ΑΡΘΡΟ

Στρατιώτες στην Κορέα

16/12/20 - 10:00

Καταγραφή Φαρασόπουλος Βασίλειος 17-11-2013 Κυριακή

Όταν έγινε η επιλογή μου για την Κορέα ήμουν έφεδρος στρατιώτης, δηλαδή δεν είχα απολυθεί ακόμη. Είχα συμπληρώσει 24 μήνες θητεία και υπηρετούσα εφεδρεία στο φυλάκιο της Νυμφαίας στο βουνό της Ροδόπης. Ήμουν χειριστής σε αντιαρματικό Μπαζούκας.

Ήρθε ένα σήμα από το τάγμα και με κατέβασαν στην Κομοτηνή. Απ’ εκεί με έστειλαν στη Λάρισα μαζί με άλλους. Στη Λάρισα είχαμε μαζευτεί πολλοί στρατιώτες. Έκαναν επιλογή και συμπλήρωσαν την αποστολή κατά 100 ή παραπάνω άτομα. Από Λάρισα μας πήγαν στη Γλυφάδα όπου μας εκπαίδευσαν για μερικές μέρες. Εγώ δεν ήθελα να πάω και παραπονέθηκα, αλλά δεν είχε αποτέλεσμα. Ήμουν προστάτης, είχα τρεις μικρότερες αδερφές και γέρους γονείς, όμως δεν λογαριάστηκαν αυτά. Μου είπαν: «Το κράτος αναλαμβάνει την προστασία των δικών σου». Κάθε μέρα στη διάρκεια της απουσίας μας ενημέρωναν τους γονείς μου με ειδικά μηνύματα μέσω στρατού και αστυνομίας.

Το 1951 Φεβρουάριο μήνα 27-28; Μας έφεραν στον Πειραιά και ετοιμαζόμασταν να ανεβούμε στο καράβι που θα μας πήγαινε στην Κορέα.

Εκεί γίνονταν ένας πόλεμος και η Ελλάδα είχε την υποχρέωση να στείλει στρατό ανάλογα με τις δυνάμεις που είχε. Ήρθαν γυναίκες επί τόπου να μας κατευοδώσουν και να μας ευχηθούν καλό γυρισμό. «Φίλες Στρατού» τις έλεγαν. Όλοι μαζί οι στρατιώτες βγήκαμε φωτογραφία (την έχω ακόμη). Ήμασταν ένας λόχος στρατιώτες περίπου.

Εκεί είχαν έρθει πολλοί συγγενείς των στρατιωτών για να τους αποχαιρετήσουν. Οι πιο πολλοί είχαν συγγενείς, γυναίκες μανάδες, πατεράδες, αδέρφια, φίλους. Εμείς όμως που ήμασταν από μακριά δεν είχαμε κανένα να μας πει ένα λόγο να θαρρέψει η ψυχή μας, να πάρουμε αναπνοή. Αυτό το πράγμα μας λύπησε πολύ εμένα και τους φίλους μου από Θράκη. Πολυχρόνης Δεμίρης από Πεντάλοφο Έβρου, ο Κουλακίδης Ευθύμιος από Κρυμνινό Ξάνθης - τώρα μένει στους Τοξότες παντρεμένος, Δεληγιαννίδης από Έβρο ήμασταν στον ίδιο λόχο.

Εγώ ήμουν χειριστής-σκοπευτής αντιαρματικού ΠΑΟ. Είχα πάρει την ειδικότητα και ήμουν καλός χειριστής στα βαρέα όπλα. Εμείς και λίγοι ακόμα ήμασταν οι λυπημένοι και μας έτρωγε το παράπονο. (Εδώ τα μάτια του αφηγητή βουρκώνουν και δυσκολεύεται να μιλήσει).

Το καράβι από Πειραιά πήγαινε σε διάφορα λιμάνια και έπαιρνε στρατιώτες για Κορέα. Πήραμε άντρες από Αλεξανδρέττα Τουρκίας, Πορτ Σαϊντ Αιγύπτου. Είχαμε και πολλούς Εγγλέζους στο καράβι.

Όπου περνούσαμε μαζεύαμε ανθρώπους. Πήγαμε Κολόμπο και άλλα μικρά νησάκια.

Μας ακολουθούσαν συνοδεία δυο αντιτορπιλικά για φύλαξη.

Απ’ τη μέρα που κινήσαμε όσο να φτάσουμε στον προορισμό μας κάναμε 33 μέρες.

Κατεβήκαμε στο λιμάνι Μπουσάν-Βουσάν της Κορέας και μόλις κατεβήκαμε μας οδήγησαν ίσα στην πρώτη γραμμή του μετώπου.

Μας ένταξαν τον καθένα ανάλογα με την ειδικότητα στην οργανωτική δομή του ελληνικού συντάγματος. Εμείς ήμασταν η δεύτερη αποστολή στην Κορέα. Πριν 3-4 μήνες είχε πάει η κυρία δύναμη του στρατού μας που ήταν το Σύνταγμα.

Η υπηρεσία μου εκεί κράτησε κοντά έξι μήνες χωρίς να θυμάμαι με ακρίβεια. Όλο αυτό το διάστημα ήμουν σε μάχες στην πρώτη γραμμή. Μόνο μια διακοπή μας κάνανε και πήγαμε 5-6 μέρες με αεροπλάνο στο Τόκιο για ψυχαγωγία-ξεκούραση.

Εκεί μείναμε στο Αμερικανικό στρατόπεδο μαζί με τους Αμερικανούς στρατιώτες.

Οι Τούρκοι ήταν πολύ περισσότεροι από εμάς. Είχαν δύναμη Μεραρχίας και παραπάνω.

Από την ημέρα που πήγα μέχρι που γύρισα εγώ είχαμε 57 θύματα Έλληνες και 37 τραυματίες. Ο καταγραφέας έχει επιφύλαξη ως προς τους αριθμούς. Όλους τους νεκρούς τους έφεραν εδώ στην πατρίδα και τους θάψαμε. Από τις Σάπες είχαμε νεκρό τον Γιαννόπουλο, και στην ταφή του βοήθησα πρώτος εγώ.

Σε όλες τις μάχες που δώσαμε πάντα ήμασταν νικητές. Δε μας νίκησαν ποτέ.

Στο γυρισμό περάσαμε απ’ όλα τα κράτη που είχαμε περάσει στον πηγαιμό. Παντού αφήναμε τους τραυματίες και φεύγαμε.

Στη Σμύρνη που ήταν το τελευταίο λιμάνι πριν φτάσουμε στον Πειραιά αφήσαμε 137 τραυματίες. Τους νεκρούς δεν τους παίρναμε μαζί μας.

Στο λιμάνι ήταν πολύς κόσμος απ’ όλη την Τουρκία που περίμεναν τους δικούς τους. Όλους τους κατεβάσανε με γερανό γιατί με τις σκάλες οι τραυματίες δε μπορούσαν να κατεβούν στην αποβάθρα.

Εγώ έχω τη γνώμη ότι πάντα ο τολμών νικά. Στην αποστολή αυτή μόνο μια φορά μετάνιωσα που γεννήθηκα. Τον Ιούνιο-Ιούλιο μήνα δίνονταν ισχυρές μάχες στην Κορέα και ήρθαν από τον εχθρό βομβαρδιστικά αεροπλάνα που μας χτυπούσαν γερά. Κάθε βόμβα που έπεφτε άνοιγε λάκκο σαν πηγάδι. Ευτυχώς που ήρθαν γρήγορα τα Αμερικανικά αεροπλάνα και έδιωξαν τα εχθρικά.

Την ημέρα αυτή ήταν που φοβήθηκα πολύ και σκέφτηκα: «Πάει τελείωσε. Θα μείνουν εδώ τα κοκαλάκια μας. Καλύτερα να μην είχα γεννηθεί ποτέ».

Το πέρασμα του 38ου παράλληλου ήταν δικό μας έργο. Κι εγώ ήμουν μαζί με άλλους στους μαχητές που έβαλαν σε κίνδυνο μεγάλο τη ζωή τους.

Πρέπει να πω όμως πόσο φοβήθηκα και είπα μέσα μου: «Πάει τελείωσε. Μέχρι εδώ ήταν να καίει το καντήλι της ζωής μου».

Η τότε εφημερίδα ΒΡΑΔΥΝΗ γράφει γι’ αυτό το κατόρθωμα μ’ έχει και φωτογραφία με το όπλο ΠΑΟ που ήμουν σκοπευτής και χειριστής. Αυτό το έχουν και στο Ίντερνετ.

Εκεί που ήμασταν βλέπαμε τους Κορεάτες πολίτες που ήταν φοβισμένοι και διστακτικοί. Δεν τολμούσαν καλά καλά ούτε στο πρόσωπο να μας κοιτάξουν. Είχαμε πόλεμο και ο καθένας φοβάται απ’ εκείνον που δεν ξέρει. Εμείς τους βοηθούσαμε πολύ, και ήμασταν προσεκτικοί απέναντί τους. Είχαμε αυστηρές εντολές να φερόμαστε συνετά στους ανθρώπους που υπόφεραν από τον πόλεμο και ήταν δυστυχισμένοι γιατί πόλεμος σημαίνει καταστροφή, δυστυχία και φτώχεια.

Στα λίγα μέρη που πηγαίναμε βλέπαμε μόνο άντρες. Τα κορίτσια και οι γυναίκες κρύβονταν, δε φαίνονταν πουθενά, ήταν σα να μην υπήρχαν πάνω στη γη κορίτσια και γυναίκες σ’ εκείνα τα μέρη.

Απαγορεύονταν αυστηρά να βγαίνουμε έξω απ’ τη μονάδα, εκτός αν είχαμε διαταγή να πάμε κάπου για εκτέλεση υπηρεσίας. Γι’ αυτό και δεν υπήρχε επαφή με τους ανθρώπους του τόπου εκείνου.

Δίναμε βοήθεια αν έρχονταν και μας ζητούσαν κάτι. Είχαμε πολλά αντίσκηνα για πρόσφυγες και στα μεγάλα αντίσκηνα είχαμε σχολεία με συσσίτιο για τα παιδιά και τους μεγάλους.

Όσο για γυναίκες ακούγαμε περιστατικά που μας έκαναν να φοβόμαστε. Μας έλεγαν πως συνέβαινε στρατιώτες λιποτάκτες, πήγανε σε σπίτια για γυναίκες κι εκεί ο Κορεάτης τους σκοτώσανε. Αυτά και άλλα τέτοια μπορεί να μην ήταν αλήθεια αλλά μας έκαναν να φοβόμαστε.

Μισθό δε μας έδιναν. Παίρναμε μόνο 15 δολάρια το μήνα για τις ανάγκες μας όπως εδώ στο στρατό δίνουν κάθε μήνα ελάχιστο ποσό για τα απαραίτητα έξοδα. Εκτός απ’ αυτά δε μας έδωσαν ούτε δραχμή. Όποιος λέει πως μας έδωσαν λεφτά είναι ψεύτης.

Μια φορά μόνο μας πήγαν με αεροπλάνο για μια βδομάδα στο Τόκιο. Μας είπαν πως πηγαίνουμε για ψυχαγωγία και έτσι ήταν. Εμείς όμως από χωριά από τις συμβουλές που είχαμε και που βρεθήκαμε σε μεγάλη πόλη ήμασταν συγκρατημένοι και δεν τολμούσαμε να πάμε σε διασκεδαστικά μέρη.

Στο Τόκιο είχε σπίτια νόμιμα με κορίτσια. Όποιος ήθελε πήγαινε. Οι γυναίκες αυτές ήταν της δουλειάς και ήξεραν να φερθούν με καλό τρόπο, αφού έπαιρναν λεφτά. Εκείνο τον καιρό οι στρατιώτες από τις συμμαχικές χώρες στην Ιαπωνία ήταν πρόσωπα που έβρισκαν μεγάλη παραδοχή και διάκριση απ’ όλους τους Ιάπωνες. Άνδρες, γυναίκες και παιδιά.

Μετά απ’ αυτά τα λίγα που είπα θέλω να χαιρετήσω τον λαό της Κορέας που υπόφερε πολύ εκείνα τα χρόνια. Τους εύχομαι να είναι καλά, να έχουν την ελευθερία και δημοκρατία στην πατρίδα τους. Ξέρω πως η Κορέα από τότε χώρισε στα δύο. Εύχομαι κάποτε τα δυο να γίνουν ένα κράτος όπως έγινε η Γερμανία, να προκόψουν και να ευτυχίσουν.

Οι Νοτιοκορεάτες να μη ξεχάσουν πως για την ελευθερία που έχουν πολέμησαν και έδωσαν τη ζωή τους πολλοί άνθρωποι από άλλες πατρίδες και την Ελλάδα.

Βλέπω πως η Κορέα κάνει μεγάλη προκοπή τα τελευταία χρόνια. Τα αυτοκίνητα και οι μηχανές που βγάζει είναι πράγματα καλά και γερά.

Ο πόλεμος είναι κακό πράγμα.

Πάντως αν με καλέσουν ξαναπηγαίνω. Αλλά να μη κάνουν πόλεμο, ούτε εμένα, ούτε κανένα άλλο να καλέσουν.

Η πατρίδα μας τελευταία είναι στα δύσκολα, αλλά θα βρούμε πάλι το δρόμο μας. Θα τα καταφέρουμε. Τόσες φουρτούνες περάσαμε, τώρα θα φοβηθούμε;

Δε μετάνιωσα που πήγα στην Κορέα. Εκεί με έστειλε η πατρίδα και δε χωρούσε να πω όχι. Έκανα το καθήκον μου στην πατρίδα και δε μετανιώνω.

Ο στρατιώτης είναι υπηρέτης της πατρίδας και όπου τον στέλνει πρέπει να πηγαίνει αδιαμαρτύρητα.

Το κράτος αφού ζήτησαν να στείλει στρατό στην Κορέα καλά έκανε και έστειλε. Στον πόλεμο της Κορέας πολλά κράτη έστειλαν στρατό, εμείς δεν έπρεπε να κάνουμε πίσω. Ακόμα και σήμερα η Ελλάδα στέλνει στρατό σε άλλα κράτη όπως στο Αφγανιστάν, στο Κόσσοβο και αλλού. Αφού είμαστε σε μια συμμαχία όπως το ΝΑΤΟ πρέπει να στεκόμαστε πλάι ο ένας στον άλλον γιατί αλλιώς συμμαχία δεν υπάρχει.

Για την συμμετοχή μας στην Κορέα η Αμερική μας έδωσε μεγάλη βοήθεια, όπως το σχέδιο Μάρσαλ και πολλά πολεμικά αεροπλάνα, άρματα και άλλα όπλα. Μας έδωσαν και χρήματα, αλλά απ’ αυτά ωφελήθηκαν λίγοι καταφερτζήδες.

Έδωσαν βοήθεια στην Ελλάδα και σε άλλα κράτη. Όμως η Ελλάδα δικαιούνταν πολλά περισσότερα γιατί πολέμησε με δύναμη και ήταν νικητής, τον πρώτο καιρό του πολέμου. Και με τους Γερμανούς πολέμησε δυνατά και τους καθυστέρησε πολύ καιρό όσο τελικά να κατακτήσουν όλη τη χώρα.

Αυτά δεν τα λέω εγώ. Τα είπε πρώτος ο Τσόρτσιλ «Οι Έλληνες πολέμησαν σαν ήρωες» με θαυμασμό για την γενναιότητα των Ελλήνων μαχητών, και όλου του ελληνικού λαού.

Όταν γύρισα από Κορέα ήμουν στον πίνακα Ύψιλον και βρέθηκα στη Σαλονίκη. Μια μέρα που βγήκα στην πόλη συναντάω τον πατέρα του φίλου μου Δεληγαννίδη από τον Πεντάλοφο Έβρου. Ο Δεληγιαννίδης δεν είχε γυρίσει ακόμα από Κορέα.

Ο γέρος είχε φέρει την άρρωστη γυναίκα του στην πόλη να βρει γιατρειά.

Τον είδα τον άνθρωπο στο δρόμο με τα θρακιώτικα ρούχα και τον ρώτησα από περιέργεια:

  • Από πού είσαι παππού;
  • Πάνω απ’ τον Έβρο. Από τον Πεντάλοφο.

Αμέσως άστραψε το μυαλό μου.

  • Πώς σε λένε παππού;
  • Είμαι Δεληγιαννίδης και έχω γιο στην Κορέα. Έφερα τη μπάμπο μου στους γιατρούς.

Του λέω: Με το γιο σου είμαστε φίλοι. Εγώ τον άφησα εκεί. Αφού όμως ήταν τυχερό και ανταμώσαμε θα σε βοηθήσω.

Μετά σκέφτηκα τι να κάνω και βρήκα τον τρόπο.

Του λέω: «Θα πηγαίνεις εσύ μπροστά και η γυναίκα από πίσω. Θα πέσει η γυναίκα κάτω στο δρόμο και θα φωνάζει βοήθεια πονάω. Θα έρθει η αστυνομία να βοηθήσει, θα είμαι κι εγώ κοντά και θα την πάμε στο νοσοκομείο».

Πράγματι έτσι έγινε. Έπεσε η μπάμπο όπως πήγαινε έβαλε τις φωνές έτρεξαν ανθρώποι, ήρθε η αστυνομία την πήρε και ίσα στο νοσοκομείο.

Την πήραν αμέσως μέσα. Έκατσε 40 μέρες έγινε καλά και έφυγε με τον άνδρα της για τον Πεντάλοφο. Ο άνθρωπος όμως είχε τα χάλια του. Δεν είχε λεφτά. Τα ρούχα του παλιά με μπαλώματα. Παπούτσια τρύπια χωρίς πάτο. Εγώ τα είδα και μ’ έπιασε λύπηση. Εκείνο τον καιρό οι πιο πολλοί στα χωριά έτσι ήταν. Εδώ σκέφτηκα πάλι.

Μίλησα στους φίλους μου στο στρατό και τον διοικητή! Του δώσαμε στρατιωτική φορεσιά, του δώσαμε μπερέ και άρβυλα, τον ντύσαμε αληθινό στρατιώτη και ο άνθρωπος ήταν μες τη χαρά. Ζεστάθηκε το κορμί του.Τώρα είχαμε άλλο πρόβλημα.

Έπρεπε κάπου να κοιμάται τόσες μέρες που ήταν σε ξένο τόπο.

Πάλι σκέφτηκα εγώ και κάναμε το σχέδιο με τους φίλους.

Πήγα σε έναν ξενοδόχο και είπα την ιστορία. Εκείνοι συνεννοήθηκαν με άλλους ξενοδόχους και αποφάσισαν να παίρνουν τον άνθρωπο δωρεάν ο καθένας κάθε βράδυ.

Έτσι ο φίλος μας άλλαζε κάθε μέρα τη διαμονή του και βολεύονταν κανονικά. Όλα ήταν δωρεάν. Δεν πλήρωνε τίποτα.

Εμείς τον βοηθούσαμε και τον ρωτούσαμε πως περνάει: «Όλα καλά» έλεγε ο παππούς. Έγινε καλά η μπάμπο του την πήρε και έφυγε για τον Πεντάλοφο.

Την τελευταία μέρα δεν ήξερε πώς να μας ευχαριστήσει. Τον πήγαμε στο τραίνο και τον πήραν τα δάκρυα που μας αποχαιρετούσε.

Ερώτηση: Κύριε Κασέρη Χρήστο ας πούμε ότι είσαι 22 χρονών και υπάρχει πόλεμος στην Κορέα, θα πήγαινες πάλι ή δεν θα πήγαινες;

Απάντηση: Αν ήμουν ελεύθερος να διαλέξω θα έλεγα δεν θέλω να πάω. Αν όμως η πατρίδα με διάλεγε για μια τέτοια αποστολή, θα πήγαινα χωρίς καμία αντίρρηση γιατί ο στρατιώτης έχει σαν πρώτο καθήκον να υπακούει και να εκτελεί τις διαταγές που παίρνει. Αλλιώς στρατός δεν υπάρχει αφού δεν δείχνεται πειθαρχεία και υπακοή. Ούτε ελεύθερη πατρίδα υπάρχει αν δεν έχει πολίτες να την αγαπούν και να την υπερασπίζονται.

Μπάρμπα Χρήστο, έχεις τα σέβασματά μου είπα κομπιασμένα. Δεν είχα άλλα.

Ιάσιο 17-11-2013

Κασέρης Χρήστος

Βιογραφικά:
Ο Κασέρης Χρήστος του Σιδέρη και της Θεοπούλας γεννήθηκε στο Ιάσιο Ροδόπης το 1927. Ήτανε αγρότης. Πήγε στη Γερμανία με τη γυναίκα του Παναγιώτα Τσουρέκα όπου δούλεψε εργάτης, και όταν γύρισε με τις οικονομίες του, άνοιξε φούρνο στα Αριανά. Πήρε σύνταξη σαν φούρναρης. Έχει τρεις αδερφές και δύο παιδιά, τον Σιδέρη και τη Θεοπούλα. Ζει στο χωριό Ιάσιο Σαπών.
Καταγραφή, Επιμέλεια κειμένου:
Φαρασόπουλος Βασίλης
Ιάσιο 2013

Ακολουθήστε το xronos.gr στο Google News

Ροή Ειδήσεων

xronos
xronos.gr

ΑΡ. ΜΗΤ: 232265

mit-logo