Προτάσεις, σχόλια και νέα γύρω από το κρασί μέσα από το ημερολόγιο ενός οινόφιλου... Η πρόταση της εβδομάδας: Κτήμα Βασιλείου, Νεμέα, 2007 Τύπος: Ερυθρός ξηρός Ποικιλίες: Cabernet Sauvignon, Cabernet Franc Ωρίμανση: 16 μήνες βαρέλι Ενδ. τιμή: 30 ευρώ
Η πρόταση της εβδομάδας: Κτήμα Νίκου Λαζαρίδη, "Μαγικό Βουνό", Ερυθρό, 2006. Σχετικά με τον παραγωγό: Το κτήμα Νίκου Λαζαρίδη εδρεύει στο δημοτικό διαμέρισμα Αγοράς, του Νομού Δράμας και οι αμπελώνες του εκτείνονται στα αγροκτήματα Αγοράς, Πηγαδίων και Αδριανής, καταλαμβάνοντας έκταση 800 στρ. (550 εξ΄ αυτών είναι ιδιόκτητα). Να θυμήσω εδώ, ότι αποτελεί την εξέλιξη ενός καινοτόμου εγχειρήματος της γνωστής οικογένειας μαρμαροβιομηχάνων της Δράμας, η οποία στις αρχές του '80 εγκατέστησε στην περιοχή τον πρώτο οργανωμένο γραμμικό αμπελώνα έκτασης 85 στρ., οραματιζόμενη την αναβίωση της τοπικής αμπελουργικής παράδοσης που έχει ρίζες ως την αρχαιότητα ("Ηδωνίδα Γη") και το 1987 ίδρυσε την πρώτη στο νομό, οργανωμένη εταιρεία οινοποίησης των αδερφών Νίκου και Κώστα Λαζαρίδη. Σύντομα όμως, διαφωνίες όσον αφορά τη φιλοσοφία και τους ειδικότερους στόχους της εταιρείας, είχαν ως αποτέλεσμα να διαχωριστεί το οινικό μέλλον των δύο ιδιοκτητών, καθώς το 1992 ο δεύτερος αποχώρησε ιδρύοντας το δικό του ομώνυμο κτήμα. Ωστόσο, οφείλουμε να αναγνωρίσουμε ότι η επενδυτική πρωτοβουλία της οικογένειας Λαζαρίδη εκείνα τα χρόνια, ανέδειξε και θεμελίωσε την παρουσία της Δράμας στον σύγχρονο οινικό χάρτη της χώρας, ως μίας από τις σημαντικότερες αμπελουργικές ζώνες, καθώς εδώ παράγονται πλέον μερικά από τα καλύτερα και δημοφιλέστερα ελληνικά κρασιά, όπως το υπό δοκιμή. Επίσης, ανήκει σίγουρα στους πρωτοπόρους του κινήματος των μικρών παραγωγών (όπως προηγήθηκαν οι Αβέρωφ, Χατζημιχάλης), που οραματίστηκαν και αποδεδειγμένα πλέον καθόρισαν την εξέλιξη της Ελληνικής οινοποιίας, θεσμοθετώντας παράλληλα για πρώτη φορά στη χώρα μας την έννοια του "Κτήματος", σε αντιστοιχία με τις προηγμένες οινικά χώρες του εξωτερικού, όπως για παράδειγμα συνέβη με τη πρώτη κυκλοφορία της σειράς "Chateau Lazaridi". Οι σύγχρονες οινοποιητικές εγκαταστάσεις της εταιρείας με την παρούσα της μορφή, ολοκληρώθηκαν το 1997 και είναι συνολικού εμβαδού 4.000 τ.μ. Ξεχωριστή θέση εντός του κτίσματος καταλαμβάνει η gallery "Μαγικό Βουνό", όπου εκτίθεται μόνιμα μια αξιόλογη συλλογή έργων τέχνης, Ελλήνων αλλά και ξένων ζωγράφων, που κοσμούν τις ετικέτες των κυριότερων κρασιών της οινοποιίας. Άλλο ένα δεδομένο, που καινοτόμα καθιέρωσε το κτήμα με την είσοδο του στην ελληνική αγορά, προσδίδοντας στο εμφιαλωμένο κρασί της εποχής ένα ιδιαίτερα κοσμοπολίτικο "image". Παράλληλα, η εταιρεία ίδρυσε το 2000 ένα θυγατρικό κτήμα-οινοποιείο με την επωνυμία "Μακεδών", έκτασης 2.600 τ.μ. και ιδιόκτητου αμπελώνα 80 στρ., με έδρα το δημοτικό διαμέρισμα Πλατανότοπου, στο Νομό Καβάλας, έχοντας ως κύριο στόχο την παραγωγή κρασιών ευρύτερης κατανάλωσης, με πιο φρέσκο και οικονομικό χαρακτήρα, αλλά με την ίδια ωστόσο εμμονή στην ποιότητα. Τέλος, από το 2003 περίπου, βρίσκεται σε εξέλιξη το τρίτο επενδυτικό πλάνο της εταιρείας που αφορά τη πλειοψηφική συμμετοχή της στην οινοποιία "Αμπελώνας Μυκόνου", με στόχο την διείσδυση της στην αγορά της νησιωτικής Ελλάδος, οινοποιώντας κυρίως τοπικές ποικιλίες στο τρίτο, υπό κατασκευή, τοπικό οινοποιείο. Ο όμιλος λοιπόν "Νίκος Λαζαρίδης Α.Ε.", παράγει όπως είναι φυσικό λόγω της πολύπλευρης υπόστασής του, πληθώρα προϊόντων υψηλής ποιότητας και μοντέρνας δυναμικής, σε αρκετά προσιτές τιμές κατά κανόνα. Πραγματικά, τα κρασιά του χαρακτηρίζονται κυρίως από ισορροπία και κομψότητα, χωρίς να στερούνται βέβαια εμβάθυνσης, πρωτοτυπίας, φρεσκάδας ή και πολυπλοκότητας. Αναφέρω εδώ επιγραμματικά κάποιες από τις ετικέτες που έχουν καθιερώσει την εταιρεία, τη τελευταία εικοσαετία στη συνείδηση του οινόφιλου κοινού, όπως η σειρά "Chateau Nico Lazaridi" (λευκό-ερυθρό-ροζέ), "Μαγικό Βουνό" (λευκό fume-ερυθρό), και ο "Μελισσουργός" (γλυκό ερυθρό), που παράγονται στο οινοποιείο της Δράμας. Ωστόσο, η σημερινή εποχή βρίσκει την εταιρεία να έχει προσεγγίσει και νέο αγοραστικό κοινό, επαναλανσάροντας υποδειγματικά τις ετικέτες του οινοποιείου της Καβάλας, με τις επωνυμίες "Χρυσός Λέων", "Μαύρο Πρόβατο" και "Ντάμα-Ρήγας Κούπα" (όλα λευκό-ερυθρό), με άκρως συμφέρουσα σχέση ποιότητας-τιμής. Τέλος, να πούμε ότι εξ' αρχής και πρωτοπόρα, η οινοποιία στηρίχθηκε στις διεθνείς ποικιλίες που καθιέρωσαν μακροπρόθεσμα την Δράμα ως οινοπαραγωγική ζώνη, όπως οι λευκές Sauvignon Blanc, Chardonnay, Semillon, Trebbiano και οι ερυθρές Cabernet Sauvignon, Merlot, Syrah, Cab. Franc. Όπως επίσης, αξίζει να αναφέρουμε ότι πίσω από την 25ετή πετυχημένη παρουσία της στην ελληνική, αλλά και την διεθνή αγορά, βρίσκονται διαρκώς διακεκριμένοι Έλληνες αλλά και ξένοι ειδικοί επιστήμονες, με εξέχουσα μορφή κατά την γνώμη μου τον φίλο οινολόγο Μπάκη Τσάλκο, που τυχαίνει να είναι ο εμπνευστής πολλών προϊόντων της εταιρείας, παρά το γεγονός ότι πλέον έχει αποχωρήσει από το δυναμικό της. Προσωπικά μάλιστα, έχω ομολογήσει και στον ίδιο, ότι ετικέτες όπως οι λευκές "Chateau", και "Μαγικό Βουνό", αποτέλεσαν την αφορμή για να εντρυφήσω στο χώρο του κρασιού, χάριν της διαφορετικότητας και λεπτομέρειας που τις χαρακτήριζε ιδίως για την εποχή τους.Γευσγνωσία Οίνου: Λαμπερό, βαθύ ρουμπινί χρώμα με πορφυρές ανταύγειες, σχετικά διάφανο. Πληθωρικό και πολυσύνθετο κρασί, τόσο αρωματικά όσο και γευστικά, με έντονη την αίσθηση ώριμων φρούτων του δάσους (δαμάσκηνο, μούρα, φραγκοστάφυλο, κεράσι, βύσσινο), και άψογο "φινίρισμα" από τα γλυκά μπαχαρικά της δρύϊνης παλαίωσης (βανίλια, κακάο, καφές, κανέλα), με κάποιες νύξεις λεβάντας και μέντας. Γεμάτο στόμα, με καλή οξύτητα, μαλακές αλλά καλοδομημένες τανίνες, λιπαρό και με "σεμιναριακή" θα τολμούσα να πώ, πολύπλοκη και ιδιαίτερα μακρά επίγευση. Ειλικρινά, εντυπωσιάζουν για τα Ελληνικά δεδομένα, το ασυνήθιστο σφρίγος που διαθέτει παρά την εξαετία ζωής του, καθώς και η έντονη, μεστή επίγευση. Ξεπερνά άνετα την δεκαετία, αφήνοντας σαφείς υποσχέσεις ακόμη μεγαλύτερης παλαίωσης. Ιδανικός σύντροφος για ένα ζουμερό μοσχαρίσιο φιλέτο, σκέτο ή με κάποια πολύπλοκη σάλτσα. Γοητευτικό, βελούδινο, ντελικάτο κρασί, πιο πλούσιο σε χαρακτήρα παρά σε στιβαρότητα. Σε "ιντριγκάρει" πραγματικά, να το απολαύσεις ακόμη και μόνο του για να το γνωρίσεις καλύτερα.
Συμπερασματικά: Αντικειμενικά πάντως, πέρα από τη φήμη που έχει δημιουργηθεί δικαίως γύρω από το όνομά του, θεωρώ ότι πρόκειται για ένα σπάνιο και "μεγάλο" κρασί της χώρας μας. Το επίπεδο ποιότητας της πρώτης ύλης, η ιδιαίτερη οινοποιητική προσέγγιση στα πρότυπα των σπουδαίων Γαλλικών ερυθρών (για παράδειγμα, η φιάλη παλαιώνει άλλους 18 μήνες στη κάβα του οινοποιείου πριν κυκλοφορήσει στην αγορά), η διάρκεια ζωής, το κοσμοπολίτικο προφίλ, και κυρίως η άκρως ενδιαφέρουσα γευσιγνωστική του εξέλιξη, όπως αποδεδειγμένα έχουνδιαπιστώσει οι ειδικοί του χώρου, αποτελεί σημείο αναφοράς για την ελληνική οινοποίηση. Υποδειγματική είναι εξάλλου και η πολιτική της εταιρείας, που παρά την συνεχώς αυξανόμενη ζήτηση της τελευταίας εικοσαετίας, κρατά συνειδητά την παραγωγή σε χαμηλό αριθμό εμφιαλώσεων, γεγονός που του προσδίδει άμεσα και συλλεκτική αξία. Όλα αυτά τα χαρακτηριστικά, νομίζω ότι δικαιολογούν απόλυτα στους λιγότερο "μυημένους" αναγνώστες της στήλης, την ίσως "υψηλή" τιμή του, μια και ανήκει σαφώς στα πιο εκλεκτά, κορυφαία Ελληνικά ερυθρά κρασιά.
Παραλειπόμενα: Να επισημάνω εδώ με την ευκαιρία, ότι προ διμήνου αρκετοί οινόφιλοι της πόλης μας όπως φυσικά και ο υπογράφων, είχαμε την ευκαιρία να γνωρίσουμε από κοντά τα κρασιά της εν λόγω εταιρείας, σε ένα άκρως "εκπαιδευτικό" διήμερο γευσιγνωσίας που διοργάνωσε γνωστή κάβα της πόλης μας, με την αναλυτική παρουσίασή τους από έναν εκ των νέων και εξειδικευμένων οινολόγων της, τον συντοπίτη μας Μάριο Αγγελίδη. Ιδιαίτερη δε τιμή για τους παρευρισκομένους, αποτέλεσε η παρουσία του ίδιου του αντιπροέδρου και διευθύνοντα συμβούλου της εταιρείας Φεδερίκου Λαζαρίδη, γεγονός πολύ σπάνιο καθόσον τυχαίνει να γνωρίζω, που αποδεικνύει έμπρακτα τη στήριξη του στην προσπάθεια αναζωογόνησης του οινοφιλικού ενδιαφέροντος στην πόλη μας. Μάλιστα, ο ίδιος μας εκμυστηρεύτηκε σχετικά με την υπό δοκιμή ετικέτα ότι τυχαίνει να είναι ο εμπνευστής του ονόματός της, παίρνοντας αφορμή από τους μύθους που συνοδεύουν το γειτονικό όρος Παγγαίο, καθώς μέχρι το 1991 ονομαζόταν απλά "Κάβα Λαζαρίδη". Τέλος, μας ενημέρωσε ότι η συγκεκριμένη σοδειά του 2006, που είναι και από τις ποιοτικότερες της ετικέτας, ήδη έχει εξαντληθεί από τις κάβες του οινοποιείου και αρχίζει να έχει συλλεκτικό ενδιαφέρον.
Ακολουθήστε το xronos.gr στο Google News