Η πρόταση της εβδομάδας: Κτήμα Κυρ-Γιάννη, "Ακακίες", 2010 Τύπος: Ροζέ ξηρός Ποικιλίες: Ξινόμαυρο Ωρίμανση: - Ενδ. τιμή: 9 ευρώ
Σχετικά με τον παραγωγό: Το κτήμα "Κυρ-Γιάννη" ιδρύθηκε το 1997, από τον Γιάννη Μπουτάρη, μια από τις σημαντικότερες μορφές της ελληνικής οινοβιομηχανίας, όταν αποχώρησε από τον πασίγνωστο οικογενειακό όμιλο. Σήμερα διοικείται από τον γιο του Στέλιο, ο οποίος συνεχίζοντας την μακρά οινική παράδοση πέντε γενεών, εστιάζει στην παραγωγή κρασιών υψηλής ποιότητας με αυθεντικό χαρακτήρα και ελκυστικότητα προς τον σύγχρονο καταναλωτή. Οι αμπελώνες του κτήματος εκτείνονται στις δύο πλευρές του Βερμίου όρους, στην βορειοδυτική Ελλάδα. Στα ανατολικά του βουνού απλώνεται ο αμπελώνας της Νάουσας με έδρα το κτήμα στο Γιαννακοχώρι, ο οποίος έχει έκταση άνω των 500 στρεμμάτων και βρίσκεται εντός της ομώνυμης ζώνης Ο.Π.Α.Π. Εκεί καλλιεργούνται διάφορες ελληνικές και διεθνείς ποικιλίες, με έμφαση στο ντόπιο Ξινόμαυρο. Περισσότερες λεπτομέρειες για το εν λόγω κτήμα και γενικότερα για την εταιρεία, υπόσχομαι να αναπτύξω σε επόμενη γευστική δοκιμή, αντίστοιχης ετικέτας. Οι αμπελώνες και το οινοποιείο "Κυρ-Γιάννη" στο Αμύνταιο, βρίσκονται στις όχθες της λίμνης Βεγορίτιδας, που ορίζεται από τους ορεινούς όγκους των βουνών Καϊμακτσαλάν και Βιτσίου. Οι ιδιόκτητοι αμπελώνες είναι συνολικής έκτασης 170 στρεμμάτων και υπάγονται στο Δήμο Αγ. Παντελεήμονα, εντός των ορίων της αντίστοιχης ζώνης Ο.Π.Α.Π. Επιπλέον, το κτήμα προμηθεύεται την πρώτη ύλη άλλων 300 στρεμμάτων, συμβεβλημένων και φυσικά επιλεγμένων αμπελουργών της περιοχής. Εδώ, χάριν του ιδιαίτερου μικροκλίματος δίνεται βάρος στην καλλιέργεια λευκών κυρίως ποικιλιών, πέραν βεβαίως του ερυθρού τοπικού κλώνου Ξινόμαυρου, όπως είναι οι διεθνείς Sauvignon Blanc, Chardonnay, Gewurztraminer και οι γηγενείς Ροδίτης, Ασύρτικο, Μαλαγουζιά με έμφαση στον πρώτο. Στο λιτό παρόν οινοποιείο, που χαριτολογώντας ο ιδρυτής του μάλιστα το ονόμασε "Παράγκα", θεωρώντας το ως αντίθεση στη μόδα της εποχής που επέτασσε χλιδάτα οινοποιεία με επιβλητικά κτιριακά συγκροτήματα, παράγονται σήμερα 5 κρασιά: τα λευκά "Σαμαρόπετρα" (γνωστό αμπελοτόπι της περιοχής) και "Τέσσερις Λίμνες", η "Παράγκα" σε λευκή και ερυθρή εκδοχή, καθώς και το υπό δοκιμή ροζέ που πήρε το όνομά του από τα δέντρα που περιβάλλουν το οινοποιείο. Ήδη είναι υπό κυκλοφορία και δύο νέα κρασιά του κτήματος, πολλά υποσχόμενα, συγκεκριμένα το αντίστοιχο με το υπό δοκιμή ροζέ αφρώδες "Ακακίες" και το μονοποικιλιακό, μοντέρνο Ξινόμαυρο "Καλή Ρίζα", από κλήματα άνω των 60 ετών. Όλα τα κρασιά του κτήματος διακρίνονται για το ιδιαίτερο στυλ τους, χάριν στις πλέον σύγχρονες τεχνικές οινοποίησης (όπως π.χ. μικρο-οξυγόνωση, δηλ. αναπαραγωγή περιβάλλοντος βαρελιού μέσα στην ανοξείδωτη δεξαμενή) και την πετυχημένη επιλογή χαρμανιών, καθώς φυσικά και την αρκετά καλή σχέση ποιότητας-τιμής.
Γευσιγνωσία Οίνου: Το χρώμα, αν και στη νεότητά του είναι λαμπερό-πλούσιο ροζ με μπλε ανταύγειες, έχει πάρει πλέον την συνήθη για το είδος πυκνή κερασί απόχρωση. Στη μύτη και το στόμα, διακρίνονται καθαρά και έντονα τα τυπικά πάλι αρώματα φράουλας και φρέσκιας ντομάτας, μαζί με νύξεις από μικρά κόκκινα φρούτα όπως κεράσι, φραγκοστάφυλο, βατόμουρο, βύσσινο. Πολύ καλή δροσιστική οξύτητα. Όγκος ικανοποιητικός με μια υποψία τανινών, που χαρακτηρίζει την ποικιλία. Είναι αλήθεια ότι ως νέο, έχει μια υφέρπουσα γλυκύτητα στην επίγευση, ενώ τώρα υπερισχύει γευστικά ο όξινος χαρακτήρας ντομάτας και άγουρου κερασιού, σε ευχάριστο όμως πλαίσιο. Ισορροπημένο σύνολο, με αισθητά ερυθρό "προφίλ" και καλή, τραγανή επίγευση. Σχετικά λιπαρό. Ταιριάζει γενικά με μεγάλη ποικιλία εδεσμάτων όπως ζυμαρικά, θαλασσινά, αλλά και κηπευτικά, που έχουν ως βάση την σάλτσα φρέσκιας ντομάτας. Στην παρούσα φάση της ζωής του όμως, για τον λόγο που προανέφερα, πιστεύω ότι θα αναδείξει καλύτερα την πυγμή του δίπλα σε λευκά κρεατικά, σχάρας ή τηγανητά.
Συμπερασματικά: Ένα από τα πολύ αγαπητά ελληνικά ροζέ, κλείνει με τη σοδειά του 2011 που μόλις κυκλοφόρησε στην αγορά την πρώτη δεκαετία ζωής του. Καλοφτιαγμένο και γενναιόδωρο όπως πάντα, ξεχωρίζει στην κατηγορία του για το νεύρο, την αντοχή του στο χρόνο, την ποιότητα οινοποίησης και φυσικά την πολύ καλή σχέση ποιότητας-τιμής (ιδίως για βορειοελλαδίτικο ροζέ). Πραγματικά, παρόλο που διανύει ήδη το δεύτερο έτος ζωής του, διατηρεί ανέπαφο σχεδόν το αρωματικό και γευστικό δυναμικό του, αφήνοντας υποσχέσεις και για την συνέχεια. Κατά τα άλλα, πρόκειται για ένα κλασικό ροζέ φαγητού από το Αμύνταιο, μοντέρνου ύφους σχετικά για τα δεδομένα της περιοχής, ζωηρό και με ευχάριστη, τυπική φρεσκάδα. Αξίζει να αναφέρουμε τέλος, ότι σύμφωνα με τον παραγωγό, ο κύριος όγκος του κρασιού παραμένει με τις οινολάσπες του για 3 περίπου μήνες, με περιοδικές αναδεύσεις (battonage), ώστε η οξύτητα να ισορροπήσει με την αύξηση της λιπαρότητας.
Παραλειπόμενα: Με την ευκαιρία αξίζει να αναφέρουμε κάποιες στοιχειώδεις πληροφορίες για τα κρασιά του Αμυνταίου, μια και οινικά τουλάχιστον η περιοχή δεν είναι ακόμη ευρέως γνωστή, αλλά της αξίζει σίγουρα να "ανακαλυφθεί" από τους οινόφιλους. Ειδικότερα, η αμπελουργία εδώ έχει τις ρίζες της αιώνες πίσω (επιβιώνουν μάλιστα αμπέλια με ηλικία σχεδόν 100 ετών!), αλλά μόνο τη τελευταία δεκαετία έχει αρχίσει να αποτυπώνει ενδείξεις "terroir" και τα κρασιά της περιοχής να δείχνουν τις δυνατότητές τους. Ρόλο καταλύτη έπαιξε φυσικά η παρουσία του Γιάννη Μπουτάρη, ιδιαίτερα μετά την ίδρυση του εν λόγω οινοποιείου, ο οποίος βοήθησε σημαντικά τους τοπικούς παραγωγούς σε τεχνογνωσία, αλλά κυρίως τους ενέπνευσε οραματιζόμενος την αναγέννηση του ιστορικού αμπελώνα. Για τους πιο "ρομαντικούς", να αναφέρουμε ότι ο ίδιος ήταν το 1975 ο εμπνευστής του πρωτοδιαφημιζόμενου ελληνικού λευκού κρασιού "Lac de Roches" (μτφ. Λίμνη των Πετρών, μία εκ των τεσσάρων της περιοχής) που παραγόταν από σταφύλια του Αμυνταίου, όπως και το γεγονός ότι εδώ παραγόταν, στο οινοποιείο του τοπικού συνεταιρισμού, ο επί δεκαετίες αγαπημένος οίνος πολλών, ροζέ και ερυθρός "Μακεδονικός" Τσάνταλη. Σήμερα λοιπόν το Αμύνταιο, από μια παραδοσιακή αλλά παραμελημένη αμπελουργικά ακριτική ζώνη, έχει εξελιχθεί σε μια από τις πλέον υποσχόμενες οινοπαραγωγικές, αλλά και οινοτουριστικές περιοχές της χώρας. Χαρακτηριστικά των κρασιών του, είναι το λαμπερό χρώμα, η έντονη οξύτητα και το πλούσιο αρωματικό δυναμικό, λόγω του ιδιαίτερα ψυχρού κλίματος σε συνδυασμό με το μεγάλο υψόμετρο (650 μ. μέσος όρος, η πιο ηπειρωτική ζώνη Ο.Π.Α.Π. της χώρας) και τα αμμώδη εδάφη πλησίον των τεσσάρων λιμνών της περιοχής. Δεν είναι τυχαίο ότι εδώ παράγονται ο μοναδικός ροζέ Ο.Π.Α.Π. (η ανώτερη νομοθετικά διάκριση - ένδειξη ποιότητας) οίνος της χώρας, όπως ο υπό δοκιμή, καθώς και ο πρώτος ιστορικά ελληνικός ροζέ αφρώδης. Ιδανικές συνθήκες λοιπόν για την παραγωγή αρωματικών λευκών, αλλά και ροζέ οίνων ποιότητας.
Αναγνωρίσιμη δε και αξιόλογη γηγενής ποικιλία της περιοχής είναι το ερυθρό Ξινόμαυρο Αμυνταίου, το οποίο διαφέρει αρκετά από το αντίστοιχο της Νάουσας, καθώς για παράδειγμα είναι πιο μαλακό στο στόμα. Δίνει γενικά μέτρια, ελαφριά κρασιά με φρουτώδη γεύση, πορφυρό χρώμα, έντονη οξύτητα και ικανοποιητικές τανίνες. Τυπικά γευσιγνωστικά στοιχεία τους είναι η σάλτσα ώριμης ντομάτας και το πιπέρι, ίσως και λίγες νότες ελιάς, όπως και μια ελαφρώς πικρή επίγευση σιδήρου, που ίσως ξενίζει κάποιους. Ταιριάζουν πάντως ιδανικά με μοσχαρίσιο κρέας (κιμάς-μπριζόλες). Σίγουρα, πιο ενδιαφέρον γευστικά έχουν τα χαρμάνια της ποικιλίας με Syrah και Merlot, που μπορούν να συνοδεύσουν το ίδιο ευχάριστα ευρύτερες κρεατοφαγικές επιλογές, όπως μαγειρευτά, πουλερικά, χοιρινό ή αρνάκι στο φούρνο. Προς το παρόν όμως, επιτρέψτε μου να θεωρώ ότι τα περισσότερα παρ' όλη την πολυπλοκότητά τους, απέχουν αισθητά ακόμη από το επίπεδο των πολύ καλών ελληνικών κρασιών.
Ακολουθήστε το xronos.gr στο Google News