Μνήμες κατοχής και πολέμου ανέσυρε από τη μνήμη του ο Γιώργος Νεστωράκης, παλαίμαχος συνεργάτης της εφημερίδας μας βιώματα προσωπικά για τον ίδιο, αφού έζησε κάθε στιγμή της εποχής εκείνης όταν ακόμα ήταν έφηβος και τα μετέφερε στο «Χ» με αφορμή τη σημερινή εθνική επέτειο. Είναι 28.10.1940 όταν επέρχεται ο πόλεμος. Σύσσωμος ο λαός της Θράκης επιστρατεύεται για να προασπίσει την Ελλάδα. Με την κήρυξη του Ελληνο-γερμανικού πολέμου (6.4.1941) το οχυρό Νυμφαίας της γραμμής Μεταξά, στις βόρειες επάλξεις του νομού Ροδόπης, φράσσει το δρόμο από τη Βουλγαρική περιοχή Κιρτζελή προς την Κομοτηνή. Η γερμανική κατοχή στην ΑΜΘ δε θα διαρκέσει πολύ. Είναι 5.6.1941 όταν η γερμανική κυβέρνηση παραδίδει την πολιτική και στρατιωτική διοίκηση των ελληνικών εδαφών ανατολικά του Στρυμώνα μέχρι του Έβρου στους Βουλγάρους. Οι ελληνικές αρχές παντός είδους αρχές εκδιώκονται και εγκαθίστανται αντίστοιχες βουλγαρικές. Οι Έλληνες μητροπολίτες, οι ιερείς, οι δάσκαλοι, οι δικαστές, οι δημόσιοι υπάλληλοι, οι κάθε είδους επιστήμονες απελαύνονται στη Γερμανοκρατουμένη Ελλάδα.
Ο Γιώργος Νεστωράκης ήταν τότε 12 χρονών και εξιστορεί στο «Χ»: «πήγα στο σχολείο, μαζευτήκανε και άλλοι μαθητές και μετά από λίγο χτύπησε το κουδούνι να μπούμε στην τάξη και βγήκε ο γυμνασιάρχης ο αείμνηστος Γιάννης Φιλιππάκος με τους καθηγητές και μας διάβασε το πρώτο ανακοινωθέν του γενικού στρατηγείου. Μας εξήγησε ότι έχουμε πόλεμο. Μας είπε «παιδιά το σχολείο κλείνει επ’ αόριστον, θα επιστρέψετε στα σπίτια σας, γιατί όλοι εμείς θα στρατευτούμε και η διαταγή της κυβερνήσεως είναι να κλείσουν τα σχολεία». Οι κοπέλες έβαλαν τα κλάματα. Οι μεγάλοι κάναμε ένα πρόχειρο συμβούλιο και ανακοινώσαμε ότι θα πάμε να κάνουμε διαδήλωση στην πλατεία. Οπότε όπως είμαστε εκεί, πήγαμε για διαδήλωση υπέρ του αγωνιζομένου στρατού και εναντίον των εισβολέων. Και πράγματι πήγαμε στην πλατεία. Εκεί θυμάμαι ήταν κι ένας καθηγητής, ο οποίος έβγαλε έναν πατριωτικό λόγο. Ζητωκραυγάσαμε. Εντωμεταξύ συγχρόνως, οι σειρήνες, οι καμπάνες διαλαλούσαν το φρικτό μήνυμα του πολέμου. Οπότε, μετά τον εθνικό ύμνο που ψάλαμε, διαλυθήκαμε και πήρε ο καθένας το δρόμο της επιστροφής».
ΟΙ ΕΠΟΙΚΟΙ ΑΠΟ ΤΗ ΒΟΥΛΓΑΡΙΑ
Ο Γιώργος Νεστωράκης θυμάται ότι «οι Γερμανοί έμειναν για λίγο στην περιοχή μας γιατί μετά από ένα μήνα περίπου ήρθαν οι Βούλγαροι. Δεν ήταν μόνο στρατιωτική η κατοχή, αλλά και πολιτική και θρησκευτική. Ήρθαν βάρβαροι έποικοι, όπως αυτούς που έχει η Τουρκία στην Κύπρο, κάτι ανάλογο ήταν οι Βούλγαροι που ήρθαν εδώ. Αυτοί οι έποικοι, ο σκοπός τους ήταν να αλλοιώσουν τον πληθυσμό, για να πουν ότι είναι βουλγάρικη η περιοχή. Να γραφτούν υπήκοοι Βούλγαροι. Πολλοί λίγοι Έλληνες το έκαναν αυτό. Πολλοί λίγοι γραφτήκανε. Οι υπόλοιποι αρνηθήκανε να υπακούσουν, παρότι αυτοί που γράφτηκαν είχαν προνόμια, είχαν άφθονο ψωμί, είχαν ζάχαρη. Οι υπόλοιποι τρώγαμε τη μουχλιασμένη μπομπότα. Όμως, όπως θα παραδεχτεί, «μέσα σε εκείνα τα ανθρωπόμορφα τέρατα –τους βαρβάρους- υπήρχαν και οι φωτεινές εξαιρέσεις ανθρώπων. Εγώ έχω παραδείγματα προσωπικά. Γι? αυτό και διατηρώ δεσμούς με ανθρώπους στο Κίρτζαλι εδώ και 25 χρόνια και έχω δημιουργήσει τόσες φιλίες».
ΤΑ ΓΡΑΜΜΑΤΑ ΑΠΟ ΤΟ ΜΕΤΩΠΟ
Η βουλγαρική κυβέρνηση αποβλέπει σε ταχύρρυθμο εκβουλγαρισμό των Ελλήνων. Εφαρμόζει ένα πρόγραμμα εξόντωσης του πληθυσμού. Ο κ. Νεστωράκης θυμάται πως το πατρικό του διατέθηκε για να στεγάσει έποικους από τη Βουλγαρία, «στο δικό μας σπίτι έφεραν δύο οικογένειες, γιατί το σπίτι μας ήταν στην άκρη, και φοβόντουσαν τα σπίτια, που δεν ήταν στο κέντρο του χωριού. Τα σπίτια εκείνης της εποχής ήταν καλύβες στα χωριά, με δύο δωμάτια κ.λπ. Από ένα δωμάτιο σε κάθε οικογένεια και γύρω ήρθαν οι Βούλγαροι έποικοι. Τα σχολεία φυσικά έκλεισαν, μετά το ?40 δεν άνοιξαν ξανά. Εγώ ξαναπήγα σχολείο το ?44». Όμως σαν γυμνασιόπαιδο, μετά από τον δάσκαλο, ο κ. Νεστωράκης ήταν τότε ο πιο μορφωμένος στο χωριό. «Τα γράμματα που έρχονταν από το μέτωπο, τα διάβαζα εγώ, κι εγώ απαντούσα. Τα γράμματα ήταν επιστολικά δελτάρια, λόγω της λογοκρισίας, δεν ήταν κλειστά τα γράμματα, αλλά ανοιχτά. Ήταν εικονογραφημένα δελτάρια με τον τσολιά και την ξιφολόγχη του αέρα, με τα τραγούδια της Βέμπο κλπ. Διάβαζα λοιπόν και απαντούσα. Διάβασα και απάντησα σε εκατοντάδες γράμματα, από το μέτωπο και προς το μέτωπο.
Το Σεπτέμβριο του 1944 η Βουλγαρία καταλαμβάνεται από τους Ρώσους. Αυτομάτως η Βουλγαρία μεταβάλλεται, από Φασιστικό Κράτος, σύμμαχο προς τους Γερμανούς, σε κομμουνιστικό, στο πλευρό της Σοβιετικής Ενώσεως. Εξαναγκάζονται όμως από τους Δυτικούς Συμμάχους να αποχωρήσουν από το ελληνικό έδαφος (10—20 Οκτωβρίου 1944). Η αποχώρησή τους γίνεται αναίμακτα. Η αφελής συμπάθεια των Ελλήνων Κομμουνιστών προς το ομοϊδεατικό προς αυτούς κομμουνιστικό καθεστώς της Βουλγαρίας, επιτρέπει στους Βουλγάρους να πάρουν μαζί των όλα τα λάφυρα από τις λεηλασίες των ελληνικών περιουσιών. Ακόμη και τα παράθυρα των σπιτιών και τους μαρμάρινους νεροχύτες από τις κουζίνες. Το Μάρτιο του 1945 επί τέλους φθάνει η Ελληνική Εθνοφυλακή και αποκαθίσταται το νόμιμο κράτος. Ο Νομός Ροδόπης είναι και πάλι ελεύθερος.