Γράφει ο Μ. Γ. Βαρβούνης καθηγητής λαογραφίας Δημοκρίτειο Πανεπιστήμιο Θράκης / Τμήμα Ιστορίας και Εθνολογίας
Ο Θρακιώτης ζωγράφος Γιάννης Μητράκας, δεν χρειάζεται ασφαλώς συστάσεις, πόσο μάλλον στον τόπο που τον γέννησε. Είναι γνωστός στο πανελλήνιο, αλλά και έξω από τα όρια της χώρας μας για το ιδιαίτερο ζωγραφικό του ύφος, αλλά και για τις πρωτότυπες εικαστικές συλλήψεις του, που δημιουργούν μια ιδιαίτερη, δική του εκφραστική γλώσσα, άμεσα αναγνωρίσιμη από τους θεατές των έργων του.
Γεννημένος το 1936 στον Προβατώνα του Έβρου, από γονείς πρόσφυγες, καταγόμενους από την Ανατολική Ρωμυλία διδάχθηκε εξ απαλών ονύχων την παράδοση του Γένους και την εγκολπώθηκε δημιουργικά και γόνιμα. Για το έργο του έχουν κατά καιρούς γραφεί πολλά, τόσο από λόγιους και διακεκριμένους ιεράρχες, όπως ο μητροπολίτης Χαλκηδόνος κ. Αθανάσιος, όσο και από ακαδημαϊκούς, καθηγητές πανεπιστημίων, τεχνοκριτικούς και φιλότεχνους. Στα κείμενα αυτά μελετώνται συστηματικά τα επιμέρους χαρακτηριστικά της τέχνης του, και αναλύονται πολλά έργα του, ορισμένα από τα οποία κοσμούν σήμερα ιδιωτικές και δημόσιες συλλογές στην Ελλάδα και στο εξωτερικό. Μάλιστα, ορισμένα από αυτά υπάρχουν και στην Κομοτηνή, στο δημαρχείο, στην πρυτανεία του Δημοκριτείου Πανεπιστημίου Θράκης κ.ά.
.jpg)
Στο σύντομο αυτό σημείωμα δεν θα επιχειρήσουμε βέβαια μια πλήρη μελέτη του έργου του, κάτι που συστηματικά έχει γίνει στα πλαίσια ειδικών μεταπτυχιακών διατριβών και, σύντομα ελπίζω, και στα πλαίσια μιας ειδικής διδακτορικής διατριβής. Θα εκφράσουμε μόνο ορισμένες σκέψεις, που αποτελούν μάλλον προσωπικά βιώματα και ιδιωτικές εντυπώσεις από την θέαση των έργων του, των τόσο συνδεδεμένων με την ελληνική λαϊκή ζωγραφική παράδοση αλλά και με την τέχνη της βυζαντινής και μεταβυζαντινής αγιογραφίας, μια θρησκευτική τέχνη πνευματικότατη, την οποία επίσης ασκεί ο ζωγράφος μας.
Συνδυάζοντας την λαϊκότροπη θρησκευτική και την ένθεη κοσμική ζωγραφική, και εκφράζοντας την ενδιάθετη πνευματικότητα που συναντούμε σε όλα τα ελληνικά λαϊκά θρησκευτικά έθιμα, τόσο σε εκείνα του κύκλου του χρόνου, όσο και σε εκείνα του κύκλου της ζωής, ο Γιάννης Μητράκας ζωγράφισε μια σειρά από μεγάλες, μοναδικές και σπουδαίες συνθέσεις στο ναό του αποστόλου Παύλου, στο Σαμπεζύ της Γενεύης, δηλαδή στο λειτουργικό κέντρο της μεταπτυχιακής σχολής ορθόδοξης θεολογίας του Οικουμενικού Πατριαρχείου. Μπόρεσε έτσι να εκφράσει με τον καλλίτερο δυνατό τρόπο όσα ο πάνσεπτος Οικουμενικός Θρόνος οραματίστηκε για την ορθοδοξία στο σύγχρονο ευρωπαϊκό περιβάλλον, όταν ίδρυσε το περίφημο αυτό κέντρο.
Από την άλλη πλευρά, τα έντονα χρώματα, οι παραδοσιακές αποδόσεις μορφών και φόρμας, οι παραδοσιακές τεχνικές αλλά και η ανανεωμένη σύνθεση, αποτελούν τα κυριότερα χαρακτηριστικά που εύκολα διαπιστώνει ο θεατής, όταν σταθεί μπροστά στα έργα του. Οι σειρές έργων, για παράδειγμα, που απεικονίζουν τους μήνες του χρόνου και τις μέρες της εβδομάδας, οι κύκλοι με τις αγιογραφίες του και οι παραστάσεις με θέματα από την παράδοση του γένους μας, όπως τα σχετικά με τους βυζαντινούς αυτοκράτορες και μάλιστα τον μαρτυρικό Κωνσταντίνο ΙΑ΄ Παλαιολόγο, ο «αγγελικός κύκλος» και τα εξώφυλλα των βιβλίων που έχει δημιουργήσει, κατεξοχήν δε ο κύκλος των έργων του που έχουν εμπνευστεί από τις αλησμόνητες θρακικές πατρίδες, κινούνται στην γραμμή της πνευματικοποίησης και του καθαγιασμού του καθημερινού.
Ο Γιάννης Μητράκας είναι ο κατεξοχήν εν ζωή ζωγράφος της παράδοσης της Ρωμιοσύνης, αφού τα έργα του διέπει η ίδια αρχή που διέπει και τα έθιμα της ελληνικής λαϊκής λατρείας: ο καθαγιασμός του καθημερινού και η τελετουργική αναδιανομή του, ώστε μέσω αυτού να αγιαστεί η τρέχουσα καθημερινότητα. Πράγματι, αν κανείς δει πιο προσεκτικά κύκλους έργων του όπως ο κύκλος με τους πετεινούς, ο κύκλος με τα «κυκλώματα» και ο κύκλος με τους σοφούς και τους διανοούμενους, αλλά και έργα εμπνευσμένα από την αρχαιότητα, όπως οι κύκλοι με τις αφροδίτες και το απολλώνιο φως, μπορεί να διαπιστώσει πως όλες οι επιδράσεις και οι αναφορές του πραγματικά καθαγιάζονται μέσα στο φως της παράδοσης, και συνδέονται σε ένα ατελεύτητο όλον, την ενότητα του Γένους, της Ρωμιοσύνης μας.
Αυτό φαίνεται πιο καθαρά στους κύκλο με τις κόρες και τις μάνες, αλλά και στα έργα του που απεικονίζουν τη Σαμοθράκη και την «οικονομία του άρτου». Στα έργα αυτά το καθημερινό μνημειοποιείται και το κοινό λαμπρύνεται από το φως της παράδοσης, ώστε τελικά να καθαγιαστεί και να ηρωοποιηθεί. Θα μπορούσαμε μάλιστα να πούμε ότι αν τα έργα αυτά τοποθετηθούν το ένα δίπλα στο άλλο, θα μπορούσαν να συνθέσουν μια ιδεατή τοιχογραφία, που θα απεικονίζει τη Ρωμιοσύνη, οικουμενική και αιώνια, ακριβώς όπως εκφράζεται στους σχεδιασμούς και στα οράματα του Οικουμενικού Πατριαρχείου, που επάξια τίμησε τον Γιάννη Μητράκα με το οφφίκιο του Άρχοντος Αγιογράφου, δια των σεπτών πατριαρχικών χειρών της Α.Θ.Π. του Οικουμενικού Πατριάρχου κ. Βαρθολομαίου.
Και είναι βέβαια αναμενόμενο αυτό από έναν Θρακιώτη ζωγράφο, με ζωντανά και εναργή μέσα του τα παραδοσιακά βιώματα, όπως ο καλλιτέχνης μας. Από έναν μαϊστορα του χρωστήρα, που παραλλήλως είναι και πρόεδρος της Εταιρείας Θρακικών μελετών και του Θρακικού Κέντρου, δύο αλληλένδετων φορέων με μακροχρόνια και μοναδική προσφορά στο χώρο των θρακικών σπουδών. Είναι ορατό και διαπιστώσιμο αυτό και στις σελίδες του λευκώματος με τίτλο «Ο βυζαντινός κόσμος του Γ. Μητράκα», που εκδόθηκε το 2008 από την Δημοτική Πινακοθήκη Θεσσαλονίκης, και όπου οι τάσεις αυτές αποτυπώνονται και οριστικοποιούνται.
Είναι λοιπόν ο Γιάννης Μητράκας ζωγράφος της Ρωμιοσύνης, όπως την γνώρισε στην γενέτειρά του Θράκη, όπως την βίωσε μέσα στην πολύμορφη ελληνική παράδοση και όπως την παρέλαβε από τον άγρυπνο θεματοφύλακα του Γένους, τον Οικουμενικό Θρόνο της Κωνσταντινουπόλεως, στην τετιμημένη χορεία των Αρχόντων του οποίου ανήκει. Είναι ο ζωγράφος των μεγάλων οραμάτων, ο πράγματι ανεξάντλητος συνεχιστής του Φώτη Κόντογλου και του Ράλλη Κοψίδη, που κατάφερε να μπολιάσει την δική τους μοναδική προσφορά με την θρακική ματιά του, σε ένα ιδίωμα που όμως απευθύνεται στον νεωτερικό και μεταμοντέρνο κόσμο μας.
Νομίζω πως οι ιστορικοί της τέχνης του μέλλοντος πολλά θα γράψουν για την έκφραση της Ρωμιοσύνης μέσα στα έργα του Γιάννη Μητράκα. Ευχής έργο μάλιστα θα ήταν να συνεχίσει και ο ίδιος τη δημιουργία μεγάλων και πολύμορφων συνθέσεων, μέσα στις οποίες απεικονίζεται εμβριθέστατα αυτή η Ρωμιοσύνη, η πολύπαθη και πολύτροπη, ακριβώς όπως την βιώνουμε και την βρίσκουμε ζωντανή σε μέρη όπου το Γένος άκμασε και δημιούργησε, μέρη όπως οι δύο κύριοι πόλοι της ζωής του ζωγράφου μας, η Θράκη και η Κωνσταντινούπολη. Σε μια εποχή μάλιστα που πολύς και συστηματικός λόγος γίνεται για ταυτότητες και παραδόσεις, το έργο του ζωγράφου μας αποτελεί εξαίρετο και διδακτικό παράδειγμα για το πώς μπορεί κανείς να στραφεί προς μια ανανεωμένη παράδοση, που και τις ρίζες να ζωογονεί, αλλά και τα μηνύματα των καιρών να συλλαμβάνει, που να είναι παραδοσιακή αλλά και προοδευτική ταυτοχρόνως, όπως πάντοτε ήταν οι βασικές εκφράσεις του Γένους μας.
Οι λίγες αυτές σκέψεις αποτελούν βέβαια προσωπικά βιώματα, όπως και παραπάνω ανέφερα. Ταυτοχρόνως όμως είναι και μια «λαογραφική» θεώρηση του έργου του Γιάννη Μητράκα, που με την πολυχρωμία, τη ζωντάνια και την πολυμορφία του αποτελεί πραγματικό εικαστικό καταφύγιο στις λαίλαπες των άστατων και άφιλων καιρών μας. Πιστεύω δε βάσιμα πως ο λόγος για τον οποίο η τέχνη του Γιάννη Μητράκα μας ξεκουράζει και μας παρηγορεί είναι ακριβώς γιατί απεικονίζει οικεία βιώματα και μνήμες ιερές, επειδή εικονογραφεί και παριστάνει την Ρωμιοσύνη μας, την πολύτιμη παρακαταθήκη που λειτουργεί ως πυξίδα πλεύσης όλων μας, σε καιρούς θυελλών και τρικυμιών.
Η Ρωμιοσύνη του Γιάννη Μητράκα είναι το πολύτιμο καταστάλαγμα του έργου του, το βασικό χαρακτηριστικό της μοναδικής και ιδιότυπης μεγάλης και σπουδαίας τέχνης του, αλλά και η κύρια συνισταμένη της βαθύτατα φιλοσοφημένης και πολυσύνθετης προσωπικότητάς του.
Ακολουθήστε το xronos.gr στο Google News