ΙΣΤΟΡΙΚΟ ΑΡΘΡΟ

Το χρονικό της ενσωμάτωσης της Θράκης στην Ελλάδα και η παλιννόστηση των προσφύγων

31/12/19 - 10:00

Γράφει o Ιωάννης Μ. Μπακιρτζής επίκουρος καθηγητής του Τμήματος Ιστορίας & Εθνολογίας του Δ.Π.Θ.

Η αφήγησή μας για τα γεγονότα στην δυτική Θράκη, κατά τα έτη 1919-1920, ξεκινά από του σημείου αμέσως μετά την λήξη του Α’ Παγκοσμίου πολέμου, το 1918, οπότε η περιοχή τέθηκε υπό διασυμμαχική κατοχή και το καθεστώς τούτο συνιστούσε μια ενδιάμεση κατάσταση, μέχρι την τελική επιδίκαση της περιοχής. Η ‘Διασυμμαχική Θράκη’–‘Thrace Interalliée’, στην γαλλική γλώσσα, θα διοικείτο από την Γαλλία εξ ονόματος των Δυνάμεων της Εntente – Συνεννόησης, ενώ ο Αρχιστράτηγος της Συμμαχικής Στρατιάς της Ανατολής, Franchet d'Esperey, επιφορτιζόταν, στα τέλη Σεπτεμβρίου 1918, να κοινοποιήσει την απόφαση του Ανωτάτου Συμβουλίου των Συμμάχων στην κυβέρνηση της Σόφιας και να διασφαλίσει την εκτέλεσή της. Η περίοδος διοίκησης της ‘Διασυμμαχικής Θράκης’ υπό γαλλική εντολή θα διαρκούσε περίπου επτά μήνες, από τις 10 Οκτωβρίου, μέχρι τις 28 Μαΐου 1920, ημεροχρονολογία κατά την οποία τα εν λόγω εδάφη θα αποδίδονταν οριστικώς στην Ελλάδα.

Έως την 25η Οκτωβρίου 1919, η στρατιωτική κατάσταση στα εδάφη που είχαν ανατεθεί στην γαλλική διοίκηση, διαμορφώθηκε ως εξής: Η κατεχόμενη περιοχή χωρίστηκε σε δύο ‘κύκλους’ (της Κομοτηνής και του Kαρααγάτς, της παλιάς Ορεστιάδας, στο τρίγωνο δεξιά της όχθης του Έβρου, δυτικώς της Αδριανούπολης), καθένας υπό την αρχηγία ενός Γάλλου Συνταγματάρχη, και μια τρίτη Περιφέρεια, αυτή της Ξάνθης, ελεγχόμενη από την 9η ελληνική Μεραρχία (Υποστράτηγος Λεοναρδόπουλος).

Εν τέλει, από τις 22 Οκτωβρίου, ο Γάλλος στρατηγός Charpy διορίστηκε από τον Αρχιστράτηγο, ως κυβερνήτης της δυτικής Θράκης, κατά την πρόνοια του άρθρου 48 της συνθήκης Ειρήνης με την Βουλγαρία (Neuilly). Υπό τις διαταγές του ετίθεντο όχι μόνον τα συμμαχικά στρατεύματα και οι στρατιωτικές υπηρεσίες που στάθμευαν στην ζώνη ευθύνης του, αλλά ακόμη και οι υπάλληλοι όλων των υπηρεσιών, οι οποίοι ασκούσαν καθήκοντα στην εν λόγω περιοχή.

Σημειώνουμε εδώ το σχόλιο, πως οι «εντολές» (mandates) όπως αυτή που είχαν οι Γάλλοι για την Θράκη, ήταν ένα είδος υβριδικού θεσμικού πλαισίου, ένας ‘σταθμός’ στα μισά του δρόμου μεταξύ του αποικιακού καθεστώτος και της ανεξαρτησίας, θεωρήθηκαν δε, τόσο από εκείνους που επινόησαν τη νομική αυτήν υπόσταση, όσο και εκείνους που ανέλαβαν να την εφαρμόσουν στην πράξη, ως ένα πολιτικό μόρφωμα με περιορισμένο προσδόκιμο επιβίωσης.

Ο τότε πρωθυπουργός της Ελλάδος, Ελευθέριος Βενιζέλος, επενεργούσε καταλυτικά στην σκέψη και τις αποφάσεις των ευρωπαίων ηγετών της Entente, κυρίως του David Lloyd George, Πρωθυπουργού της Βρετανίας, και του Georges Clemenceau Προέδρου της Γαλλίας, ώστε η απόφαση της Διάσκεψης του Σαν Ρέμο, τον Απρίλιο του 1920, απόδοσης της επαρχίας στην Ελλάδα, φαίνεται ότι εξέπληξε δυσάρεστα τους διοικητικούς παράγοντες της ‘Διασυμμαχικής Θράκης’, την στιγμή που, κατά τα λεγόμενά τους, η κατάσταση υπό την γαλλική διοίκηση έβαινε παντοιοτρόπως προς εξομάλυνση.

Με όλα τα παραπάνω συντίθεται η εικόνα της ‘Διασυμμαχικής Θράκης’, ως καθεστώτος ενδιαμέσου, του οποίου η πιθανότερη εν δυνάμει εξέλιξη ήταν η προσάρτηση στην Ελλάδα και η λιγότερο πιθανή, το γαλλικό προτεκτοράτο. Οι ελληνικές πολιτικές και στρατιωτικές αρχές εξόρκιζαν εξ αρχής το δεύτερο ενδεχόμενο, επικαλούμενες μια σειρά επιχειρημάτων, κυρίως πολιτικού και δημογραφικού χαρακτήρα. Η συμμετοχή της Βουλγαρίας στον πόλεμο υπέρ των Κεντρικών Δυνάμεων (Γερμανίας – Αυστροουγγαρίας) δημιουργούσε ένα ‘βεβαρημένο προηγούμενο’ γι’ αυτήν την χώρα, ώστε να χαρακτηρίζεται ως δυνάμει αποσταθεροποιητικός για την ειρήνη παράγων, εκ του οποίου έπρεπε να αφαιρεθούν όλες οι ευκαιρίες να επαναπειλήσει.

Μετά την επιδίκαση της δυτικής Θράκης στην Ελλάδα, οι ελληνικές αρχές ξεκίνησαν να ασκούν την εξουσία τους με την στρατιωτική κατάληψη των ‘κύκλων’ της Κομοτηνής και του Καρααγάτς (Έβρου). Οι δύο δυτικοθρακικές μητροπόλεις, Κομοτηνή και Ντεντέαγατς/Αλεξανδρούπολη, καταλήφθηκαν σχεδόν ταυτόχρονα (14 Μαΐου 1920), ενώ την στρατιωτική κατάληψη ακολούθησε η εγκατάσταση και ανάληψη υπηρεσίας από τις ελληνικές πολιτικές και διοικητικές αρχές.

Ένα άλλο σημαντικό κεφάλαιο για την ιστορία της Θράκης, στην εν λόγω περίοδο, συνιστά η παλιννόστηση και αποκατάσταση των προσφύγων που είχαν καταφύγει στην Ελλάδα και όχι μόνον, μετά την προσάρτηση της επαρχίας στην Βουλγαρία, βάσει της Συνθήκης του Βουκουρεστίου (1913), και τις διώξεις που υπέστησαν εκ μέρους των βουλγαρικών αρχών.

Τον Οκτώβριο του 1919, οπότε ξεκινά η ‘Διασυμμαχική Κατοχή’, αρχίζει και η οργανωμένη προσπάθεια παλιννόστησης και αποκατάστασης των Θρακών προσφύγων της περιόδου 1913-1918, εκ μέρους του ελληνικού Υπουργείου Περιθάλψεως. Ως αφετηριακό συγκοινωνιακό κέντρο επανόδου ορίστηκε η Θεσσαλονίκη, ειδικότερα ο λιμένας και ο σιδηροδρομικός σταθμός της. Κυρίως για τους πρόσφυγες, τους καταγόμενους από αγροτικές κοινότητες, στήθηκαν σκηνές πλησίον των δύο προηγουμένων σημείων, ενώ αγοράστηκαν τρόφιμα και εναποθηκεύτηκαν σε κοντινή απόσταση. Η συγκέντρωση των προσφύγων από τις διάφορες πλησιόχωρες επαρχίες της Μακεδονίας ήταν σχετικά εύκολη, διότι ο κρατικός μηχανισμός, παρ’ όλη την εξάρθρωση που είχε υποστεί λόγω του πολέμου, εξακολουθούσε να λειτουργεί, έστω και υποτυπωδώς. Τα προβλήματα εντοπίζονταν κυρίως στο ζήτημα της προώθησης προς την Θράκη, όπου, όπως είναι εύλογο, η ελληνική κυβέρνηση επειγόταν να επιτύχει δημογραφική εξισορρόπηση εν όψει της συζητούμενης επιδίκασης της επαρχίας. 

Οι κύριες δυσκολίες εξασφάλισης μέσων με προορισμό τα λιμάνια του Πόρτο Λάγους και του Ντεντέαγατς/Αλεξανδρούπολης για μεν την ακτοπλοΐα σχετίζονταν με την κατά προτεραιότητα στρατιωτική των χρησιμοποίηση, όπως και το γεγονός ότι, μέρος των ατμοπλοίων εξυπηρετούσε τη μεταφορά προσφύγων από άλλα μέρη της παλαιάς Ελλάδας.

Στο ξεκίνημά τους, οι παλιννοστούντες εφοδιάζονταν με τρόφιμα για δέκα ημέρες· όσοι, πάλι, καθυστερούσαν περισσότερο να αναχωρήσουν κι έμεναν στην Θεσσαλονίκη, εμβολιάζονταν από την Υγειονομική Υπηρεσία. Η Υπηρεσία Προσφύγων μεριμνούσε και για την εγκατάστασή τους στην δυτική Θράκη. Κατ’ αρχάς, έστελνε υπαλλήλους της να συνοδεύουν τις αποστολές και τις παρακολουθούσαν, μέχρι να φθάσουν στις εστίες τους· ταυτοχρόνως δε, μετέφερε υλικά στις αρμόδιες αρχές για την επισκευή των σπιτιών, όπως και τρόφιμα, φαρμακευτικά υλικά και σπόρους δημητριακών για την επανεκκίνηση της γεωργικής παραγωγής.

Ιδιαίτερη προσπάθεια κατέβαλε η ελληνική Στρατιωτική Αποστολή στην Σόφια, υπό τον Στρατηγό Κωνσταντίνο Μαζαράκη-Αινιάν, που, με την παρουσία της στην βουλγαρική πρωτεύουσα, ξεκίνησε την συγκέντρωση του θρακικού προσφυγικού πληθυσμού από την Βουλγαρία και την επαναπροώθηση στις εστίες του.

Μέχρι τους πρώτους μήνες του 1920, οι πρόσφυγες που κατέφυγαν στη Μακεδονία και είχαν επιστρέψει στην Θράκη, είχαν ανέλθει συνολικά στον αριθμό των 22.598, σύμφωνα με τα στοιχεία του Υπουργείου Περιθάλψεως.
Με τις παρατηρήσεις αυτές, για την επιστροφή των θρακών προσφύγων, κλείνουμε αυτό το σύντομο οδοιπορικό στην ταραγμένη και αγωνιώδη διετία 1918-1920, μέχρι την ενσωμάτωση της δυτικής Θράκης στην Ελλάδα, την προτελευταία σημαντική, από κάθε άποψη, εδαφική επέκταση της σύγχρονης Ελλάδας, με την προσθήκη σπουδαίων οικονομικών αστικών κέντρων, πλουτοπαραγωγικών πηγών και μεγάλου μέρους της ηπειρωτικής ακτογραμμής του Αιγαίου.

Ακολουθήστε το xronos.gr στο Google News

Ροή Ειδήσεων

xronos
xronos.gr

ΑΡ. ΜΗΤ: 232265

mit-logo