Προτάσεις, σχόλια και νέα γύρω από το κρασί μέσα από το ημερολόγιο ενός οινόφιλου...
Οινοφιλία: Μόδα ή "παρεξηγημένη" ενασχόληση;
Φίλοι αναγνώστες, συμπληρώνοντας αισίως τις 25 κατά σειρά εβδομαδιαίες δημοσιεύσεις-οινικές προτάσεις της στήλης για το τελευταίο εξάμηνο, έκρινα σκόπιμο αυτή τη φορά να μοιραστώ μαζί σας κάποιες σκέψεις φίλων αλλά και προσωπικές βέβαια, γύρω από το αγαπημένο μου "χόμπι".
Το κείμενο που ακολουθεί είναι του φίλου-οινογράφου Παναγιώτη Γεωργούντζου:
«Ο όρος "οινόφιλος" σε κάποιους θυμίζει διαστροφή. Αν και δεν είμαι σίγουρος ότι δεν είναι, οπωσδήποτε έχει να κάνει με πολύ λεπτά σημεία της ανθρώπινης ψυχοσύνθεσης.
Η οινοφιλία στην Ελλάδα αναπτύχθηκε τα τελευταία χρόνια, μαζί με την άνθιση του ελληνικού κρασιού. Πριν ο Έλληνας δεν είχε και πολλούς λόγους να είναι οινόφιλος, μια και δεν υπήρχαν παρά ελάχιστα αξιόλογα κρασιά στην αγορά. Τώρα πια οινόφιλους βρίσκει κανείς παντού. Οι εκθέσεις κρασιού και οι γευσιγνωσίες είναι το σημείο συνάντησής τους. Εκεί βρίσκει κανείς ανθρώπους όλων των ηλικιών οι οποίοι αναδεύουν, μυρίζουν, πίνουν, φτύνουν και σχολιάζουν σε μια δική τους γλώσσα, δυσνόητη για όσους είναι απ’ έξω. Θα μιλήσουν για τανίνες, χρονιές, οξύτητες, στρεμματικές αποδόσεις και άλλα τέτοια κινέζικα.
Ο οινόφιλος που σέβεται τον εαυτό του φροντίζει να μάθει πρώτα τα βασικά για το κρασί. Πώς παράγεται, πώς καταναλώνεται, τι ποικιλίες υπάρχουν… Στην πορεία μαθαίνει να το δοκιμάζει. Να ερμηνεύει, δηλαδή, όλα εκείνα τα μυστικά που μας αποκαλύπτει ένα κρασί για τον εαυτό του όταν το μυρίσουμε και το βάλουμε στο στόμα μας. Όταν ο οινόφιλος νιώσει αρκετή αυτοπεποίθηση για όλα τα παραπάνω, περνάει στο στάδιο της αντικειμενικής αξιολόγησης. Κι αυτό γιατί ο σωστός οινόφιλος όταν αξιολογεί, αφήνει τις προσωπικές του προτιμήσεις στην άκρη. Έτσι, αρχίζει να εκφέρει άποψη για το κατά πόσο ένα κρασί είναι καλό ή όχι. Όποιος βρίσκεται σε κάποιο από τα παραπάνω στάδια γνώσης μπορεί να αποκαλείται οινόφιλος. Γιατί όταν αγαπάς κάτι, πρέπει και να το αποδεικνύεις με πράξεις. Αλλιώς τι;
Εφόσον, λοιπόν, ορίσαμε το ποιος αποκαλείται οινόφιλος, ας επιχειρήσουμε τώρα να φτιάξουμε το ψυχογράφημά του. Ο πραγματικός οινόφιλος ποτέ δεν επαίρεται για τις γνώσεις του. Κι αυτό γιατί πολύ απλά γνωρίζει ότι το θέμα είναι αδύνατον να εξαντληθεί. Το κρασί είναι πολύπλοκο, ατελείωτο, εξελίσσεται και αλλάζει διαρκώς. Κανείς δεν θα μπορούσε να ισχυριστεί ότι γνωρίζει καλά ένα κρασί. Μπορεί να διαψευστεί πολύ εύκολα. Εκτός από ταπεινός, ο οινόφιλος είναι και ανήσυχος. Σε όλη του τη ζωή αναζητά νέα αρώματα, νέες γεύσεις. Δεν θέλει να χάσει κανένα από τα χιλιάδες πρόσωπα του κρασιού. Γι? αυτό ενημερώνεται, ταξιδεύει, αναζητά. Αναζητά το δικό του Δισκοπότηρο, που δεν είναι άλλο από το απόλυτο κρασί. Εκείνο που ο μύθος θέλει να είναι το Νέκταρ. Η τέλεια ισορροπία σε αρώματα και γεύσεις. Η φρεσκάδα των ουρανών και το βάρος της γης ενωμένα σε ένα ποτήρι.
Τέλος, ο οινόφιλος είναι καλοζωιστής. Αγαπά τη ζωή. Αγαπά τις τέχνες. Αγαπά τις γεύσεις. Έχει φίλους, άλλους οινόφιλους και μαζί τους περνάει καλά, ενώ πάντα προσπαθεί να μυήσει κι άλλους στον κόσμο του. Δεν ανησυχεί μήπως χάσει κάτι, γιατί έχει μάθει να μοιράζεται. Δεν υπάρχει μιζέρια στο κρασί. Είναι φτιαγμένο για ανθρώπους ανοιχτούς, που δεν φοβούνται να ερωτευτούν και να πονέσουν. Το κρασί κουβαλάει μέσα του όλα τα ανθρώπινα συναισθήματα. Άλλοτε είναι ερωτευμένο, άλλοτε γιορτάζει, πονάει, παίζει, γελάει. Και μαζί του ο οινόφιλος μαθαίνει να ζει και να αισθάνεται. Το κρασί είναι ζωντανό και μας μιλάει. Όταν κάποιος το ακούσει για πρώτη φορά, θα ξέρει ότι είναι πραγματικός οινόφιλος. »
Από την πλευρά μου τώρα ως υπογράφων της παρούσας στήλης, θα ήθελα καταρχάς να σας εκμυστηρευτώ ότι αφορμή για το σημερινό μου άρθρο αποτέλεσε η πρεμιέρα της νέας και πρωτότυπης εβδομαδιαίας τηλεοπτικής εκπομπής με τίτλο "Ταξιγεύοντας", σχεδόν αποκλειστικού οινικού ενδιαφέροντος, που ξεκίνησε να προβάλλεται από την περασμένη Κυριακή 3 Ιουνίου. Για περισσότερες πληροφορίες σας παραπέμπω στη στήλη "Τα νέα", της διαδικτυακής μου διεύθυνσης.
Όσον αφορά το θέμα μας λοιπόν, ομολογώ ότι μέσω της διαρκούς ενασχόλησής μου με τα τεκταινόμενα στο χώρο, διαπιστώνω με ιδιαίτερη χαρά κυρίως την τελευταία διετία, μια πολλά υποσχόμενη στροφή του ενδιαφέροντος της ευρύτερης κοινής γνώμης προς τον "μαγικό" κόσμο του κρασιού, σε αντίθεση μάλιστα με τη παρούσα οικονομική δυσπραγία που αντιμετωπίζει η χώρα. Ειλικρινά, με συγκινεί το γεγονός ότι όλο και περισσότεροι απλοί καταναλωτές πανελλαδικά, όπως αναλογικά παρατηρώ να συμβαίνει και στην Θράκη μας, συζητούν πλέον ακομπλεξάριστα π.χ. για τις οινοποιήσιμες ποικιλίες σταφυλιών που προτιμούν, όπως η Μαλαγουζιά, το Ξινόμαυρο, το Syrah ή το Chardonnay κ.ά., εξειδικεύοντας έτσι τις γευστικές τους αναζητήσεις και προσπερνώντας οριστικά το κλασικό, μα τόσο απλοϊκό δίλημμα "λευκό ή κόκκινο;".
Μέχρι πρότινος, τα πράγματα κυλούσαν πολύ υποτονικά στον χώρο του ελληνικού κρασιού και παρόμοιοι προβληματισμοί υπήρχαν συνήθως μόνο στη σφαίρα της φαντασίας ρομαντικών και περίεργων οινόφιλων, όπως ο υπογράφων. Ομολογώ, ότι ως ένας γνήσιος εκπρόσωπος της κατηγορίας-πλήν επαρχιώτης, χρειάστηκε συχνά να διανύσω αρκετά χιλιόμετρα για να συμμετάσχω σε σχετικές εκδρομές (ως μέλος αντίστοιχων wine-club) με προορισμό γνωστά ή μη οινοποιεία της χώρας, όπως και σε βραδιές γευσιγνωσίας ή εκθέσεις Οίνου που λάμβαναν χώρα σπανίως σε γειτονικές πόλεις και με επίκεντρο κυρίως την Θεσσαλονίκη. Οι άκρως εποικοδομητικές αυτές εμπειρίες, μαζί με την σχετική βιβλιογραφία της εποχής, ήταν και ο μόνος διαθέσιμος τρόπος που είχα για να καταφέρω να εμβαθύνω στο χώρο του κρασιού. Πραγματικά, ακόμη και η στοιχειώδης ενημέρωση από τα Μ.Μ.Ε. περιοριζόταν σε ελάχιστα έντυπα, γεγονός που συνυπολογίζοντας την συνήθως ελλειπή κατάρτιση των περισσότερων εξειδικευμένων (υποτίθεται) καταστημάτων, καθώς και το ανύπαρκτο προ τριετίας διαδικτυακό εμπόριο οίνου, δυσχέραιναν αφάνταστα τη προσπάθεια αναζήτησης συγκεκριμένων ετικετών του διεθνούς, αλλά ακόμη και του ελληνικού αμπελώνα.
Όλα αυτά τα καταθέτω υπόψη σας, κυρίως με στόχο να αναδείξω σε κάθε πιθανό "εκκολαπτόμενο" οινόφιλο την άνεση που έχει πλέον στην εποχή μας, για να συμμετάσχει ενεργά σε όλο αυτόν τον όμορφο κόσμο της Οινοφιλίας. Νομίζω θα συμφωνήσετε όλοι, ότι η σχετική ενημέρωση είναι πια πέραν του δέοντος αρκετή, μια και γνωστά, ευρείας κυκλοφορίας έντυπα, παραθέτουν συχνά εκτενή αφιερώματα του είδους. Εξάλλου, λόγω της "κρίσης", υπάρχει πλέον ακραιφνής ανταγωνισμός μεταξύ των παραγωγών, ώστε να προσφέρουν την καλύτερη ποιότητα σε τιμές που προ πενταετίας θα ακουγόταν "αστείες". Ευτυχώς, διαπιστώνω επίσης ότι πληθαίνουν εντός του χώρου και οι επαγγελματίες που τρέφουν πραγματικό μεράκι για το κρασί και δεν το αντιμετωπίζουν απλά με τη λογική ενός πολυκαταστήματος. Τέλος, βραδιές γευσιγνωσίας διοργανώνονται πολύ συχνά στις περισσότερες επαρχιακές πόλεις, όπως από φέτος και στη δική μας. Στις δε μεγαλύτερες, δίνεται μάλιστα η δυνατότητα παρακολούθησης ακόμη και σχετικών εκπαιδευτικών σεμιναρίων, με τη προοπτική απόκτησης αναγνωρισμένων τίτλων σπουδών.
Καταλήγοντας, επιτρέψτε μου να απευθυνθώ και προς ένα μεγάλο μέρος του πληθυσμού της χώρας μας, που παρά την αδιάκοπη ιστορία χιλιετιών αυτής στην αμπελουργία και την οινοποίηση, μπορεί να θεωρεί την οινοφιλία ως "ελιτίστικη" ενασχόληση, μιας κλειστής "κάστας" ειδημόνων. Την ίδια στιγμή αγνοεί ίσως, ότι έχει τη δυνατότητα να απολαύσει τουλάχιστον σε κάποιο Κυριακάτικο τραπέζι, ένα πολύ καλό (γιατί όχι και εξαιρετικό κάποιες φορές) ελληνικό κρασί με βραβεύσεις διεθνούς κύρους, πληρώνοντας το ίδιο αντίτιμο που κοστίζουν δύο ποτήρια "ουίσκι" μιας άγνωστης πολυεθνικής εταιρείας, τη μάρκα των οποίων παραγγέλνει συχνά με στόμφο και περισσή περηφάνια στο cafe-bar όπου συχνάζει..
Σας ευχαριστώ για το χρόνο που μου διαθέσατε, και εύχομαι σε όλους Καλό καλοκαίρι!
Ακολουθήστε το xronos.gr στο Google News