Ο δήμαρχος Κομοτηνής δεν προχώρησε στην αποστολή των εγγράφων, αλλά ακόμα και αν το ήθελε, δε θα μπορούσε καθώς με απόφαση του Ενιαίου Συλλόγου Δημοτικών Υπαλλήλων Ροδόπης, τελούσαν υπό κατάληψη τα γραφεία Πρωτοκόλλου και Προσωπικού
«Η αξιολόγηση που από κοινού θα συμφωνηθεί, δε θα πρέπει να λειτουργεί ως δαμόκλειος σπάθη, αλλά ως εργαλείο προσυμφωνημένων και προκαθορισμένων ενεργειών βελτίωσης και αναβάθμισης των δυνατοτήτων και της αποδοτικότητας του προσωπικού και της αποτελεσματικότητας των Δήμων».
Τα παραπάνω επισημαίνονται σε έγγραφο της Κεντρικής Ένωσης Δήμων Ελλάδας (ΚΕΔΕ) που απευθύνεται προς τον υπουργό Διοικητικής Μεταρρύθμισης και Ηλεκτρονικής Διακυβέρνησης Κυριάκο Μητσοτάκη. Το έγγραφο προέκυψε, ύστερα από την τελευταία συνεδρίαση της ΚΕΔΕ στην Αθήνα, στην οποία μετείχε και ο δήμαρχος Κομοτηνής Γιώργος Πετρίδης. Επιστρέφοντας στην Κομοτηνή τόνισε ότι, «περίπου τα 2/3 των δημάρχων σε όλη την Ελλάδα δεν έχουν υπογράψει τις αξιολογήσεις όπως και εγώ». Υπενθυμίζεται ότι την περασμένη Δευτέρα 30 Ιουνίου ήταν η καταληκτική ημερομηνία για την έκδοση της απόφασης επιμερισμού των ποσοστών αξιολόγησης, κάτι που δεν έγινε στους δήμους της Ροδόπης.
Ειδικότερα, ο δήμαρχος Κομοτηνής δεν προχώρησε στην αποστολή των εγγράφων, αλλά ακόμα και αν το ήθελε δε θα μπορούσε καθώς με απόφαση του Ενιαίου Συλλόγου Δημοτικών Υπαλλήλων Ροδόπης, τελούσαν υπό κατάληψη τα γραφεία Πρωτοκόλλου και Προσωπικού. «Βέβαια είναι νομική υποχρέωση των δημάρχων να αποστείλουν τα έγγραφα γιατί εάν θέλουν μπορούν να μας πάνε πειθαρχικά», δήλωσε στον «Χ» ο Γιώργος Πετρίδης.
ΕΦΑΡΜΟΓΗ ΠΙΛΟΤΙΚΟΥ ΠΡΟΓΡΑΜΜΑΤΟΣ ΠΡΟΤΕΙΝΕΙ Η ΚΕΔΕ
Οι τελευταίες εξελίξεις συζητήθηκαν στη συνεδρίαση της ΚΕΔΕ και οι αιρετοί πρότειναν, μεταξύ άλλων, τη δημιουργία ενός πιλοτικού προγράμματος αξιολόγησης προσαρμοσμένο στις ανάγκες του κάθε δήμου. Στο έγγραφο της ΚΕΔΕ το οποίο απευθύνεται στον υπουργό Κ. Μητσοτάκη αναφέρονται τα εξής: «Σε συνέχεια της συνάντησης που πραγματοποιήσαμε μαζί σας στις 17 Ιουνίου του 2014 θα θέλαμε να σας εκφράσουμε για μία ακόμη φορά τη θέση μας ότι η αξιολόγηση των δομών και του προσωπικού στους δήμους, αλλά και στον ευρύτερο δημόσιο τομέα, μπορούν να αποτελέσουν χρήσιμα εργαλεία για την εφαρμογή βελτιωτικών μέτρων πολιτικής, που θα αναβαθμίσουν σημαντικά τη διοίκηση, αλλά και τις παρεχόμενες στους πολίτες υπηρεσίες.
Χρειάζεται όμως η αξιολόγηση να εφαρμοστεί με επιστημονικά τεκμηριωμένη μέθοδο, με επιχειρησιακή αποτελεσματικότητα και με την ευρύτερη δυνατή συναίνεση, ώστε να μην απαξιωθεί ως θεσμός.
Στόχος της ΚΕΔΕ είναι να οδηγηθούμε, παρά την πίεση του χρόνου και των συνθηκών, σε ορθή εφαρμογή του όποιου συστήματος της αξιολόγησης που από κοινού να συμφωνηθεί, ώστε να μην λειτουργεί αυτό ως δαμόκλειος σπάθη, αλλά ως εργαλείο προσυμφωνημένων και προκαθορισμένων ενεργειών βελτίωσης και αναβάθμισης των δυνατοτήτων και της αποδοτικότητας του προσωπικού και της αποτελεσματικότητας των δομών. Γι. αυτό εκτιμούμε ότι: Η αξιολόγηση και των δομών και του προσωπικού πρέπει να συναρτάται άμεσα με τους προγραμματικούς ετήσιους και μεσο-μακροπρόθεσμους στόχους του φορέα, όπως αυτοί εξειδικεύονται και αναλύονται ανά οργανωτική μονάδα. Κατά την άποψη μας η αξιολόγηση, για να μη δημιουργεί καχυποψίες και παρενέργειες, πρέπει να συνδέεται απαραίτητα με προκαθορισμένα και πλήρως αποσαφηνισμένα και κατανοητά κίνητρα για τον εργαζόμενο(υλικά, αγαθά και καταστατικά) καθώς και με προσπάθειες βελτίωσης του γνωστικού αντικειμένου και των εφοδίων που αυτός διαθέτει και όχι με ποινές, γιατί αυτές προβλέπονται αποκλειστικά από την πειθαρχική νομοθεσία, που φυσικά και αυτή χρειάζεται σύγχρονη προσαρμογή. Είναι προφανές ότι το σύστημα της αξιολόγησης πρέπει ρητά να αναφέρει ότι δε συνδέεται με απολύσεις και διαθεσιμότητες, αλλά με πρόγραμμα αναδιοργάνωσης και βελτίωσης των δομών και αναβάθμισης του ανθρώπινου δυναμικού. Εδώ σημειώνουμε, επί τη ευκαιρία, μία προφανή αντίφαση που προκύπτει από το αντικειμενικό μεν σύστημα προσλήψεων που ισχύει μέσω του ΑΣΕΠ για το δημόσιο, το οποίο όμως δεν είναι προφανώς και αξιοκρατικό και ουδόλως διασφαλίσει τα ποιοτικά στοιχεία σε σχέση με τη θέση εργασίας, που θα πρέπει να πληροί κάθε νεοεισερχόμενος στο δημόσιο. Δηλαδή να θεωρούμε ότι το αντικειμενικό σύστημα επιλογής προσωπικού πρέπει να αποκτήσει και στοιχεία διασφάλισης της ποιότητας του προσλαμβανόμενου, χωρίς να υπονομεύει το αδιάβλητο της επιλογής.
Η αξιολόγηση που θα εφαρμοστεί, προτείνουμε να συνδεθεί με τους προκαθορισμένους στόχους που προαναφέρουμε, να εφαρμοστεί πιλοτικά και να υπάρχει μεταβατικό διάστημα εφαρμογής, ώστε να προκύψουν κάποια πρώτα συμπεράσματα και να ακολουθήσουν βελτιώσεις στο σύστημα. Κατά την άποψη μας, πρέπει να υπάρξει διάστημα εφαρμογής μονοετούς διάρκειας ή διάρκειας μίας επιχειρησιακής περιόδου, ανάλογα με την ιδιαιτερότητα του φορέα. Θεωρούμε ότι τα ποσοστά κατηγοριοποίησης του προσωπικού που προβλέπει το νόμος 4250/2014, 60% και 15% είναι αυθαίρετα και δεν στηρίζονται σε μια επιστημονικά αποδεκτή μέθοδο και είναι αμφιβόλου συνταγματικότητας, σύμφωνα με τη γνωμοδότηση της επιστημονικής επιτροπής της βουλής. Η προκαθορισμένη ποσόστωση ακυρώνει το αξιολογικό παράγωγο και τη διαφορά των επιδόσεων που σαφώς παρατηρείται μεταξύ ομοίων φορέων με παρόμοιο χαρακτήρα, οργάνωση, στελέχωση και παραγωγή έργου. Με τον τρόπο που προβλέπει ο νόμος την εφαρμογή της αξιολόγησης, αγνοούνται οι υφιστάμενες συγκριτικές αξιολογήσεις που υπάρχουν de facto μεταξύ των οργανωτικών μονάδων του φορέα, με αποτέλεσμα να μη γίνεται αποδεκτό το αποτέλεσμα της αξιολόγησης και να κινδυνεύει και γι΄ αυτό το λόγο, να απαξιωθεί ο θεσμός. Τα κριτήρια αξιολόγησης στους δήμους πρέπει να είναι όχι μόνο ποιοτικά αλλά και ποσοτικά, επειδή υπάρχει μεγάλος όγκος εκτελεστικού έργου, που να μπορεί να αποτιμηθεί ποσοτικά, ανά ομοειδή υπηρεσία.
Επίσης πρέπει να έχουν σταθμίσεις και συντελεστές βαρύτητας, πιθανώς μεταβαλλόμενους ανάλογα με τις προγραμματικές προτεραιότητες που θέτει ο φορέας σε κάθε περίοδο αξιολόγησης. Π.χ. αν προτεραιότητα για ένα δήμο σε ένα έτος είναι η βελτίωσης της αγροτικής οδοποιίας, το κριτήριο βελτίωσης της κατασκευής ανά τετραγωνικό δρόμου μπορεί να έχει βαρύτητα 100%, ενώ τον επόμενο χρόνο, που δε θα είναι προτεραιότητα η βελτίωση της αγροτικής οδοποιίας, η σχετική βαρύτητα να μειωθεί 60%.
Εν κατακλείδι, θεωρούμε απολύτως αναγκαίο να προσδιοριστούν, από την αρχή το πρόγραμμα και τα μέτρα πολιτικής με τα οποία θα συνδέεται η αξιολόγηση και να συμφωνηθούν μεταξύ ΚΕΔΕ των αρμόδιων υπουργείων και της Πανελλήνιας Ομοσπονδίας Εργαζομένων στην Τοπική Αυτοδιοίκηση(εάν συμφωνήσει να συμμετάσχει), τα κριτήρια και ο τρόπος πιλοτικής εφαρμογής της αξιολόγησης δομών και προσωπικού, ώστε να προκύψει ένα κοινά συμφωνημένο αξιόπιστο και αποτελεσματικό οριστικό σύστημα αξιολόγησης». Το έγγραφο υπογράφει ο πρόεδρος της ΚΕΔΕ Κώστας Ασκούνης.
Όλγα Τσιούλφα
Ακολουθήστε το xronos.gr στο Google News