Επιμέλεια: Νεκτάριος Κεραμιτζής - http://oinofilos.blogspot.com

«Οινοφιλικά»

26/04/12 - 12:00

Μοιραστείτε το

Προτάσεις, σχόλια και νέα γύρω από το κρασί μέσα από το ημερολόγιο ενός οινόφιλου... Η πρόταση της εβδομάδας:  Κτήμα Βογιατζή, "Τσαπουρνάκος", 2008 Τύπος: Ερυθρός ξηρός Ποικιλίες: Τσαπουρνάκος Ωρίμανση: 12 μήνες βαρέλι Ενδ. τιμή: 13.50 ευρώ

Σχετικά με τον παραγωγό: Το κτήμα Βογιατζή βρίσκεται στο Βελβεντό του Νομού Κοζάνης, μια γραφική κωμόπολη της Δυτικής Μακεδονίας, χτισμένη στους πρόποδες των Πιερίων και δίπλα στη λίμνη του Πολυφύτου. Παραδοσιακός οικισμός με βαθιές ρίζες στην αμπελοκαλλιέργεια και μεγάλη φήμη στην παραγωγή κρασιού και τσίπουρου, μια που τροφοδοτούσε τις ανάγκες των γύρω αναπτυσσόμενων περιοχών σταθερά μέχρι τα μέσα του προηγούμενου αιώνα. Άρρηκτα συνδεδεμένη με την ιστορία του τόπου λοιπόν και η οικογένεια Βογιατζή που κατάγεται από εκεί, με μακρύ παρελθόν στο σχετικό οινεμπόριο, κατέληξε λόγω ακριβώς αυτού να εγκατασταθεί μόνιμα στην πόλη της Κατερίνης, όπου διατηρούσε μέχρι το 1992 παραδοσιακό οινοπωλείο-ουζερί. Από την τρίτη γενιά, ο Γιάννης, χημικός-δόκτωρ Οινολογίας, μετά την ολοκλήρωση των σπουδών του στο Μπορντώ της Γαλλίας, εντάσσεται το 1985 στο δυναμικό της εταιρείας Μπουτάρη όπου συνεχίζει να εργάζεται μέχρι και σήμερα, διατηρώντας πλέον εδώ και χρόνια τη θέση του διευθυντή Οινολογικού και αμπελουργικού τομέα, μετά από μια μακρά θητεία έρευνας και πειραματισμών στους αμπελώνες όλης της χώρας και συνολικά μια πολύπλευρη συνεισφορά στην εξέλιξη του ελληνικού κρασιού. Μάλιστα τα τελευταία χρόνια, τιμητικά τελεί ως πρόεδρος της Ένωσης Οινοποιών του Αμπελώνα της Βορείου Ελλάδος.
Στις αρχές λοιπόν του 1990, μαζί με τον αδελφό του Νίκο και τον πατέρα τους, αποφασίζουν να επιστρέψουν στο Βελβεντό εγκαθιστώντας έναν νέο, σύγχρονο ιδιόκτητο αμπελώνα 30 στρεμμάτων, στη θέση του παλαιού αμπελιού της οικογένειας κοντά στη λίμνη, φυτεμένο με πολλές τοπικές, αλλά και ξενικές ποικιλίες, κατά το προσφιλές παραδοσιακά συνήθειο της παραγωγής πολυποικιλιακών κρασιών στην περιοχή, αλλά και με στόχο την ανανέωση και εξέλιξη του αμπελουργικού της δυναμικού. Σήμερα ο αμπελώνας αριθμεί 90 περίπου στρέμματα, βρίσκεται σε υψόμετρο 380 μέτρων και είναι βιολογικής καλλιέργειας. Ειδικότερα, οι κύριες ποικιλίες που καλλιεργούνται είναι οι λευκές Ροδίτης, Μπατίκι, Chardonnay, Malvasia Aromatica και οι ερυθρές Cabernet Sauvignon, Merlot, Ξινόμαυρο και Μοσχόμαυρο. Παράλληλα, το κτήμα εξ’ αρχής υπηρέτησε το όραμα του ανήσυχου επιστήμονα-ερευνητή παραγωγού για την διάσωση και την ανάδειξη των τοπικών ποικιλιών της περιοχής, λειτουργώντας ένα εξειδικευμένο τμήμα του αμπελώνα με σαφή πειραματικό προσανατολισμό, απ' όπου προέκυψε και η αξιόλογη υπό δοκιμή ποικιλία (βλ. "Παραλειπόμενα"). Άξια αναφοράς είναι επίσης εδώ και η προσπάθεια γενετικής ταυτοποίησης από τον ίδιο παραγωγό του ξεχωριστού κλώνου Ξινόμαυρου του Βελβεντού, που αν και δίνει ένα σαφώς πιο εκλεπτυσμένο και βελούδινο κρασί από αυτόν της Νάουσας, θεωρούνται οι δύο ποιοτικότεροι της οικογενείας από οινολογική πάντα σκοπιά.
Η γκάμα των κρασιών του κτήματος περιλαμβάνει την βασική τριάδα λευκού, ροζέ, ερυθρού, αλλά και το μονοποικιλιακό δίδυμο των μέχρι πρόσφατα πειραματικών οινοποιήσεων του υπό δοκιμή και του Ξινόμαυρου (οι πρώτες σοδειές τους, που κυκλοφόρησαν επίσημα είναι του 2005 και του 2007 αντίστοιχα), σε μικρό συνολικά αριθμό εμφιαλώσεων ώστε να εκφράζει το "χαμηλό" και οικογενειακό προφίλ του κτήματος. Γενικά πρόκειται για πολύ αξιόλογα κρασιά, προσεκτικά καλοδουλεμένα, που εμπεριέχουν σαφώς το προσωπικό ύφος του διακεκριμένου οινοποιού και με άριστη σχέση ποιότητας-τιμής (όλα μεταξύ 9 και 14 ευρώ). Ομολογώ ότι τρέφω ιδιαίτερη συμπάθεια κυρίως στα ερυθρά, μια και θεωρώ ότι ξεχωρίζουν για το πλούσιο, γενναιόδωρο, αλλά ταυτόχρονα και φιλικό του χαρακτήρα τους, έννοιες μάλλον ταυτόσημες με τις φιλόξενες καταβολές της περιοχής, απ΄ όσο τυχαίνει να γνωρίζω. Δεν δείχνουν να ακολουθούν "αγχωτικά" τα πρότυπα της μόδας για κρασιά "εύκολα", που πίνονται και ως απεριτίφ, ούτε την ανταγωνιστικότητα των βραβείων και των διαγωνισμών, αλλά αντιθέτως ζητούν αντίστοιχα "χαλαρή" διάθεση από τον καταναλωτή για να αναδειχθούν απολαυστικά δίπλα σε ένα εξίσου καλό γεύμα. Συνιστώ ανεπιφύλακτα σε κάθε οινόφιλο, μια γνωριμία μαζί τους. Τέλος, να αναφέρουμε ότι η πρώτη εμφιάλωση που κυκλοφόρησε στην αγορά με την επωνυμία του κτήματος είναι ο ερυθρός του 1997, καθώς και το γεγονός ότι το οινοποιείο του είναι ένα μοντέρνο, λειτουργικό κτίσμα, αφαιρετικής αισθητικής που βρίσκεται σε φάση ολοκλήρωσης εντός του έτους.
Γευσιγνωσία Οίνου: Ασυνήθιστα σκούρο μπορντό χρώμα και εξίσου ιδιαίτερος, κομψός αρωματικός χαρακτήρας με τα μπαχαρικά να πρωταγωνιστούν και να εναλλάσσονται μεταξύ γλυκών και πικάντικων (καπνός, σοκολάτα, βανίλια, πιπέρι, κανέλα, αποξηραμένα άνθη), χωρίς όμως να στερούν  από το στόμα την απαραίτητη φρουτώδη υπόσταση, με έμφαση στο ώριμο δαμάσκηνο. Ικανοποιητικό σώμα, με καλή λιπαρότητα. Εξίσου καλή η παρουσία τανινών και οξύτητας, ξεπλένει άψογα το στόμα χωρίς να κουράζει και δίνει ένα πολύ ολοκληρωμένο και ισορροπημένο αποτέλεσμα, που οδηγεί σε μια επίσης ενδιαφέρουσα επίγευση. Εξελίχθηκε όμορφα στο ποτήρι, φανερώνοντας διακριτικά το πολυσύνθετο του χαρακτήρα του καθώς και τη φροντίδα με την οποία περιβλήθηκε η οινοποίησή του. Ως νεαρό ακόμη, στάθηκε εύκολα δίχως να υπερβάλει, δίπλα σε μια ποικιλία "ζουμερών" κρεατικών φούρνου και σχάρας (ταίριαξε καλύτερα με το μοσχάρι), αλλά άφησε σαφώς και υποσχέσεις παλαίωσης τουλάχιστον σε βάθος πενταετίας και παράλληλου συνδυασμού με πολύπλοκες σάλτσες.
Συμπερασματικά: Βελούδινο, στρογγυλεμένο, καλοδομημένο και φινετσάτο, ωστόσο νευρώδες και σχετικά στιβαρό, δείχνει να είναι αλήθεια κρασί άλλης κλάσης (να ομολογήσω και τιμής)! Ακόμη και εμπειρικά, όπως για τον υπογράφοντα, γίνεται εύκολα αντιληπτό το επίπεδο τεχνικής αρτιότητας αλλά και το μεράκι του οινοποιού, αν σκεφτούμε ότι πρόκειται για ένα κρασί από μια άσημη τοπική ποικιλία της περιοχής, χωρίς μάλιστα τη βοήθεια κλασικών βελτιωτικών συνταγών "χαρμάνιασμα". Στερείται ίσως τη δύναμη ενός ποιοτικού Cabernet Sauvignon, όσον αφορά τους φίλους του είδους, αλλά αποζημιώνει τον καταναλωτή με τον πιο πολύπλοκο κάπως "σκοτεινό", μπαχαρώδη χαρακτήρα του, σε αντίθεση με τη γνώριμη φυτικότητα (κυρίως πράσινης πιπεριάς) του πρώτου. 
Παραλειπόμενα: Αξίζει τέλος να αναφέρουμε και κάποια στοιχεία για το ιστορικό της εν λόγω ποικιλίας με το "περίεργο" όνομα: Ο Τσαπουρνάκος είναι μια ερυθρή ποικιλία που απαντάται μόνο στην ευρύτερη περιοχή του Βελβεντού, κυρίως διάσπαρτη μέσα σε παλιά αμπέλια και με λιγοστά φυτά. Ο κ. Βογιατζής φέρεται να την ανακάλυψε τυχαία πριν μερικά χρόνια, καθώς παρατήρησε πως ήταν η μόνη ποικιλία που άντεξε μετά από μια πολύ κακή χρονιά για τους αμπελώνες της περιοχής, δίνοντας απρόσμενα αξιόλογη παραγωγή. Από τότε, και μετά από ταυτοποίηση DNA, αποδείχθηκε ότι ανήκει στην οικογένεια των κλώνων της διάσημης γαλλικής ποικιλίας Cabernet Franc (παρεμφερή των Cabernet Sauvignon και Merlot), αν και ούτε οι ίδιοι οι παλιοί αμπελουργοί της περιοχής φαίνεται να γνωρίζουν το ακριβές ιστορικό της εμφάνισής της, στην περιοχή. Η επικρατέστερη εκδοχή αναφέρει ότι μάλλον μεταφέρθηκε από Γάλλους στρατιώτες που πέρασαν προσωρινά από εκεί, μεταξύ 18ου και 19ου αιώνα. Θεωρείται από τους ειδικούς ως μια εξαιρετική ερυθρή ποικιλία, με άριστα οινολογικά χαρακτηριστικά, που έχει την ικανότητα να συμμετέχει τόσο σε ερυθρούς ξηρούς οίνους παλαίωσης, όσο και σε μονοποικιλιακούς όπως ο υπό δοκιμή.

Ακολουθήστε το xronos.gr στο Google News

Ροή Ειδήσεων

xronos
xronos.gr

ΑΡ. ΜΗΤ: 232265

mit-logo