύστατο κράτος δεν θα μπορούσε να σταθεροποιηθεί εάν δεν αποκτούσε οικονομικές δυνατότητες και μέσα. Έτσι, η αναζήτηση δανείων και οικονομικών πόρων από το εξωτερικό απο-τέλεσε μία από τις πρώτες φροντίδες των φιλελληνικών κομιτάτων και των ηγετών της επανάστασης. Αυτή η οικονομική ενίσχυση έβαζε στο παιγνίδι του αγώνα τους δανειστές, οι οποίοι φυσικά ήθελαν να διαφυλάξουν τα χρήματά τους και τα συμφέροντά τους.
Η αγγλική κυβέρνηση ενθάρρυνε την σύναψη δανείων, το 1824/25 γιατί γνώριζε ότι αυτός ήταν ένας τρόπος οικονομικής διείσδυσης και ελέγχου των μελλοντικών εξελίξεων της αναδυόμενης νέας χώρας. Τα δύο δάνεια που χορήγησε η Αγγλία το 1824 και το 1825 ανέρχονταν συνολικά σε 2.800.000 λίρες στερλίνες και προβλεπόταν ότι με αυτά θα ενίσχυαν τον αγώνα κατά των Τούρκων. Το βέβαιο είναι ότι αυτά τα δάνεια υπήρξαν η αφετηρία της οικονομικής και πολιτικής εξάρτησης της χώρας από της Αγγλία. Επίσης, η αγγλική κυβέρνηση ενθάρρυνε την υποβολή υπομνήματος, το γνωστό ως «ψήφισμα της υποτέλειας», με το οποίο οι Έλληνες ζητούσαν μόνο την αγγλική προστασία, θριαμβεύοντας κατ? αυτόν τον τρόπο η αγγλική πολιτική.
Πέρα από αυτά όμως, όπως ήταν φυσικό, η αναζήτηση βασιλιά ήταν υπόθεση των Μεγάλων Δυνάμεων. Ο Λεοπόλδος όμως παραιτήθηκε από τον ελληνικό θρόνο, διότι οι δυνάμεις, και κυρίως η Αγγλία, δεν ανταποκρίθηκαν ικανοποιητικά στους όρους του νέου άνακτα για διεύρυνση των συνόρων, για εγγύηση της ανεξαρτησίας του νέου κράτους και για οικονομική ενίσχυσή του.
Με την εκλογή του Όθωνα ως βασιλιά της Ελλάδας, οι τρεις Προστάτιδες Δυνάμεις χορήγησαν στο νέο κράτος δάνειο 60.000.000 γαλλικών φράγκων με την εγγύησή τους, ενώ η Αντιβασιλεία, αν και αποτελούνταν από μορφωμένους και ικανούς άνδρες και παρότι κατέβαλε φιλότιμες προσπάθειες, ιδίως ο Μάουρερ, δεν κατάφερε να κυβερνήσει ικανοποιητικά την χώρα.
Η γενική δυσαρέσκεια κατά της εσωτερικής και εξωτερικής πολιτικής του Όθωνα, η εμμονή κυρίως του νεαρού βασιλιά να κυβερνά απολυταρχικά παρά τις συστάσεις της αντιπολίτευσης, αλλά και η επέμβαση των πρεσβευτών των τριών προστάτιδων δυνάμεων, προκάλεσαν την επανάσταση της 3ης Σεπτεμβρίου 1843. Το κίνημα προετοιμάσθηκε κυρίως από την αγγλική και γαλλική παράταξη με τους Μεταξά και Λόντο, σχεδιάσθηκε από τους πολιτικούς του ρωσόφιλου κόμματος με την υποστήριξη του Ρώσου πρεσβευτή Κατακάζυ, χωρίς εντολή από την κυβέρνησή του, και του Άγγλου πρεσβευτή Λάιονς και κορυφώθηκε κατά την νύκτα της 3ης Σεπτεμβρίου 1843 με τον συνταγματάρχη Καλλέργη και τον αγωνιστή Μακρυγιάννη. Η επανάσταση αυτή δεν προήλθε από το εσωτερικό αλλά υπήρξε αποτέλεσμα επέμβασης των ξένων και των προσωπικών φιλοδοξιών ορισμένων πολιτικών.
Επίλογος
Η υπό την «Ιερή Συμμαχία» Ευρώπη ήταν εσωτερικά διχασμένη, αντιμετωπίζοντας τα αντικρουόμενα συμφέροντα των εταίρων της· και αυτός ο διχασμός ευνόησε την αναγνώριση της ελληνικής ανεξαρτησίας, αφού αυτή η ίδια διχογνωμία είχε νωρίτερα ευνοήσει την αναγνώριση της εμπόλεμης κατάστασης. Η ανεξαρτησία της Ελλάδας έγινε πλέον ευρωπαϊκό πρόβλημα και ο ρόλος των ευρωπαϊκών δυνάμεων στην αποκατάσταση των Ελλήνων υπήρξε καταλυτική.
Η διπλωματική δραστηριότητα των Ελλήνων κατά την διάρκεια του αγώνα ήταν κατ? ανάγκη καθορισμένη και εξαρτημένη από τα ευρωπαϊκά συμφέροντα, οι Μεγάλες Δυνάμεις, εκμεταλλευόμενες την σουλτανική αδυναμία, προσπαθούσαν να επωφεληθούν των περιστάσεων, ενώ η κάθε ευρωπαϊκή δύναμη αντιμετώπιζε το ελληνικό θέμα από την δική της σκοπιά, κινούμενη κάτω από τις ανάγκες των δικών της συμφερόντων. Από τις διπλωματικές ζυμώσεις εκείνης της περιόδου δημιουργήθηκε το δικαίωμα των τριών δυνάμεων να επεμβαίνουν στα εσωτερικά του ελληνικού κράτους, ενώ συγχρόνως δημιουργήθηκαν και τρία φερώνυμα των δυνάμεων πολιτικά κόμματα· το αγγλικό, το γαλλικό και το ρωσικό.
Έναντι της ευρωπαϊκής διπλωματίας οι Έλληνες αντέταξαν την δική τους διπλωματία, την διπλωματία των όπλων, του θάρρους και της θυσίας. Με αυτά τα εφόδια και με την κατ? ανάγκη υποστήριξη των Μεγάλων Δυνάμεων το ελληνικό έθνος εξήλθε από την πολύχρονη δουλεία, κατάφερε και συγκρότησε κράτος ελληνικό και βάδισε τα πρώτα του βήματα σταθερά και σίγουρα προς την κατεύθυνση των πολι-τισμένων κρατών.
Υποσημειώσεις
J. L. von Kluba, Πολιτική σκιαγραφία της ελληνικής επαναστάσεως, μτφρ. Αν. Πολυζωίδης, Μπάυρον, Αθήναι 1973, σελ. 6.
Σπυρίδων Τρικούπης, Ιστορία της ελληνικής επαναστάσεως, έκδοσις δευτέρα, τόμος Δ, Γιοβάνης, Αθή-ναι 1968, σελ. 376.
Νικολάι Τοντόρωφ, Η βαλκανική διάσταση της επανάστασης του 1821, Αθήνα 1982, σελ. 65.
Ελπίδα Βόγλη, «Η αυγή της ανεξαρτησίας – Από τη ναυμαχία του Ναυαρίνου στην Ελλάδα του Κα-ποδίστρια», Ιστορία των Ελλήνων, τόμος 9, Δομή, Αθήνα χ.χ., σελ. 568.
Γ. Μαργαρίτης, «Φιλέλληνες και διπλωματία. Η μετατροπή της ελληνικής επανάστασης σε υπόθεση της Ευρώπης», Ελληνική Ιστορία, Τόμος Γ, Ελληνικό Ανοικτό Πανεπιστήμιο, Πάτρα 1999, σελ. 112.
Georges Castellan, Ιστορία των Βαλκανίων (14ος ? 20ος αι.), μτφρ. Βασιλική Αλιφέρη, Γκοβόστης, χ.χ., σελ. 371.
Ελπίδα Βόγλη, «Το νέο ελληνικό κράτος ? Διπλωματικά και πολιτικά γεγονότα από το 1830 έως το 1832», Ιστορία των Ελλήνων, τόμος 9, Δομή, Αθήνα χ.χ., σελ. 637 ? 639.
Μεγάλες Δυνάμεις ήσαν οι νικητές του Ναπολέοντα· η Αγγλία, η Ρωσία, η Αυστρία, η Πρωσία. Οι τρεις Προστάτιδες Δυνάμεις ήσαν η Αγγλία, η Γαλλία και η Ρωσία, οι οποίες ήσαν και Μεγάλες Δυνάμεις.
Κωνστ. Θ. Ευσταθιάδης, Σχέσεις των Ελλήνων επαναστατών του 1821 προς τα ξένας δυνάμεις, Πανε-πιστήμιον Θεσσαλονίκης, Θεσσαλονίκη 1953, σελ. 7.
* Εργασία στην Θ.Ε. «Ελληνική Ιστορία» της Σχολής Ανθρωπιστικών Σπουδών του Ε.Α.Π. κατατεθείσα τον Μάρτιο του 2013 στην διδάσκουσα καθηγήτρια Ελπίδα Βόγλη, λέκτορα του τμήματος Ιστορίας & Εθνολογίας του Δ.Π.Θ.
Ακολουθήστε το xronos.gr στο Google News