Κύρια αποστολή του θα είναι η ανάδειξη και προαγωγή της ιστορίας και των αρχαιοτήτων της Θράκης μέσα από εμπεριστατωμένη επιστημονική έρευνα σε συνεργασία τόσο με το Δημοκρίτειο Πανεπιστήμιο Θράκης όσο και με πανεπιστημιακά ιδρύματα του εξωτερικού
Μπορεί τα επεισόδια με τα οποία σημαδεύτηκε η έναρξη του 10ου Παγκόσμιου Συνεδρίου Θρακών να μονοπώλησαν τη δημοσιότητα, όμως η ουσία του συνεδρίου, που ολοκλήρωσε τις εργασίες του την Κυριακή 13 Δεκεμβρίου στις Φέρες Έβρου, βρίσκεται στις εισηγήσεις και τις προτάσεις που διατυπώθηκαν από αξιόλογους εισηγητές. Αλιεύσαμε και δημοσιεύουμε την εισήγηση υπό τον τίτλο «Υπερασπιζόμενοι την Θράκη μας», του Ηλία Πετρόπουλου, επίκουρου καθηγητή ΔΠΘ, επισκέπτη καθηγητή στο Διεθνές Πανεπιστήμιο Ελλάδος, εξωτερικού συνεργάτη στο Εθνικό και Καποδιστριακό Πανεπιστήμιο Αθηνών, Τμήμα Σλαβικών Σπουδών, που αναφέρει στην ίδρυση του «Ελληνικού Ινστιτούτου Θρακικών Ερευνών», με έδρα το Δήμο Αλεξανδρούπολης. Κύρια αποστολή του θα είναι η ανάδειξη και προαγωγή της ιστορίας και των αρχαιοτήτων της Θράκης μέσα από εμπεριστατωμένη επιστημονική έρευνα σε συνεργασία τόσο με το Δημοκρίτειο Πανεπιστήμιο Θράκης, όσο και με πανεπιστημιακά ιδρύματα του εξωτερικού. Παραθέτουμε το πιο χαρακτηριστικό απόσπασμα της εισήγησής του:
Η ΙΔΡΥΣΗ ΤΟΥ «ΕΛΛΛΗΝΙΚΟΥ ΙΝΣΤΙΤΟΥΤΟΥ ΘΡΑΚΙΚΩΝ ΕΡΕΥΝΩΝ»
Στο πλαίσιο της διάσωσης, διατήρησης και καταγραφής του αρχαίου πολιτισμού της Θράκης ο Δήμος Αλεξανδρουπόλεως, έπειτα από πρόταση του δημάρχου της Αλεξανδρούπολης, αποφάσισε προσφάτως και ομοφώνως σε δημοτικό συμβούλιο τον Δεκέμβριο του 2014 να προβεί στην ίδρυση του Ελληνικού Ινστιτούτου Θρακικών Ερευνών με έδρα την Αλεξανδρούπολη, καταθέτοντας προς υπογραφή ένα πρωτόκολλο συνεργασίας με το Δ.Π.Θ. και το τμήμα Γλώσσας-Φιλολογίας και Πολιτισμού Παρευξείνιων Χωρών. Να σας ενημερώσω ότι η Γενική Συνέλευση του Τμήματος ενέκρινε προ μηνών ομοφώνως το πρωτόκολλο και αναμένουμε από την Κοσμητεία να προωθήσει το θέμα στην Σύγκλητο του Πανεπιστημίου μας για την οριστική και τελική υπογραφή των δύο μερών. Πρόκειται για μια πρωτοποριακή ιδέα που ανέλαβε ο Δήμος της Αλεξανδρουπόλεως να υλοποιήσει και εύχομαι να συνδράμουν στην διαδικασία αυτή όλοι οι φορείς της Περιφέρειας της Ανατολικής Μακεδονίας και Θράκης αλλά και όχι μόνο.
Το Ινστιτούτο νομίζω ότι έρχεται στην πιο κρίσιμη για την πατρίδα μας στιγμή να καλύψει ένα τεράστιο και παλαιών χρόνων απαράδεκτο κενό και μάλιστα στον ίδιο τον τόπο του επιστημονικού ενδιαφέροντος, δηλαδή στην καρδιά της αρχαίας Θράκης όπως είναι η νευραλγική περιοχή του Έβρου. Είναι το σημείο που σήμερα ενώνονται τα τρία διαφορετικά από εθνικής απόψεως γεωγραφικά κομμάτια της πάλαι ποτέ ενιαίας Θράκης: το τμήμα που κατέχει σήμερα η Βουλγαρία, εκείνο της Τουρκίας και εκείνο της Ελλάδας. Συνεπώς, υπό το πρίσμα τουλάχιστον της γεωστρατηγικής προσεγγίσεως, για να μιλήσουμε και με σύγχρονους όρους, θεωρώ ότι πρόκειται για ένα Ινστιτούτο με τεράστια προοπτική για το παρόν αλλά και το μέλλον για τις κατοπινές γενιές που θα το διαχειρισθούν. Ο βασικός ρόλος του θα πρέπει να επικεντρωθεί στην κάλυψη του τεράστιου και δυσαναπλήρωτου κενού που έχει διαμορφωθεί στην επιστήμη της αρχαιογνωσίας σχετικά με την μελέτη των θρακικών αρχαιοτήτων λόγω της τρανταχτής απουσίας Ελλήνων ειδικών και εξειδικευμένων επιστημόνων. Στην Ελλάδα δυστυχώς η Θράκη και οι αρχαιότητες των Θρακών προγόνων μας μελετούντο σχεδόν πάντοτε σε συνδυασμό με τις ελληνικές κλασικές και ρωμαϊκές αρχαιότητες που υπάρχουν εδώ και ποτέ μα ποτέ ως ξεχωριστός τομέας επιστημονικής έρευνας. Και λέω σχεδόν, διότι ο κανόνας αυτός έχει ελάχιστες, δυστυχώς, εξαιρέσεις. Συνέπεια όλης αυτής της αδιαφορίας και ίσως και σκληροκαρδίας εκ μέρους των Ελλήνων επιστημόνων απέναντι στις θρακικές αρχαιότητες ήταν να εστιασθεί συστηματικά η προσοχή των μελετητών στις κλασικές αρχαιότητες της ελληνικής Θράκης σε βάρος των θρακικών.
Ελάχιστα ή και ανύπαρκτα είναι τα δείγματα συστηματικής έρευνας θρακικών καταλοίπων τα οποία μάλιστα θα μπορούσαν να είναι και επισκέψιμα για το ευρύ κοινό. Λυπούμαι που πρέπει να πω ότι όσα έχουν μέχρι σήμερα ανακαλυφθεί τελούν υπό καθεστώς εγκατάλειψης τόσο της πολιτείας όσο και ημών των ιδίων, των πολιτών δηλαδή. Τολμώ να ομολογήσω μάλιστα ότι αρκετά εκ των θρακικών μνημείων έχουν ήδη υποστεί ανεπανόρθωτες καταστροφές και φθορές που δύσκολα θα επιτρέψουν την αποκατάστασή τους. Δυστυχώς, αυτή είναι η σκληρή και τραγική πραγματικότητα με την οποίαν έρχεται κάποιος σήμερα αντιμέτωπος!
Αυτά όσον αφορά στην ελληνική πλευρά. Ως γνωστόν, όμως, αρκετά μεγάλο κομμάτι της αρχαίας Θράκης ανήκει στην σύγχρονη Βουλγαρία, οι μελετητές καθώς και η εν γένει πολιτική της οποίας δεν επέτρεψαν επ? ουδενί την εγκατάλειψη των θρακικών μνημείων που βρίσκονται στην επικράτειά της στο έλεος της φθοράς και της καταστροφικής ολιγωρίας. Τουναντίον μάλιστα, από πάρα πολύ νωρίς η γειτονική χώρα αντελήφθη την σπουδαιότητα και κατά συνέπεια την αναγκαιότητα για την μελέτη και την ανάδειξη των μνημείων αυτών, όχι πρωτίστως για λόγους επιστημονικούς. Και βεβαίως εννοώ ότι η γειτονική χώρα, υπό το ασφυκτικό βάρος της αναζήτησης και της επιβεβαίωσης της πολιτιστικής της ταυτότητος, άρχισε να προπαγανδίζει απροκάλυπτα την θρακική καταγωγή των Βουλγάρων και να διατρανώνει το ένδοξο παρελθόν των δήθεν Θρακών προγόνων τους. Αυτό γινόταν (και νομίζω ότι εξακολουθεί ως τα σήμερα να υποστηρίζεται) από την πλευρά της επίσημης πολιτικής της χώρας η οποία εύρισκε εξαιρετικό έρεισμα στα αποτελέσματα των συστηματικών ανασκαφικών ερευνών στην βουλγαρική ενδοχώρα, την ώρα που στην ελληνική Θράκη ασχολούμασταν μόνο με τις κλασικές-ελληνικές αρχαιότητες της Θράκης. Για τον λόγο αυτό, κυρίως μετά την λήξη του Β΄ Παγκοσμίου Πολέμου, η βασική κατεύθυνση της ακολουθούμενης από όλους πολιτικής ήταν η περαιτέρω στήριξη της άποψης ότι το βουλγαρικό έθνος έχει εν πολλοίς αρχαίες θρακικές καταβολές.
Εννοώ ότι οι αρχαιολόγοι και οι ιστορικοί είχαν ομοθυμαδόν συνταχθεί και απολύτως ταυτισθεί με την πολιτική αυτή γραμμή, βλ. π.χ. το παράδειγμα του Αλεξάντερ Φολ, με φυσικό αποτέλεσμα να επικρατήσει η εσφαλμένη άποψη ότι το θρακικό παρελθόν τούς ανήκει σχεδόν κατά αποκλειστικότητα (ας μην λησμονούμε εδώ ότι στο Μουσείο του Καζανλίκ της Βουλγαρίας, υπάρχει δήλωση του Ζίφκωφ σε 5 γλώσσες: «Στις φλέβες μας ρέει και αίμα Θρακών και είμαστε οι νόμιμοι κληρονόμοι των Θρακικών θησαυρών, οπουδήποτε της γης»). Για τον λόγο αυτό στο Ινστιτούτο Αρχαιολογίας της Βουλγαρίας (δηλαδή, στον επίσημο φορέα της χώρας για θέματα αρχαιολογίας) ιδρύθηκε από πολύ νωρίς ένας ειδικός τομέας έρευνας, αυτός της Θρακολογίας, όπου μέχρι και σήμερα εργάζονται πολλοί και εξαιρετικοί θρακολόγοι, δηλαδή ειδικοί αρχαιολόγοι και ιστορικοί επί της θρακικής αρχαιότητας. Η θρακολογία στην γειτονική χώρα έχει να επιδείξει λαμπρά ιστορική πορεία αφού έχει καθιερώσει επί σειρά δεκαετιών ολόκληρη σχολή ακαδημαϊκών και ερευνητών με αξιοζήλευτα αποτελέσματα. Μπορώ ωστόσο με ευχαρίστηση να αναγνωρίσω ότι τα τελευταία χρόνια διαπιστώνω πως υπάρχουν και μελετητές, κυρίως νεώτερης γενιάς, που έχουν απεγκλωβισθεί και ήδη αποστασιοποιηθεί από την επίσημη κατεύθυνση της προπαγάνδας που επιχειρείται εκ μέρους του Ινστιτούτου Αρχαιολογίας της Βουλγαρίας και αυτό οφείλεται προφανώς στο γεγονός ότι έχουν λάβει επιπλέον μόρφωση σε ακαδημαϊκά ιδρύματα της Εσπερίας. Προφανώς πρόκειται για αλματώδη μεταστροφή!
Και σε όλο αυτό το ενδιαφέρον επιστημονικό έργο η Ελλάδα λάμπει για άλλη μια φορά δια της εκκωφαντικής απουσίας της! Έχοντας εγκαταλείψει κατά μέρους οποιαδήποτε ενασχόληση με την αρχαία Θράκη και τα θρακικά μνημεία, δόθηκε έμφαση στις ελληνικές αποικίες που φιλοξενήθηκαν στις ακτές του Αιγαίου από τον 7ο αι. π.Χ. με σποραδικές αναφορές και μνείες ότι στα περίχωρα των συγκεκριμένων οικισμών κατοικούσαν οι γηγενείς Θράκες. Πολύ σπανιότερα, γινόταν κάποιος σχολιασμός στις σχέσεις μεταξύ των δύο λαών και νομίζω ότι εδώ κατέληγε η όποια αναφορά. Έτσι, με την αδιαφορία και ίσως τολμώ να πω την περιφρόνηση, επετράπη από ελληνικής πλευράς στους Βουλγάρους θρακολόγους να έχουν πάντοτε στην διεθνή βιβλιογραφία τον τελευταίο και βαρύνουσας σημασίας λόγο για τους αρχαίους Θράκες. Δίχως ποτέ να υπάρχει ο αντίλογος από ελληνικής πλευράς, πάντοτε βεβαίως στην βάση πλήρους επιστημονικής τεκμηρίωσης και χάριν της προώθησης ενός υγειούς επιστημονικού διαλόγου. Χαρακτηριστικό παράδειγμα μάλιστα αποτελεί το σχεδόν πρόσφατο, προ δεκαετίας, 10ο Διεθνές Θρακολογικό Συνέδριο, που διεξήχθη σε Κομοτηνή και Αλεξανδρούπολη στο οποίο Βούλγαροι μελετητές κατέφθασαν με 2 υπερπλήρη λεωφορεία ναυλωμένα από το Ινστιτούτο Αρχαιολογίας, ενώ οι Έλληνες σύνεδροι δεν υπερέβαιναν τους 2 τον αριθμό, οι εισηγήσεις των οποίων μάλιστα δεν είχαν και άμεση σχέση με το εν γένει αντικείμενο! Αυτό είναι πρόδηλο και από την δημοσίευση των πρακτικών του Συνεδρίου, στα οποία παρεμπιπτόντως έχει πρόσβαση ολόκληρη η παγκόσμια επιστημονική κοινότητα. Άρα έτι μια φορά η αξίωση της γειτονικής χώρας ότι μόνο οι επιστήμονές της είναι σε θέση να εκφέρουν έγκυρη και τεκμηριωμένη άποψη επί θεμάτων θρακολογίας επιβεβαιώθηκε περίτρανα ακόμη και επί ελληνικού εδάφους! Θα μπορούσα να απαριθμήσω και άλλα παρόμοια περιστατικά, όπως για παράδειγμα ένα χαρακτηριστικό περιστατικό που επληροφορήθην σχετικά με την πλήρη απουσία και την εκ του προχείρου αντιμετώπιση εκ μέρους της ελληνικής επιστημονικής πλευράς βασικών ζητημάτων που συζητήθηκαν σε Συνέδριο λαογραφίας της Θράκης, σε αντιδιαστολή με την υπερβολικά μεγάλη συμμετοχή Βουλγάρων λαογράφων, πλήρως ενημερωμένων επί του θέματος!
Όλα αυτά δεν τα αναφέρω ούτε για λόγους εθνικιστικούς, ούτε διεκδικητικούς, αλλά κυρίως για λόγους επιστημονικής ευαισθησίας κι αν θέλετε πατριωτικής ανησυχίας.
Στόχος μου είναι να τονίσω τους λόγους για τους οποίους είχα σχεδόν προ έτους, με αίσθημα ευθύνης, προτείνει την τεράστια ανάγκη να ιδρυθεί επιτέλους ένα σοβαρό και υπεύθυνο Ινστιτούτο που θα αναλάβει τον ρόλο να προαγάγει τον επιστημονικό διάλογο που προανέφερα, βασισμένο πάντοτε σε απολύτως τεκμηριωμένη επιστημονική υποστήριξη ώστε σε πολλά σημεία να αποκατασταθεί και να λάμψει η ιστορική πραγματικότητα. Νομίζω ότι εμείς οφείλουμε σε εκείνους τους ανθρώπους που θεωρούμε ότι υπήρξαν πρόγονοί μας, τους Θράκες, να αναδείξουμε την πολιτισμική παρακαταθήκη τους στην ολότητά της, την οποίαν ποικιλοτρόπως μας μετεβίβασαν και η οποία διαβιεί ακόμη και σήμερα σε πολλές πτυχές της ζωής μας, είτε το θέλουμε είτε όχι. Σε μας εναπόκειται να το ανακαλύψουμε και να το αποδείξουμε!
Δεν αναφέρθηκα στο τμήμα της Ανατολικής Θράκης που σήμερα ανήκει στην Τουρκία. Εκεί τα πράγματα είναι πολύ χειρότερα ακόμη και σε σύγκριση με την σκληρή ελληνική πραγματικότητα που περιέγραψα μέχρι τώρα, και άρα δεν υπάρχει λόγος να επεκταθώ περισσότερο επ? αυτού.
Προς αυτήν την κατεύθυνση, λοιπόν, και με άξονα την προώθηση ενός τριμερούς (Ελλάδας, Τουρκίας, Βουλγαρίας) επιστημονικού διαλόγου/αντιλόγου, το Ελληνικό Ινστιτούτο Θρακικών Ερευνών του Δήμου Αλεξανδρουπόλεως και σε συνεργασία με το Δ.Π.Θ. καλείται να επιτελέσει έργο πρωτίστως επιστημονικό και αφιερωμένο καθ? ολοκληρίαν στις θρακικές αρχαιότητες της ελληνικής μας Θράκης, τουλάχιστον στα πρώτα του βήματα. Αργότερα, ίσως να είναι σε θέση να αναπτυχθεί σε τέτοιο βαθμό ώστε να φιλοξενήσει και τμήμα σύγχρονης λαογραφίας με άρτια κατηρτισμένο επιστημονικό προσωπικό.
Βασικός στόχος του Ινστιτούτου, αφ? ης στιγμής αποφασισθεί και παραχωρηθεί ο κατάλληλος χώρος στέγασής του, είναι η οργάνωση και η δημιουργία μιας κατά το δυνατόν πλήρους και ενημερωμένης βιβλιοθήκης και αναγνωστηρίου με σύγχρονες προδιαγραφές και υποδομή. Και βεβαίως δεν εννοώ μόνο ράφια γεμάτα με διάφορα πονήματα της ειδικότητας που θα διαθέτει και δυο καθίσματα, αλλά προφανώς μιας βιβλιοθήκης που θα είναι σε θέση να ανταποκρίνεται και στις προσδοκίες και τις απαιτήσεις της σύγχρονης εποχής της πληροφορίας, την οποία διανύουμε, με την παροχή όλων των μοντέρνων ηλεκτρονικών μέσων για την διασύνδεση με ηλεκτρονικές πλατφόρμες πληροφορίας των πλέον γνωστών ακαδημαϊκών βιβλιοθηκών του επιστημονικού κόσμου. Μόνο με αυτόν τον τρόπο θα μπορεί το Ινστιτούτο μας να προσελκύει, αλλά και να είναι σε θέση να φιλοξενεί για κάποιο χρονικό διάστημα (κι αυτό θα είναι ευχής έργον!) ακαδημαϊκούς και άλλους επιστήμονες από την Ελλάδα, τα Βαλκάνια αλλά και τον υπόλοιπο κόσμο, για να προσέρχονται και να μελετούν ελεύθερα και παραγωγικά στο φιλόξενο, όπως ελπίζω να διαμορφωθεί, περιβάλλον του Ινστιτούτου. Έτσι, το Ινστιτούτο θα έχει την μοναδική ευκαιρία να οργανώνει στον οικείο του χώρο διαλέξεις από επιστήμονες κύρους και ακαδημαϊκής ολκής για το ευρύ αλλά και το ενδιαφερόμενο επιστημονικό κοινό. Θα προσπαθήσουμε δηλαδή, όσο αυτό μας το επιτρέψουν οι συνθήκες, να οργανώσουμε ένα κέντρο που θα μπορεί να εξελιχθεί σε μια πολύβουη και δημιουργική κυψέλη ανθρώπων όπου θα συναθροίζονται με στόχο τον προβληματισμό, την ανταλλαγή απόψεων και τον γόνιμο επιστημονικό διάλογο. Δεύτερον, νομίζω ότι ένα τέτοιο επιστημονικό κέντρο θα πρέπει να αποκτήσει ταυτότητα, δηλαδή εκείνο το γραπτό κείμενο ή έγγραφο που αποτελεί σήμα κατατεθέν της υπάρξεώς του. Και βεβαίως εννοώ την έκδοση ενός περιοδικού, όχι εκλαϊκευμένης μορφής, αλλά άκρως επιστημονικού περιεχομένου, στο οποίο, έπειτα από προσεκτική επιλογή ειδικώς διαμορφωθεισομένης επιστημονικής επιτροπής, θα μπορούν σε προσβάσιμη γλώσσα να δημοσιεύονται κείμενα επιστημόνων που θα άπτονται του ειδικού γνωστικού αντικειμένου, το οποίο καλείται να θεραπεύει το Ινστιτούτο όπως περιέγραψα πιο πάνω. Αυτό θα πρέπει να καταστεί εργαλείο στα χέρια των ερευνητών ανά τον κόσμο για την προώθηση και την εξέλιξη του επιστημονικού μας αντικειμένου.
Τρίτον, θεωρώ ότι το Ινστιτούτου μας πρέπει να τεθεί στην υπηρεσία του ανθρώπου, δηλαδή να διακατέχεται από καθαρά ανθρωπιστικό χαρακτήρα, σύμφωνα με τις επιταγές των Γάλλων Διαφωτιστών του 18ου και του 19ου αιώνος, οι οποίοι ως γνωστόν υπήρξαν βαθύτατα επηρεασμένοι από το αρχαίο ελληνικό φιλοσοφικό πνεύμα. Νομίζω ότι εκείνο που θα πρέπει στην κατεύθυνση αυτή να επιδιώξουμε είναι να εμφυσήσουμε σε νέους ανθρώπους, ιστορικούς της αρχαιότητας και αρχαιολόγους, και να τους ενθαρρύνουμε να ασχοληθούν με τις θρακικές αρχαιότητες σε επίπεδο μεταπτυχιακών και κυρίως διδακτορικών σπουδών, ώστε να αρχίσει η εκπόνηση ελληνικών επιστημονικών συγγραμμάτων μέσω του Ινστιτούτου μας με την μορφή παροχής υποτροφιών, εγκεκριμένων αυστηρώς από ειδική επιστημονική επιτροπή. Με τον τρόπο αυτό, θα μπορέσουμε να γονιμοποιήσουμε τις συνθήκες ώστε να δημιουργηθεί η απαραίτητη ικμάδα που με την σειρά της θα αποτελέσει την στέρεα βάση για την καλλιέργεια και την ανάπτυξη ενός πραγματικού πνευματικού φυτωρίου, τους μελλοντικούς ερευνητές της θρακικής αρχαιότητας, στους κόλπους του Ινστιτούτου μας.
Τέταρτον, το Ινστιτούτο θεωρώ ότι θα πρέπει να πλαισιώνεται από ένα Επιστημονικό Συμβούλιο, άτυπο, αρχικά τουλάχιστον, έγκριτων και διεθνώς αναγνωρισμένων επιστημόνων που να έχουν σχέση με το θεραπευθησόμενο γνωστικό αντικείμενο. Το Συμβούλιο αυτό θα διαμορφώνει και θα εγκρίνει τις δράσεις και την εν γένει δραστηριότητα του Ε.Ι.Θ.Ε., ενώ θα λαμβάνει αποφάσεις που θα καθορίζουν την πορεία και το μέλλον του. Άρα, αν και θα λειτουργεί σε άτυπο πλαίσιο, το Συμβούλιο θα κατέχει τον πιο καίριο ρόλο. Προτείνω, λοιπόν, στο Συμβούλιο αυτό να μετέχουν οι εξής, διεθνώς αναγνωρισμένου κύρους, επιστήμονες:
1) Άγγελος Χανιώτης (Princeton University)
2) Jan Bouzek (Charles University of Praha)
3) Irad Malkin (Tel Aviv University)
4) Γαβριέλα Παρισάκη (Εθνικό Ίδρυμα Ερευνών)
5) Παντελής Νίγδελης (Καθηγητής Α.Π.Θ.)
6) Μανώλης Μανωλεδάκης (Διεθνές Πανεπιστήμιο Ελλάδος)
7) Δήμαρχος Αλεξανδρούπολης.
Το Άτυπο αυτό Επιστημονικό Συμβούλιο θα είναι υπεύθυνο για την διαμόρφωση του χαρακτήρα και της επιστημονικής ταυτότητας και της λειτουργίας του Ινστιτούτου. Επιτρέψτε μου, να προτείνω ως επικεφαλής Πρόεδρος του εν λόγω Συμβουλίου, να αναλάβει ο ίδιος ο Πρόεδρος της Δημοκρατίας και ταυτόχρονα να εξετασθεί το ενδεχόμενο να τεθεί το Ινστιτούτο μας υπό την αιγίδα της Ελληνικής Προεδρίας ώστε ευθύς εξ αρχής να τύχει της δικής του προστασίας, διότι είμαι απολύτως πεπεισμένος ότι υπό την δική του καθοδήγηση και επίβλεψη θα κατορθώσουμε στην ακριτική μας περιοχή να επιτύχουμε το βέλτιστο και ευκταίο αποτέλεσμα για το νεοϊδρυθέν και πολλά υποσχόμενο Ινστιτούτο μας.
Προσδοκούμε και ελπίζουμε στην θετική ανταπόκρισή του, η οποία θα μας δώσει το απαραίτητο στήριγμα στο νέο μας ξεκίνημα, τώρα που το Ινστιτούτο μας ανοίγει τα φτερά του στον κόσμο».
Ο εισηγητής ολοκλήρωσε την ομιλία του ευχόμενος η ίδρυση του Ινστιτούτου στην Αλεξανδρούπολη να σηματοδοτήσει τη δημιουργία ενός πνευματικού φάρου, του οποίου η εμβέλεια θα μπορέσει κάποια στιγμή με την βοήθεια όλων να ξεπεράσει τα στενά όρια της χώρας μας και να φωτίζει σε όλα τα Βαλκάνια, την Ευρώπη και ίσως σε όλο τον κόσμο.
Η ΙΔΡΥΣΗ ΤΟΥ «ΕΛΛΛΗΝΙΚΟΥ ΙΝΣΤΙΤΟΥΤΟΥ ΘΡΑΚΙΚΩΝ ΕΡΕΥΝΩΝ»
Στο πλαίσιο της διάσωσης, διατήρησης και καταγραφής του αρχαίου πολιτισμού της Θράκης ο Δήμος Αλεξανδρουπόλεως, έπειτα από πρόταση του δημάρχου της Αλεξανδρούπολης, αποφάσισε προσφάτως και ομοφώνως σε δημοτικό συμβούλιο τον Δεκέμβριο του 2014 να προβεί στην ίδρυση του Ελληνικού Ινστιτούτου Θρακικών Ερευνών με έδρα την Αλεξανδρούπολη, καταθέτοντας προς υπογραφή ένα πρωτόκολλο συνεργασίας με το Δ.Π.Θ. και το τμήμα Γλώσσας-Φιλολογίας και Πολιτισμού Παρευξείνιων Χωρών. Να σας ενημερώσω ότι η Γενική Συνέλευση του Τμήματος ενέκρινε προ μηνών ομοφώνως το πρωτόκολλο και αναμένουμε από την Κοσμητεία να προωθήσει το θέμα στην Σύγκλητο του Πανεπιστημίου μας για την οριστική και τελική υπογραφή των δύο μερών. Πρόκειται για μια πρωτοποριακή ιδέα που ανέλαβε ο Δήμος της Αλεξανδρουπόλεως να υλοποιήσει και εύχομαι να συνδράμουν στην διαδικασία αυτή όλοι οι φορείς της Περιφέρειας της Ανατολικής Μακεδονίας και Θράκης αλλά και όχι μόνο.
Το Ινστιτούτο νομίζω ότι έρχεται στην πιο κρίσιμη για την πατρίδα μας στιγμή να καλύψει ένα τεράστιο και παλαιών χρόνων απαράδεκτο κενό και μάλιστα στον ίδιο τον τόπο του επιστημονικού ενδιαφέροντος, δηλαδή στην καρδιά της αρχαίας Θράκης όπως είναι η νευραλγική περιοχή του Έβρου. Είναι το σημείο που σήμερα ενώνονται τα τρία διαφορετικά από εθνικής απόψεως γεωγραφικά κομμάτια της πάλαι ποτέ ενιαίας Θράκης: το τμήμα που κατέχει σήμερα η Βουλγαρία, εκείνο της Τουρκίας και εκείνο της Ελλάδας. Συνεπώς, υπό το πρίσμα τουλάχιστον της γεωστρατηγικής προσεγγίσεως, για να μιλήσουμε και με σύγχρονους όρους, θεωρώ ότι πρόκειται για ένα Ινστιτούτο με τεράστια προοπτική για το παρόν αλλά και το μέλλον για τις κατοπινές γενιές που θα το διαχειρισθούν. Ο βασικός ρόλος του θα πρέπει να επικεντρωθεί στην κάλυψη του τεράστιου και δυσαναπλήρωτου κενού που έχει διαμορφωθεί στην επιστήμη της αρχαιογνωσίας σχετικά με την μελέτη των θρακικών αρχαιοτήτων λόγω της τρανταχτής απουσίας Ελλήνων ειδικών και εξειδικευμένων επιστημόνων. Στην Ελλάδα δυστυχώς η Θράκη και οι αρχαιότητες των Θρακών προγόνων μας μελετούντο σχεδόν πάντοτε σε συνδυασμό με τις ελληνικές κλασικές και ρωμαϊκές αρχαιότητες που υπάρχουν εδώ και ποτέ μα ποτέ ως ξεχωριστός τομέας επιστημονικής έρευνας. Και λέω σχεδόν, διότι ο κανόνας αυτός έχει ελάχιστες, δυστυχώς, εξαιρέσεις. Συνέπεια όλης αυτής της αδιαφορίας και ίσως και σκληροκαρδίας εκ μέρους των Ελλήνων επιστημόνων απέναντι στις θρακικές αρχαιότητες ήταν να εστιασθεί συστηματικά η προσοχή των μελετητών στις κλασικές αρχαιότητες της ελληνικής Θράκης σε βάρος των θρακικών.
Ελάχιστα ή και ανύπαρκτα είναι τα δείγματα συστηματικής έρευνας θρακικών καταλοίπων τα οποία μάλιστα θα μπορούσαν να είναι και επισκέψιμα για το ευρύ κοινό. Λυπούμαι που πρέπει να πω ότι όσα έχουν μέχρι σήμερα ανακαλυφθεί τελούν υπό καθεστώς εγκατάλειψης τόσο της πολιτείας όσο και ημών των ιδίων, των πολιτών δηλαδή. Τολμώ να ομολογήσω μάλιστα ότι αρκετά εκ των θρακικών μνημείων έχουν ήδη υποστεί ανεπανόρθωτες καταστροφές και φθορές που δύσκολα θα επιτρέψουν την αποκατάστασή τους. Δυστυχώς, αυτή είναι η σκληρή και τραγική πραγματικότητα με την οποίαν έρχεται κάποιος σήμερα αντιμέτωπος!
Αυτά όσον αφορά στην ελληνική πλευρά. Ως γνωστόν, όμως, αρκετά μεγάλο κομμάτι της αρχαίας Θράκης ανήκει στην σύγχρονη Βουλγαρία, οι μελετητές καθώς και η εν γένει πολιτική της οποίας δεν επέτρεψαν επ? ουδενί την εγκατάλειψη των θρακικών μνημείων που βρίσκονται στην επικράτειά της στο έλεος της φθοράς και της καταστροφικής ολιγωρίας. Τουναντίον μάλιστα, από πάρα πολύ νωρίς η γειτονική χώρα αντελήφθη την σπουδαιότητα και κατά συνέπεια την αναγκαιότητα για την μελέτη και την ανάδειξη των μνημείων αυτών, όχι πρωτίστως για λόγους επιστημονικούς. Και βεβαίως εννοώ ότι η γειτονική χώρα, υπό το ασφυκτικό βάρος της αναζήτησης και της επιβεβαίωσης της πολιτιστικής της ταυτότητος, άρχισε να προπαγανδίζει απροκάλυπτα την θρακική καταγωγή των Βουλγάρων και να διατρανώνει το ένδοξο παρελθόν των δήθεν Θρακών προγόνων τους. Αυτό γινόταν (και νομίζω ότι εξακολουθεί ως τα σήμερα να υποστηρίζεται) από την πλευρά της επίσημης πολιτικής της χώρας η οποία εύρισκε εξαιρετικό έρεισμα στα αποτελέσματα των συστηματικών ανασκαφικών ερευνών στην βουλγαρική ενδοχώρα, την ώρα που στην ελληνική Θράκη ασχολούμασταν μόνο με τις κλασικές-ελληνικές αρχαιότητες της Θράκης. Για τον λόγο αυτό, κυρίως μετά την λήξη του Β΄ Παγκοσμίου Πολέμου, η βασική κατεύθυνση της ακολουθούμενης από όλους πολιτικής ήταν η περαιτέρω στήριξη της άποψης ότι το βουλγαρικό έθνος έχει εν πολλοίς αρχαίες θρακικές καταβολές.
Εννοώ ότι οι αρχαιολόγοι και οι ιστορικοί είχαν ομοθυμαδόν συνταχθεί και απολύτως ταυτισθεί με την πολιτική αυτή γραμμή, βλ. π.χ. το παράδειγμα του Αλεξάντερ Φολ, με φυσικό αποτέλεσμα να επικρατήσει η εσφαλμένη άποψη ότι το θρακικό παρελθόν τούς ανήκει σχεδόν κατά αποκλειστικότητα (ας μην λησμονούμε εδώ ότι στο Μουσείο του Καζανλίκ της Βουλγαρίας, υπάρχει δήλωση του Ζίφκωφ σε 5 γλώσσες: «Στις φλέβες μας ρέει και αίμα Θρακών και είμαστε οι νόμιμοι κληρονόμοι των Θρακικών θησαυρών, οπουδήποτε της γης»). Για τον λόγο αυτό στο Ινστιτούτο Αρχαιολογίας της Βουλγαρίας (δηλαδή, στον επίσημο φορέα της χώρας για θέματα αρχαιολογίας) ιδρύθηκε από πολύ νωρίς ένας ειδικός τομέας έρευνας, αυτός της Θρακολογίας, όπου μέχρι και σήμερα εργάζονται πολλοί και εξαιρετικοί θρακολόγοι, δηλαδή ειδικοί αρχαιολόγοι και ιστορικοί επί της θρακικής αρχαιότητας. Η θρακολογία στην γειτονική χώρα έχει να επιδείξει λαμπρά ιστορική πορεία αφού έχει καθιερώσει επί σειρά δεκαετιών ολόκληρη σχολή ακαδημαϊκών και ερευνητών με αξιοζήλευτα αποτελέσματα. Μπορώ ωστόσο με ευχαρίστηση να αναγνωρίσω ότι τα τελευταία χρόνια διαπιστώνω πως υπάρχουν και μελετητές, κυρίως νεώτερης γενιάς, που έχουν απεγκλωβισθεί και ήδη αποστασιοποιηθεί από την επίσημη κατεύθυνση της προπαγάνδας που επιχειρείται εκ μέρους του Ινστιτούτου Αρχαιολογίας της Βουλγαρίας και αυτό οφείλεται προφανώς στο γεγονός ότι έχουν λάβει επιπλέον μόρφωση σε ακαδημαϊκά ιδρύματα της Εσπερίας. Προφανώς πρόκειται για αλματώδη μεταστροφή!
Και σε όλο αυτό το ενδιαφέρον επιστημονικό έργο η Ελλάδα λάμπει για άλλη μια φορά δια της εκκωφαντικής απουσίας της! Έχοντας εγκαταλείψει κατά μέρους οποιαδήποτε ενασχόληση με την αρχαία Θράκη και τα θρακικά μνημεία, δόθηκε έμφαση στις ελληνικές αποικίες που φιλοξενήθηκαν στις ακτές του Αιγαίου από τον 7ο αι. π.Χ. με σποραδικές αναφορές και μνείες ότι στα περίχωρα των συγκεκριμένων οικισμών κατοικούσαν οι γηγενείς Θράκες. Πολύ σπανιότερα, γινόταν κάποιος σχολιασμός στις σχέσεις μεταξύ των δύο λαών και νομίζω ότι εδώ κατέληγε η όποια αναφορά. Έτσι, με την αδιαφορία και ίσως τολμώ να πω την περιφρόνηση, επετράπη από ελληνικής πλευράς στους Βουλγάρους θρακολόγους να έχουν πάντοτε στην διεθνή βιβλιογραφία τον τελευταίο και βαρύνουσας σημασίας λόγο για τους αρχαίους Θράκες. Δίχως ποτέ να υπάρχει ο αντίλογος από ελληνικής πλευράς, πάντοτε βεβαίως στην βάση πλήρους επιστημονικής τεκμηρίωσης και χάριν της προώθησης ενός υγειούς επιστημονικού διαλόγου. Χαρακτηριστικό παράδειγμα μάλιστα αποτελεί το σχεδόν πρόσφατο, προ δεκαετίας, 10ο Διεθνές Θρακολογικό Συνέδριο, που διεξήχθη σε Κομοτηνή και Αλεξανδρούπολη στο οποίο Βούλγαροι μελετητές κατέφθασαν με 2 υπερπλήρη λεωφορεία ναυλωμένα από το Ινστιτούτο Αρχαιολογίας, ενώ οι Έλληνες σύνεδροι δεν υπερέβαιναν τους 2 τον αριθμό, οι εισηγήσεις των οποίων μάλιστα δεν είχαν και άμεση σχέση με το εν γένει αντικείμενο! Αυτό είναι πρόδηλο και από την δημοσίευση των πρακτικών του Συνεδρίου, στα οποία παρεμπιπτόντως έχει πρόσβαση ολόκληρη η παγκόσμια επιστημονική κοινότητα. Άρα έτι μια φορά η αξίωση της γειτονικής χώρας ότι μόνο οι επιστήμονές της είναι σε θέση να εκφέρουν έγκυρη και τεκμηριωμένη άποψη επί θεμάτων θρακολογίας επιβεβαιώθηκε περίτρανα ακόμη και επί ελληνικού εδάφους! Θα μπορούσα να απαριθμήσω και άλλα παρόμοια περιστατικά, όπως για παράδειγμα ένα χαρακτηριστικό περιστατικό που επληροφορήθην σχετικά με την πλήρη απουσία και την εκ του προχείρου αντιμετώπιση εκ μέρους της ελληνικής επιστημονικής πλευράς βασικών ζητημάτων που συζητήθηκαν σε Συνέδριο λαογραφίας της Θράκης, σε αντιδιαστολή με την υπερβολικά μεγάλη συμμετοχή Βουλγάρων λαογράφων, πλήρως ενημερωμένων επί του θέματος!
Όλα αυτά δεν τα αναφέρω ούτε για λόγους εθνικιστικούς, ούτε διεκδικητικούς, αλλά κυρίως για λόγους επιστημονικής ευαισθησίας κι αν θέλετε πατριωτικής ανησυχίας.
Στόχος μου είναι να τονίσω τους λόγους για τους οποίους είχα σχεδόν προ έτους, με αίσθημα ευθύνης, προτείνει την τεράστια ανάγκη να ιδρυθεί επιτέλους ένα σοβαρό και υπεύθυνο Ινστιτούτο που θα αναλάβει τον ρόλο να προαγάγει τον επιστημονικό διάλογο που προανέφερα, βασισμένο πάντοτε σε απολύτως τεκμηριωμένη επιστημονική υποστήριξη ώστε σε πολλά σημεία να αποκατασταθεί και να λάμψει η ιστορική πραγματικότητα. Νομίζω ότι εμείς οφείλουμε σε εκείνους τους ανθρώπους που θεωρούμε ότι υπήρξαν πρόγονοί μας, τους Θράκες, να αναδείξουμε την πολιτισμική παρακαταθήκη τους στην ολότητά της, την οποίαν ποικιλοτρόπως μας μετεβίβασαν και η οποία διαβιεί ακόμη και σήμερα σε πολλές πτυχές της ζωής μας, είτε το θέλουμε είτε όχι. Σε μας εναπόκειται να το ανακαλύψουμε και να το αποδείξουμε!
Δεν αναφέρθηκα στο τμήμα της Ανατολικής Θράκης που σήμερα ανήκει στην Τουρκία. Εκεί τα πράγματα είναι πολύ χειρότερα ακόμη και σε σύγκριση με την σκληρή ελληνική πραγματικότητα που περιέγραψα μέχρι τώρα, και άρα δεν υπάρχει λόγος να επεκταθώ περισσότερο επ? αυτού.
Προς αυτήν την κατεύθυνση, λοιπόν, και με άξονα την προώθηση ενός τριμερούς (Ελλάδας, Τουρκίας, Βουλγαρίας) επιστημονικού διαλόγου/αντιλόγου, το Ελληνικό Ινστιτούτο Θρακικών Ερευνών του Δήμου Αλεξανδρουπόλεως και σε συνεργασία με το Δ.Π.Θ. καλείται να επιτελέσει έργο πρωτίστως επιστημονικό και αφιερωμένο καθ? ολοκληρίαν στις θρακικές αρχαιότητες της ελληνικής μας Θράκης, τουλάχιστον στα πρώτα του βήματα. Αργότερα, ίσως να είναι σε θέση να αναπτυχθεί σε τέτοιο βαθμό ώστε να φιλοξενήσει και τμήμα σύγχρονης λαογραφίας με άρτια κατηρτισμένο επιστημονικό προσωπικό.
Βασικός στόχος του Ινστιτούτου, αφ? ης στιγμής αποφασισθεί και παραχωρηθεί ο κατάλληλος χώρος στέγασής του, είναι η οργάνωση και η δημιουργία μιας κατά το δυνατόν πλήρους και ενημερωμένης βιβλιοθήκης και αναγνωστηρίου με σύγχρονες προδιαγραφές και υποδομή. Και βεβαίως δεν εννοώ μόνο ράφια γεμάτα με διάφορα πονήματα της ειδικότητας που θα διαθέτει και δυο καθίσματα, αλλά προφανώς μιας βιβλιοθήκης που θα είναι σε θέση να ανταποκρίνεται και στις προσδοκίες και τις απαιτήσεις της σύγχρονης εποχής της πληροφορίας, την οποία διανύουμε, με την παροχή όλων των μοντέρνων ηλεκτρονικών μέσων για την διασύνδεση με ηλεκτρονικές πλατφόρμες πληροφορίας των πλέον γνωστών ακαδημαϊκών βιβλιοθηκών του επιστημονικού κόσμου. Μόνο με αυτόν τον τρόπο θα μπορεί το Ινστιτούτο μας να προσελκύει, αλλά και να είναι σε θέση να φιλοξενεί για κάποιο χρονικό διάστημα (κι αυτό θα είναι ευχής έργον!) ακαδημαϊκούς και άλλους επιστήμονες από την Ελλάδα, τα Βαλκάνια αλλά και τον υπόλοιπο κόσμο, για να προσέρχονται και να μελετούν ελεύθερα και παραγωγικά στο φιλόξενο, όπως ελπίζω να διαμορφωθεί, περιβάλλον του Ινστιτούτου. Έτσι, το Ινστιτούτο θα έχει την μοναδική ευκαιρία να οργανώνει στον οικείο του χώρο διαλέξεις από επιστήμονες κύρους και ακαδημαϊκής ολκής για το ευρύ αλλά και το ενδιαφερόμενο επιστημονικό κοινό. Θα προσπαθήσουμε δηλαδή, όσο αυτό μας το επιτρέψουν οι συνθήκες, να οργανώσουμε ένα κέντρο που θα μπορεί να εξελιχθεί σε μια πολύβουη και δημιουργική κυψέλη ανθρώπων όπου θα συναθροίζονται με στόχο τον προβληματισμό, την ανταλλαγή απόψεων και τον γόνιμο επιστημονικό διάλογο. Δεύτερον, νομίζω ότι ένα τέτοιο επιστημονικό κέντρο θα πρέπει να αποκτήσει ταυτότητα, δηλαδή εκείνο το γραπτό κείμενο ή έγγραφο που αποτελεί σήμα κατατεθέν της υπάρξεώς του. Και βεβαίως εννοώ την έκδοση ενός περιοδικού, όχι εκλαϊκευμένης μορφής, αλλά άκρως επιστημονικού περιεχομένου, στο οποίο, έπειτα από προσεκτική επιλογή ειδικώς διαμορφωθεισομένης επιστημονικής επιτροπής, θα μπορούν σε προσβάσιμη γλώσσα να δημοσιεύονται κείμενα επιστημόνων που θα άπτονται του ειδικού γνωστικού αντικειμένου, το οποίο καλείται να θεραπεύει το Ινστιτούτο όπως περιέγραψα πιο πάνω. Αυτό θα πρέπει να καταστεί εργαλείο στα χέρια των ερευνητών ανά τον κόσμο για την προώθηση και την εξέλιξη του επιστημονικού μας αντικειμένου.
Τρίτον, θεωρώ ότι το Ινστιτούτου μας πρέπει να τεθεί στην υπηρεσία του ανθρώπου, δηλαδή να διακατέχεται από καθαρά ανθρωπιστικό χαρακτήρα, σύμφωνα με τις επιταγές των Γάλλων Διαφωτιστών του 18ου και του 19ου αιώνος, οι οποίοι ως γνωστόν υπήρξαν βαθύτατα επηρεασμένοι από το αρχαίο ελληνικό φιλοσοφικό πνεύμα. Νομίζω ότι εκείνο που θα πρέπει στην κατεύθυνση αυτή να επιδιώξουμε είναι να εμφυσήσουμε σε νέους ανθρώπους, ιστορικούς της αρχαιότητας και αρχαιολόγους, και να τους ενθαρρύνουμε να ασχοληθούν με τις θρακικές αρχαιότητες σε επίπεδο μεταπτυχιακών και κυρίως διδακτορικών σπουδών, ώστε να αρχίσει η εκπόνηση ελληνικών επιστημονικών συγγραμμάτων μέσω του Ινστιτούτου μας με την μορφή παροχής υποτροφιών, εγκεκριμένων αυστηρώς από ειδική επιστημονική επιτροπή. Με τον τρόπο αυτό, θα μπορέσουμε να γονιμοποιήσουμε τις συνθήκες ώστε να δημιουργηθεί η απαραίτητη ικμάδα που με την σειρά της θα αποτελέσει την στέρεα βάση για την καλλιέργεια και την ανάπτυξη ενός πραγματικού πνευματικού φυτωρίου, τους μελλοντικούς ερευνητές της θρακικής αρχαιότητας, στους κόλπους του Ινστιτούτου μας.
Τέταρτον, το Ινστιτούτο θεωρώ ότι θα πρέπει να πλαισιώνεται από ένα Επιστημονικό Συμβούλιο, άτυπο, αρχικά τουλάχιστον, έγκριτων και διεθνώς αναγνωρισμένων επιστημόνων που να έχουν σχέση με το θεραπευθησόμενο γνωστικό αντικείμενο. Το Συμβούλιο αυτό θα διαμορφώνει και θα εγκρίνει τις δράσεις και την εν γένει δραστηριότητα του Ε.Ι.Θ.Ε., ενώ θα λαμβάνει αποφάσεις που θα καθορίζουν την πορεία και το μέλλον του. Άρα, αν και θα λειτουργεί σε άτυπο πλαίσιο, το Συμβούλιο θα κατέχει τον πιο καίριο ρόλο. Προτείνω, λοιπόν, στο Συμβούλιο αυτό να μετέχουν οι εξής, διεθνώς αναγνωρισμένου κύρους, επιστήμονες:
1) Άγγελος Χανιώτης (Princeton University)
2) Jan Bouzek (Charles University of Praha)
3) Irad Malkin (Tel Aviv University)
4) Γαβριέλα Παρισάκη (Εθνικό Ίδρυμα Ερευνών)
5) Παντελής Νίγδελης (Καθηγητής Α.Π.Θ.)
6) Μανώλης Μανωλεδάκης (Διεθνές Πανεπιστήμιο Ελλάδος)
7) Δήμαρχος Αλεξανδρούπολης.
Το Άτυπο αυτό Επιστημονικό Συμβούλιο θα είναι υπεύθυνο για την διαμόρφωση του χαρακτήρα και της επιστημονικής ταυτότητας και της λειτουργίας του Ινστιτούτου. Επιτρέψτε μου, να προτείνω ως επικεφαλής Πρόεδρος του εν λόγω Συμβουλίου, να αναλάβει ο ίδιος ο Πρόεδρος της Δημοκρατίας και ταυτόχρονα να εξετασθεί το ενδεχόμενο να τεθεί το Ινστιτούτο μας υπό την αιγίδα της Ελληνικής Προεδρίας ώστε ευθύς εξ αρχής να τύχει της δικής του προστασίας, διότι είμαι απολύτως πεπεισμένος ότι υπό την δική του καθοδήγηση και επίβλεψη θα κατορθώσουμε στην ακριτική μας περιοχή να επιτύχουμε το βέλτιστο και ευκταίο αποτέλεσμα για το νεοϊδρυθέν και πολλά υποσχόμενο Ινστιτούτο μας.
Προσδοκούμε και ελπίζουμε στην θετική ανταπόκρισή του, η οποία θα μας δώσει το απαραίτητο στήριγμα στο νέο μας ξεκίνημα, τώρα που το Ινστιτούτο μας ανοίγει τα φτερά του στον κόσμο».
Ο εισηγητής ολοκλήρωσε την ομιλία του ευχόμενος η ίδρυση του Ινστιτούτου στην Αλεξανδρούπολη να σηματοδοτήσει τη δημιουργία ενός πνευματικού φάρου, του οποίου η εμβέλεια θα μπορέσει κάποια στιγμή με την βοήθεια όλων να ξεπεράσει τα στενά όρια της χώρας μας και να φωτίζει σε όλα τα Βαλκάνια, την Ευρώπη και ίσως σε όλο τον κόσμο.
Ακολουθήστε το xronos.gr στο Google News