Επιμέλεια: Νεκτάριος Κεραμιτζής http://oinofilos.blogspot.com

«Οινοφιλικά»

19/04/12 - 12:00

Μοιραστείτε το

Η πρόταση της εβδομάδας:  Κτήμα Κλαούντια Παπαγιάννη, "Alexandra", 2011 Τύπος: Λευκός ξηρός Ποικιλίες: Μαλαγουζιά (βιολογική) Ωρίμανση: - Ενδ. τιμή: 12 ευρώ

Σχετικά με τον παραγωγό: Το κτήμα Κλ. Παπαγιάννη βρίσκεται λίγο μόλις έξω από τον παραδοσιακό οικισμό της Αρναίας, στην Βόρεια ορεινή Χαλκιδική και αποτελεί συνειδητή απόφαση της ιδιοκτήτριας, να προσχωρήσει στην οινοπαραγωγή και εμφιάλωση, παρά την πετυχημένη σταδιοδρομία της οικογένειας της στον ξενοδοχειακό χώρο, μια που τυχαίνει να λειτουργεί στην Κασσάνδρα Χαλκιδικής ιδιόκτητο, μεγάλο και πολυτελές ξενοδοχειακό συγκρότημα. Η κ. Παπαγιάννη λοιπόν, με μοναδικό οδηγό την αγάπη της για το καλό κρασί αλλά και τη φύση και με διαπιστευτήρια τις σπουδές της στην Αμερική, στον τομέα Διοίκησης Επιχειρήσεων και Μάρκετινγκ, χωρίς προηγούμενη οικογενειακή παράδοση, ρίσκαρε αυτήν την επιχειρηματική προσπάθεια το 2003. Αγόρασε προσεκτικά επιλεγμένα κομμάτια γης (περίπου 200 στρ.) στην πατρογονική περιοχή της Αρναίας, και τη Μαραθούσας Χαλκιδικής, στα οποία φυτεύτηκαν επιλεγμένες ρίζες και ποικιλίες αμπελιού όπως οι γηγενείς Ξινόμαυρο, Μαλαγουζιά, Ασύρτικο αλλά και οι διεθνείς Merlot, Cabernet Sauvignon, Syrah, Grenache, Chardonnay, όλες στα πρότυπα βιολογικής καλλιέργειας. Στα τέλη του 2007 αποπερατώθηκε και η κατασκευή του επιβλητικού, υπερσύγχρονου, κτιριακά και μηχανολογικά οινοποιείου, συνολικής έκτασης 3.000 τ.μ., που φανερώνει το μακρόπνοο των προθέσεων της ιδιοκτήτριας. Η οινοπαραγωγική πορεία του κτήματος ξεκίνησε με τη σοδειά του 2006 και από τότε βραβεύεται σταθερά σε εγχώριους και μη διαγωνισμούς. Το κτήμα δέχτηκε εξαρχής τη φροντίδα μερικών εκ των πλέον καταξιωμένων οινολόγων και γεωπόνων του χώρου, γεγονός που έπαιξε ρόλο στην δυναμική είσοδο του στην αγορά, με την παραγωγή οίνων υψηλής ποιότητας. Τα κρασιά του διακρίνονται για την φρεσκάδα του ύφους τους, καθώς και την καθαρότητα των ποικιλιακών χαρακτηριστικών, που εκφράζουν άριστα το "terroir" από το οποίο προέρχονται. Επίσης, άξια αναφοράς είναι η διαθέσιμη ευρεία γκάμα 9 συνολικά ετικετών (λευκά, ροζέ, ερυθρά), που χαρακτηρίζονται από πολύ καλή σχέση ποιότητας-τιμής και δεν κοστίζουν πάνω από 15 ευρώ. Ξεχωρίζω μεταξύ αυτών, τις μονοποικιλιακές εμφιαλώσεις Μαλαγουζιάς (η υπό δοκιμή) και Merlot με τις επωνυμίες "Alexandra" και "Nicolas", εμπνευσμένες από τα ονόματα των παιδιών της κυρίας του κτήματος, όπως και το ευφάνταστο χαρμάνι Ασύρτικου και Viognier, περασμένο από δρύϊνο βαρέλι. Έχοντας επισκεφθεί το κτήμα στο πρόσφατο παρελθόν, ως μέλος παρέας οινόφιλων εκδρομέων και γευματίζοντας με την ιδιοκτήτρια και την υπεύθυνη λειτουργική ομάδα του κτήματος, οφείλω να διαβεβαιώσω τους αναγνώστες της στήλης για τον επαγγελματισμό, τις υψηλές απαιτήσεις, αλλά και την ευγενή και φιλόδοξη διάθεση που τους διακρίνει. 
Γευσιγνωσία οίνου: Το χρώμα του είναι αχνοκίτρινο, κρυστάλλινο-λαμπερό, όπως αναμένει κανείς από μια λευκή εμφιάλωση μόλις λίγων μηνών. Η μύτη είναι ιδιαίτερα "εκρηκτική", έντονη και καθαρή, πλούσια σε αρώματα εξωτικών φρούτων όπως μάνγκο, λάϊμ, αλλά και πιο γνώριμων όπως κίτρο, ροδάκινο και λεμονανθοί, έτσι όπως αρμόζει στην ποικιλία. Το εντυπωσιακά φρουτώδες μπουκέτο εξελίσσεται υποδειγματικά και στο στόμα, δίνοντας ένα απολύτως πλήρες και ισορροπημένο αποτέλεσμα, που δεν συναντάμε συχνά σε οινοποιήσεις τόσο "ντελικάτων" ποικιλιών.
Συνήθη του είδους πάλι το μέτριο σώμα, η ελαφριά λιπαρότητα, καθώς και η καλή, τραγανή οξύτητα. Ως αρκετά νεαρό ακόμη, χαρακτηρίζεται από μια ελαφρώς "σαμπανιζέ" και παράλληλα υπόγλυκη αίσθηση, που εξαφανίζεται γρήγορα από την τυπική, δροσιστική ("σπιρτόζικη", για άλλους και πιπεράτη) λεμονάτη επίγευση της ποικιλίας, που εναλλάσσεται συχνά στις αντίστοιχες ετικέτες μεταξύ μέντας, δυόσμου και βασιλικού, ενίοτε βανίλιας ή μελιού. Πραγματικά, σαν καταναλωτής έχω διαπιστώσει ότι η εν λόγω ποικιλία εμφανίζει ασυνήθιστη μεταβλητότητα στο ποικιλιακό της προφίλ, ανάλογα με την περιοχή προέλευσης, για αυτό και σας αναφέρω τα διάφορα γνώριμα χαρακτηριστικά της.
Ταιριάζει εύκολα με σαλάτες εποχής, ορεκτικά, πίτες και κάποιο ελαφρύ καθημερινό γεύμα (π.χ. γεμιστά). Ιδανικός συνοδός ωστόσο θα ήταν κάποιο πικάντικο μυδοπίλαφο, φιλέτο ψαριού με χορταρικά, όστρακα αχνιστά ή γλώσσες/γαρίδες στο τηγάνι, και φυσικά ως απεριτίφ με φρούτα ή τυριά. Ριψοκίνδυνα, θα σταθεί ίσως οριακά δίπλα σε κάποιο πιάτο κοτόπουλου με λευκή σάλτσα, χάριν κυρίως της σθεναρής οξύτητας.
Συμπερασματικά: Ένα από τα ποιοτικότερα, και ίσως πιο αντιπροσωπευτικά δείγματα της ποικιλίας, που έχουμε την τύχη να απολαμβάνουμε τα τελευταία χρόνια. Πραγματικά φινετσάτο σύνολο, λεπτό, ελαφρύ και έντονα αρωματικό, καταλαβαίνω εύκολα γιατί αποτελεί αδυναμία πολλών, ιδίως του "ασθενούς" φύλου. Ομολογώ ότι αν και δεν τρέφω ιδιαίτερη συμπάθεια για το εν λόγω στύλ κρασιών, το υπό δοκιμή πάντα με γοητεύει, όπως όταν το πρωτοδοκίμασα ως επισκέπτης του νέου και άγνωστου τότε ακόμη κτήματος Από τότε το δοκιμάζω πιστά κάθε χρόνο, έστω και στις σχετικές εκθέσεις ως φίλος του κτήματος. Επειδή πρόκειται για μια αρκετά πρόσφατη εμφιάλωση, θεωρώ ότι εντός του καλοκαιριού θα βρίσκεται στην καλύτερη του φάση, καθώς θα υποχωρήσει η "ανθρακούχα" συμπεριφορά και θα βελτιωθεί το σώμα του. 
Παραλειπόμενα: Με την ευκαιρία ας αναφέρουμε και κάποιες λεπτομέρειες σχετικά με την δημοφιλή λευκή ποικιλία: Η Μαλαγουζιά κατάγεται από την Αιτωλοακαρνανία (κυρίως Μεσολόγγι-ορεινή Ναυπακτία) και φέρεται να έχει αρχαιοελληνικό παρελθόν όπως το ερυθρό, Βορειοελλαδίτικο Λημνιό. Προπολεμικά θεωρούνταν μάλιστα από τους ειδικούς ως η εκλεκτότερη λευκή ελληνική ποικιλία. Εγκαταλείφθηκε όμως σταδιακά η ίδια, όπως και σε προέκταση η αμπελοκαλλιέργεια στην ευρύτερη περιοχή, λόγω φυσικών και μη καταστροφών (πόλεμος,φυλλοξήρα), αλλά και της στροφής σε αρδεύσιμες καλλιέργειες καθώς και της οικοπεδοποίησης, σε σημείο που κινδύνευσε πραγματικά να εξαφανισθεί. Ευτυχώς, πριν τη δεκαετία του 1970 το επιστημονικό δυναμικό της εποχής, είχε καταφέρει να διασώσει κάποια μοσχεύματα της ποικιλίας. Έτσι το 1977 ο γνωστός οινοποιός Β. Γεροβασιλείου, στο ξεκίνημα του ως οινολόγος του κτήματος "Πόρτο Καρράς", πρωτοσυνάντησε την ποικιλία σε έναν πειραματικό αμπελώνα που είχε εγκαθιδρύσει το κτήμα, στενά συνεργαζόμενο τότε με τη Γεωργική Σχολή Θεσ/νίκης.
Μετά από δοκιμές κατάφερε να κυκλοφορήσει το 1980 για πρώτη φορά τη νέα, μονοποικιλιακή, ξηρή εκδοχή της. Ο ίδιος μάλιστα, ως διορατικός επιστήμων, φύτευσε την ποικιλία και στον προσωπικό του αμπελώνα από τότε, και κέρδισε το στοίχημα εκ μέρους της μιας και χάριν της δημοφιλίας της στο κοινό, εδραιώθηκε ως καλλιέργεια και κίνησε το ενδιαφέρον και άλλων παραγωγών.
Πρόκειται για μια από τις πιο αρωματικές ποικιλίες ελληνικών σταφυλιών, όπως είναι για παράδειγμα το Μοσχοφίλερο και σε προέκταση η οικογένεια των Μοσχάτων. Θα τολμούσα δε να πώ, απλοϊκά ως "πειραματιζόμενος" οινόφιλος, ότι την θεωρώ το ελληνικό αντίστοιχο του Sauvignon Blanc, λόγω του "ντελικάτου" και τροπικού συνήθως προφίλ που την χαρακτηρίζει. Αναβίωσε λοιπόν κυρίως την τελευταία εικοσαετία και η καλλιέργεια της πλέον επεκτάθηκε σχεδόν σε όλη τη χώρα, δίνοντας πιο συχνά φρέσκα μονοποικιλιακά κρασιά, αλλά και συμμετέχοντας σε πολύ πετυχημένα χαρμάνια, συνήθως με Ασύρτικο ή Chardonnay που της προσδίδουν όγκο. Αποτελεί χαρακτηριστικό παράδειγμα του πως ανακαλύπτουν οι Έλληνες παραγωγοί σταδιακά το εγχώριο αμπελοοινικό δυναμικό, και σε προέκταση καταφέρνουν να κινήσουν το Παγκόσμιο ενδιαφέρον, όπως συνέβη νωρίτερα με το Ασύρτικο και το Μοσχοφίλερο.

Ακολουθήστε το xronos.gr στο Google News

Ροή Ειδήσεων

xronos
xronos.gr

ΑΡ. ΜΗΤ: 232265

mit-logo