Ο Γιάννης Μπέζος έρχεται στην Κομοτηνή με τα «Παντρολογήματα», μία κωμωδία αξιώσεων, ένα λαϊκό κλασικό έργο, όπως το χαρακτήρισε ο ίδιος φιλοξενούμενος στη συχνότητα του ράδιο Χρόνος 87,5 Παραγωγικός και συνεχώς στην επικαιρότητα με τη δουλειά του ο Γιάννης Μπέζος συνεχίζει να εργάζεται με συνέπεια και συνέχεια στα χρόνια της κρίσης, γι’ αυτό και δηλώνει αισιόδοξος. Άλλωστε όπως λέει χαρακτηριστικά «δεν επιτρέπεται να μην είμαι αισιόδοξος»
Ο Γιάννης Μπέζος έρχεται στην Κομοτηνή με τα «Παντρολογήματα», μία κωμωδία αξιώσεων, ένα λαϊκό κλασικό έργο, όπως το χαρακτήρισε ο ίδιος φιλοξενούμενος στη συχνότητα του ράδιο Χρόνος 87,5. Ο δημοφιλής ηθοποιός πρωταγωνιστεί αλλά και σκηνοθετεί την παράσταση που ανεβαίνει αύριο Σάββατο 12 Ιουλίου στο θερινό δημοτικό θέατρο της πόλης μας και υπόσχεται άφθονο γέλιο, που τόσο έχει ανάγκη ο κόσμος, μέσα από ένα έργο κλασικό και διαχρονικό. Στα «Παντρολογήματα» του Νικολάι Γκόγκολ, ένας αναποφάσιστος, νωθρός και άτολμος εργένης σκέφτεται επιτέλους να παντρευτεί. Σύμφωνα με τις συνήθειες της εποχής προσλαμβάνει μια προξενήτρα. Ένας επιστήθιος φίλος του υπερθεματίζει ως προς την καταλληλότητα της νύφης. Η συνάντηση στο σπίτι της μέλλουσας συζύγου όπου καταφθάνουν και άλλοι απίθανοι υποψήφιοι καταλήγει σε φιάσκο. Ένα όργιο ψέματος, συναλλαγής και αρχοντοχωριατισμού μας δίνει μία εικόνα της κοινωνικής ζωής στη Ρωσία των αρχών του 19ου αιώνα. Μία ρωγμή ευαισθησίας και δειλής ειλικρίνειας του ζευγαριού συντηρεί την ελπίδα. Σαν γνήσιος απόγονος του μεγάλου Μολιέρου, ο Γκόγκολ παρουσιάζει τα πρόσωπά του φορτισμένα από τις συνήθειες της εποχής τους, που στην ουσία απέχουν ελάχιστα από τις σημερινές. Η ευκολία με την οποία μπορείς να διολισθήσεις στη φάρσα και το εύκολο γέλιο στο έργο του Γκόγκολ είναι μια παγίδα στημένη πολύ μελετημένα από τον συγγραφέα! Κι αυτό εντάσσεται στη λοξή του ματιά στον κόσμο. Έναν κόσμο δυσβάσταχτο για τον ίδιο και αστείο για εμάς.
.jpg)
ΜΙΑ ΚΩΜΩΔΙΑ 200 ΕΤΩΝ ΠΟΥ ΑΚΟΜΑ ΚΑΝΕΙ ΤΟΝ ΚΟΣΜΟ ΝΑ ΓΕΛΑ
Για τον σκηνοθέτη και ηθοποιό Γιάννη Μπέζο, «όλα τα μεγάλα έργα είναι κλασικά». Μπορεί, όπως λέει, ο κόσμος να ακούει κλασικό και να τρομάζει, όμως «τα «Παντρολογήματα» είναι μία πολύ απλή λαϊκή κωμωδία και πολύ αστεία. Ίσως είναι η πιο αστεία παράσταση που έχουμε κάνει. Τα Παντρολογήματα είναι αφορμή ώστε ο συγγραφέας να καταδείξει έναν κόσμο ολόκληρο, ο οποίος είναι ο κόσμος της συναλλαγής, του αρχοντοχωριατισμού, ένας κόσμος όπου η θέση της γυναίκας είναι τραγική. Υπάρχουν βέβαια ακόμα τέτοια κρούσματα, μη νομίζετε ότι η θέση της γυναίκας είναι καλύτερη τώρα. Είμαστε λίγο ψευτομοντέρνοι. Όλα αυτά θέλει να καταδείξει ο Γκόγκολ και το καταδεικνύει με πολύ αστείο τρόπο, με τις αστείες φιγούρες που εμφανίζονται στη σκηνή, που είναι τραγικά πρόσωπα, αλλά στα μάτια του θεατή είναι γελοία και αστεία. Όταν κάποιος θέλει να καυτηριάσει κάποιον – και αυτή είναι η σχολή του Μολιέρου ? τον καταδεικνύει ως γελοίο και αυτό είναι κάτι που δε μπορεί να το αντιμετωπίσει ο άνθρωπος, το να φαίνεται γελοίος. Όλα τα άλλα τα αντιμετωπίζει, δεν τον νοιάζει αν τον πούνε ψεύτη, κλέφτη, απατεώνα, το να τον πούνε όμως γελοίο δεν τον αντέχει. Αυτό κάνει ο Γκόγκολ, προς τέρψιν του κοινού». Τα «Παντρολογήματα» είναι ένα έργο 200 χρόνων όμως ανάλογη ανταπόκριση, όπως άλλωστε έχουν και έργα 2.500 ετών. Γιατί συμβαίνει αυτό εξηγεί ο κ Μπέζος, «οι συνήθειες των ανθρώπων και ο ψυχισμός τους δεν αλλάζουν, αλλάζει ο τρόπος που ζούμε, που ντυνόμαστε, που τρεφόμαστε, που επικοινωνούμε, αλλάζει η τεχνολογία, αλλά οι βασικές ανησυχίες του ανθρώπου δεν αλλοιώνονται. Οι άνθρωποι πάντα θα έχουν τεράστια προτερήματα και τεράστια ελαττώματα». Το 1833 άρχισε να γράφει το έργο «Παντρολογήματα» (ή Ο γάμος ή Γαμπροπάζαρο), λίγο μετά τα «Βράδια στο χωριό». Ο Γκόγκολ το άφησε στη μέση γιατί αφοσιώθηκε σε μια καινούργια κωμωδία, τον «Επιθεωρητή». Λίγο αργότερα, έδωσε την οριστική μορφή στα Παντρολογήματα στη Ρώμη για να τα ξαναστείλει στην Πετρούπολη, όπου παρουσιάστηκαν για πρώτη φορά τον Δεκέμβριο του 1842. Οι φίλοι του Γκόγκολ, ακόμη κι ο ίδιος, θεωρούσαν τα Παντρολογήματα και τους Παίχτες, απλές φάρσες. Μόνο ο κριτικός Μπελίνσκι διέκρινε την «καλλιτεχνική και πιστή αναπαράσταση των ηθών της μέσης κοινωνίας της Πετρούπολης».
Η ΔΟΥΛΕΙΑ ΤΩΝ ΚΑΛΛΙΤΕΧΝΩΝ ΒΡΙΣΚΕΤΑΙ ΣΤΟ ΔΥΣΚΟΛΟ ΔΡΟΜΟ
Παραγωγικός και συνεχώς στην επικαιρότητα με τη δουλειά του ο Γιάννης Μπέζος συνεχίζει να εργάζεται με συνέπεια και συνέχεια στα χρόνια της κρίσης, γι’ αυτό και δηλώνει αισιόδοξος. Άλλωστε όπως λέει χαρακτηριστικά «δεν επιτρέπεται να μην είμαι αισιόδοξος, η κοινωνία έχει μία τάση να νιώθει λυπημένη, λείπει η ελπίδα, ο ορίζοντας, δική μας αποστολή είναι αυτή να δίνουμε στον κόσμο ελπίδα και κυρίως στους νέους ανθρώπους, που ζούνε αυτή τη φοβερή απογοήτευση. Η απογοήτευση τους δεν είναι μόνο πολιτική, είναι πολιτιστική και κοινωνική, διότι τόσα χρόνια υποκαταστήσαμε τις πραγματικές αξίες ζωής με διάφορα οικονομικά ανταλλάγματα. Βάλαμε σε προτεραιότητα άλλα πράγματα, ενώ θα έπρεπε να είχαμε άλλα σε προτεραιότητα και εδώ είναι η τεράστια ευθύνη του εκπαιδευτικού και πολιτικού μας συστήματος. Η δική μας η δουλειά είναι να πηγαίνουμε προς τα δύσκολα, με αρχοντιά και όχι με σκυμμένο το κεφάλι». Όσο για το ποια είναι η δουλειά των ηθοποιών και των καλλιτεχνών γενικότερα σε καιρούς δύσκολους, ο κ. Μπέζος λέει πως «η δουλειά η δική μας είναι να επιστρατεύουμε τις δυνάμεις μας για τα δύσκολα, δεν είναι για τα εύκολα. Αυτό θα πρέπει να κάνουν και οι πολιτικοί, που μετράνε πάντα το πολιτικό κόστος. Άλλωστε τον πολιτικό δεν τον ψηφίζουμε για να κάνει τα εύκολα, τα εύκολα τα κάνει και η κότα μου, τον ψηφίζουμε για τα δύσκολα. Το ίδιο πρέπει να κάνουμε και εμείς. Οι καλλιτέχνες δεν πρέπει να μπαίνουμε στον πειρασμό της κολακείας του κοινού και του λαϊκισμού, ώστε να έχουμε εισιτήρια. Πρέπει να πάμε στον πιο δύσκολο και σύνθετο δρόμο, ο οποίος είναι πιο κουραστικός, αλλά τελικά είναι πιο αποκαλυπτικός και αυτή είναι και η αποστολή της δουλειάς μας». Σύμφωνα με τον κ. Μπέζο «αυτό το εκτιμάει ο κόσμος, μπορεί να μην τον εκτιμήσει τώρα, αλλά θα φανεί στο βάθος του χρόνου, γιατί αυτά τα πράγματα αξιολογούνται από το χρόνο και όχι από τα εισιτήρια».
Συντελεστές της παράστασης «Παντρολογήματα»:
Μετάφραση-Σκηνοθεσία: Γιάννης Μπέζος, Σκηνικά- Κοστούμια: Άγγελος Μέντης Μουσική: Θοδωρής Οικονόμου Φωτισμοί: Ελευθερία Ντεκώ, Βοηθός Σκηνοθέτη: Δάφνη Σταυροπούλου. Παίζουν: Γιάννης Μπέζος: Κατσκαριόφ, Ναταλία Τσαλίκη: Φιόκλα, Χρήστος Λούλης: Πoτκαλιόσιν, Τάσος Γιαννόπουλος: Ζεβάκιν, Κώστας Μπερικόπουλος: Ανούτσκιν, Δημήτρης Δεγαΐτης: Στραπατσάδας, Κατερίνα Λυπηρίδου: Αγάφια, Σύρμω Κεκέ: Αρίνα, Παναγιώτης Κατσώλης: Στεπάν, Σταρικόφ, Όλγα Ιωσηφίδου: Ντουνιάσκα.
Ώρα έναρξης: 9.15 μ.μ. Τιμές εισιτηρίων 18 €: Ενήλικες 15 ?: Φοιτητικό, Πολυτέκνων & Μαθητικό (από 13 έως 17 ετών) 12 ?: Παιδικό (από 6 έως 12 ετών) & Ανέργων (με την προσκόμιση στον έλεγχο κάρτα ανεργίας). Ισχύουν εισιτήρια ΟΓΑ.
Δήμος Μπακιρτζάκης
Ακολουθήστε το xronos.gr στο Google News