Η Συνθήκη των Σεβρών της 10ης Αυγούστου 1920 επιδίκασε την Δυτική Θράκη στην Ελλάδα καθώς αυτή επικύρωνε τους όρους της ήδη υπογραφείσας και ισχύουσας Συνθήκης Νεϊγύ «Βασική πηγή για την συγγραφή της παρουσίασης ήταν το πλούσιο και άκρως κατατοπιστικό Αρχείο του Χαρίσιου Βαμβακά, το οποίο μου δόθηκε η ευκαιρία να μελετήσω χάρη στην εγγονή του μεγάλου αυτού Έλληνα, την ιστορικό και λαογράφο αείμνηστη Καλλιόπη Παπαθανάση-Μουσιοπούλου» σημειώνει ο πρέσβης Αλ. Αλεξανδρής
Ο Χρόνος δημοσιεύει την ομιλία του πρέσβη κ. Αλεξανδρή που παρουσιάστηκε πρόσφατα στην Κομοτηνή με αναφορά στην προσωπικότητα του πολιτικού και διπλωμάτη Χαρίσιου Βαμβακά.
Η λήξη του Α΄Παγκοσμίου Πολέμου βρήκε τη Δυτική Θράκη σε οικτρή κατάσταση. Η εξαετία της βουλγαροκρατίας μεταξύ 1913-1919 θεωρείται η πιο σκοτεινή περίοδος της Δυτικής Θράκης , όταν η βουλγαρική διοίκηση εφάρμοσε εξοντωτική πολιτική, κυρίως κατά του ελληνικού στοιχείου αλλά και του μουσουλμανικού. Η συστηματική και μαζική εκδίωξη των Θρακιωτών Ελλήνων από τις πατρογονικές τους εστίες είχε λάβει τέτοιες διαστάσεις , που το 1918 είχαν απομείνει στην πόλη της Κομοτηνής, σύμφωνα με τον Κομοτηναίο καθηγητή του Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης Στίλπωνα Κυριακίδη, μόνο δύο ελληνικές οικογένειες (των Στάλιου και Παυλίδη) και αυτές επειδή ήταν κάτοχοι αυστριακών διαβατηρίων. Πέραν της βίαιης έξωσης των Ελλήνων , οι οποίοι βρήκαν καταφύγιο στα εδάφη της ελεύθερης Ελλάδας, η Σόφια εφάρμοσε και το μέτρο των μαζικών εκτοπισμών στο εσωτερικό της παλαιάς Βουλγαρίας, ιδίως μετά την είσοδο της χώρας αυτής στον Παγκόσμιο Πόλεμο το 1915 στο πλευρό των Κεντρώων Δυνάμεων δηλαδή της Γερμανίας, της Αυστρίας και της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας. Οι εκτοπισθέντες Θρακιώτες ουσιαστικά τοποθετήθηκαν ανά περιοχή σε διάφορες πόλεις της Μακεδονίας. Στο πλαίσιο αυτό σχεδόν το σύνολο των ελλήνων κατοίκων του Ιάσμου είχε εκτοπιστεί στο Κιλκίς όπου διέμεινε μέχρι την απελευθέρωση της γενέτειράς τους.
Στο μεταξύ η Βουλγαρία έθεσε σε εφαρμογή σχέδιο βουλγαρικού εποικισμού της Δυτικής Θράκης που δεν περιοριζόταν μόνο στην εγκατάσταση πληθυσμών από την παλαιά Βουλγαρία αλλά περιλάμβανε και τον υποχρεωτικό εκχριστιανισμό των μουσουλμάνων Πομάκων. Κάτω από αυτές τις συνθήκες, η οικονομία της περιοχής ήταν σχεδόν κατεστραμμένη και ο παραδοσιακός κοινωνικός ιστός των εθνοθρησκευτικών κοινοτήτων είχε οδηγηθεί ουσιαστικά σε διάλυση. Σε αυτή την εξαιρετικά δύσκολη συγκυρία για τον Ελληνισμό η υπό διωγμό ελληνορθόδοξη Εκκλησία έδωσε σκληρό αγώνα για την διατήρηση κάποιας συνοχής στις τάξεις του ποιμνίου της.
Η ήττα των γερμανοβουλγαρικών δυνάμεων στο Μακεδονικό μέτωπο τον Σεπτέμβριο του 1918 και η υπογραφή ανακωχής με τις Συμμαχικές Δυνάμεις, μεταξύ των οποίο συγκαταλέγετο και η Ελλάδα, ανέτρεψαν τα γεωπολιτικά δεδομένα αναπτέρωσαν ηθικά τους ελληνοθρακιώτες δίδοντας ελπίδες για ένα καλύτερο μέλλον. Οι εξόριστοι Θρακιώτες Έλληνες εκτοπισμένοι σε διάφορες περιοχές της Ελλάδος, κυρίως δε την Μακεδονία, πανηγύρισαν με τον δικό τους τρόπο την νίκη των Συμμάχων εν αναμονή της πολυπόθητης επιστροφής τους στα πάτρια εδάφη .
Σύμφωνα με τους όρους της ανακωχής, οι βουλγαρικές στρατιωτικές δυνάμεις αφοπλίστηκαν μεν, αλλά η Δυτική Θράκη παρέμεινε υπό βουλγαρική διοίκηση έως ότου θα αποφασιζόταν η τύχη της περιοχής στο επικείμενο Συνέδριο Ειρήνης στο Παρίσι. Ταυτόχρονα μικρή συμμαχική στρατιωτική δύναμη υπό την αρχηγία του Γάλλου συνταγματάρχη Allier έθεσε υπό τον έλεγχό της τη σιδηροδρομική γραμμή που σύνδεε την Δυτική Θράκη με την Κωνσταντινούπολη.
ΣΚΛΗΡΟΣ Ο ΑΓΩΝΑΣ ΚΑΙ ΤΟΥ ΕΛΕΥΘΕΡΙΟΥ ΒΕΝΙΖΕΛΟΥ
Το μέλλον ωστόσο ολόκληρης της Θράκης έμελε να καθοριστεί στο διπλωματικό στίβο στο Παρίσι όπου το θρακικό ζήτημα αποτέλεσε ένα από τα πλέον ακανθώδη θέματα που αντιμετώπισε το Συνέδριο Ειρήνης. Στις 30 Δεκεμβρίου 1918 ο Ελευθέριος Βενιζέλος κατέθεσε υπόμνημα με τα σύνολο των εδαφικών διεκδικήσεων της Ελλάδος, μεταξύ των οποίων περιλαμβανόταν και η Θράκη. Καθώς το θρακικό ζήτημα παραπέμφθηκε σε ειδική υποεπιτροπή για περαιτέρω επεξεργασία, ο Ελευθέριος Βενιζέλος και η ελληνική διπλωματία καλούνταν να δώσουν σκληρό αγώνα, καθώς η ελληνική πλευρά υποχρεώθηκε να αντιμετωπίσει όχι μόνο τις αντίπαλες διεκδικήσεις των Βουλγάρων και των νεοτούρκων εθνικιστών αλλά και την αρνητική στάση της αμερικανικής και ιταλικής κυβέρνησης. Πάντως ο Βενιζέλος βρήκε την Αγγλία, Γαλλία και την Ιαπωνία σύμμαχους σε ότι αφορά τις ελληνικές εδαφικές διεκδικήσεις, γεγονός που τελικά οδήγησε την ειδική υποεπιτροπή να αποφασίσει υπέρ της παραχώρησης της Θράκης στην Ελλάδα, χωρίς όμως αυτό να σημαίνει ότι οι Αμερικανοί δεν συνέχισαν να έχουν σοβαρές επιφυλάξεις επί του προκειμένου.
Χάρη στους επιδέξιους διπλωματικούς χειρισμούς του Βενιζέλου επιτεύχθηκε η ιταλική υποστήριξη στο θρακικό ζήτημα στο πλαίσιο της ελληνο-ιταλικής συμφωνία που υπόγραψε με τον Ιταλό ομόλογο του Τιττόνι τον Ιούλιο του 1919, εξέλιξη που ξάφνιασε αλλά δεν πτόησε την αμερικανική πλευρά.
Όπως φαίνεται, η αμερικανική στάση επηρεαζόταν από τους προτεσταντικούς ιεραποστολικούς κύκλους με πρωτοστάτη την Ροβέρτειο Σχολή Κωνσταντινούπολης, τους βουλγαρο-αμερικάνους προτεστάντες και τους μεγαλέμπορους καπνού, ανταγωνιστές των ελληνικών οικονομικών συμφερόντων. Οι κύκλοι αυτοί είχαν αναπτύξει ένα αποτελεσματικό λόμπυ στη Ουάσιγκτον και το Παρίσι υπέρ της διατήρησης των βουλγαρικών συνόρων του 1913, ενώ η αμερικανική διπλωματία προωθούσε και την ιδέα της ίδρυσης διεθνούς Κράτους της Κωνσταντινούπολης , που οραματιζόταν ο Πρόεδρος Woodrow Wilson, υπό τον έλεγχο των ΗΠΑ, που θα εμπεριείχε ολόκληρη τη Θράκη.
Με τις διαπραγματεύσεις στο Παρίσι να οδηγούνται σε πλήρες αδιέξοδο και με τη βουλγαρική διοίκηση να συνεχίζει την πολιτική των διωγμών κυρίως έναντι του μουσουλμανικού πληθυσμού, αποφασίστηκε όπως η Δυτική Θράκη τεθεί υπό καθεστώς άμεσης διασυμμαχικής διοίκησης. Στις 17 Σεπτεμβρίου 1919 το Ανώτατο Συμβούλιο των Συμμάχων στο Παρίσι αποφάσισε την εκκένωση της Δυτικής Θράκης από τους Βούλγαρους και την υπαγωγή της σε καθεστώς ιδιότυπης διασυμμαχικής διοίκησης υπό γαλλικό έλεγχο. Η απόφαση αυτή επισημοποιείται με την υπογραφή της Συνθήκης του Νεϊγύ το Νοέμβριο του 1919. σύμφωνα με την οποία η Βουλγαρία παραιτούνταν από όλες τις βλέψεις της στη Δυτική Θράκη και εκχωρούσε την περιοχή που κατείχε από το 1913 στις συνασπισμένες Συμμαχικές Δυνάμεις.
Στο μεταξύ είχε ήδη ξεκινήσει η συμμαχική κατοχή της περιοχής. Με διάγγελμα του Αρχιστράτηγου των Συμμαχικών Δυνάμεων της Ανατολής, Γάλλου Franchet d’Esperey, οριοθετείται το ιδιότυπο διασυμμαχικό καθεστώς που θα επιβαλλόταν στη Δυτική Θράκη με επικεφαλής τον Γάλλο Στρατηγό Charpy.
Ενώ ο Στρατηγός Charpy, συνοδευόμενος από τους αξιωματικούς του, εγκαταστάθηκε στην Κομοτηνή στις 10 Οκτωβρίου, έξι μέρες αργότερα η 9η μεραρχία του ελληνικού στρατού υπό τη διοίκηση του Υποστράτηγου Λεοναρδόπουλου εισήλθε στην Ξάνθη. Η κατάληψη της περιοχής υπήρξε ειρηνική, χωρίς να σημειωθεί κανένα επεισόδιο, μια και την προηγουμένη της προέλασης του ελληνικού στρατού, αποχώρησαν τα βουλγαρικά στρατεύματα. Αυτή ήταν η δεύτερη φορά που η Ελλάδα απελευθέρωνε την Ξάνθη καθώς είχε προηγηθεί η βραχύβια κατάληψή της τον Ιούλιο 1913 κατά τον Β? Βαλκανικό Πόλεμο. Παράλληλα συμμαχικές δυνάμεις κατέλαβαν τα σύνολο της Δυτικής Θράκης από το Πόρτο Λάγος μέχρι το Κάραγατς, περιοχή που διαιρέθηκε σε τρεις περιφέρεις: εκείνες της Ξάνθης, της Κομοτηνής και της Ορεστιάδας (Κάραγατς). Οι περιφέρειες αυτές διαιρέθηκαν σε έξι υποδιοικήσεις υπό την ευθύνη των Ελλήνων και Γάλλων στρατιωτικών συνεπικουρούμενοι από τοπικούς διοικητικούς υπαλλήλους οι οποίοι είχαν υψηλό προϊστάμενο τον Στρατηγό Charpy, καθώς αυτός ανέλαβε πέραν της στρατιωτικής και την πολιτική διοίκηση της νέας αυτής sui generis πολιτειακής οντότητας που είναι γνωστή ως διοίκηση Διασυμμαχικής Θράκης (Thrace Interalliee), με πρωτεύουσα την Κομοτηνή. Την 1η Δεκεμβρίου 1919 δημοσιεύθηκε ο Καταστατικός Χάρτης της Διασυμμαχικής Θράκης, ενώ η σημαία του νέου καθεστώτος αποτελούνταν από μια μπλε λωρίδα μεταξύ δύο λευκών. Η βραχύβια γαλλοκρατούμενη αυτόνομη Πολιτεία της Δυτικής Θράκης διήρκησε από τις 17 Οκτωβρίου 1919 έως τις 23 Μαϊου 1920.
Ο ΠΛΗΘΥΣΜΟΣ ΣΤΗΝ ΘΡΑΚΗ ΕΠΙ ΔΙΑΣΥΜΜΑΧΙΚΗΣ ΔΙΟΙΚΗΣΗΣ
Σύμφωνα με την επίσημη απογραφή που διενεργήθηκε από τη Διασυμμαχική διοίκηση στις 30 Μαρτίου 1920, ο συνολικός πληθυσμός του ιδιότυπου κρατιδίου της Δυτικής Θράκης αριθμούσε 212,622 άτομα, εκ των οποίων οι 120,860 ήταν Χριστιανοί Ορθόδοξοι, 86,793 Μουσουλμάνοι, 3,000 Εβραίοι και 1,969 Αρμένιοι.
Το Ορθόδοξο στοιχείο απαρτιζόταν από ντόπιους βουλγαρόφρονες Εξαρχικούς και Βούλγαρους έποικους που αριθμούσαν 69,154 και τους πατριαρχικούς Έλληνες που ήταν 51,706, αφού σημαντικό τμήμα το ελληνικού στοιχείου είχε προσφυγοποιηθεί τα προηγούμενα έξι έτη βουλγαρικής κατοχής και ανέμεναν αγωνιωδώς την επιστροφή τους στη Δυτική Θράκη. Αρκετοί δε σλαβόφωνοι Πατριαρχικοί είχαν υποχρεωθεί να δηλώσουν πίστη στην βουλγαρική Εξαρχία την περίοδο 1913-1918 και τώρα αισθανόταν ελεύθεροι να αυτοπροσδιοριστούν και να επιστρέψουν στην ελληνορθόδοξη Εκκλησία.
Αλλά και ο μουσουλμανικός πληθυσμός, σύμφωνα με την επίσημη διεθνή απογραφή, αποτελείτο από διαφορετικές εθνοτικές ομάδες με τους Τουρκογενείς να αριθμούν 73,220, τους Πομάκους 11,739 και τους Αθίγγανους 1,834. Επιπλέον στους κόλπους της μουσουλμανικής κοινότητας είχαν διαμορφωθεί δύο πολιτικο- θρησκευτικές τάσεις με τους συντηρητικούς παλαιομουσουλμάνους να παραμένουν πιστοί στην σουλτανική οθωμανική κυβέρνηση και με τους κοσμικούς Τούρκους εθνικιστές να ταυτίζονται αρχικά με το Νεοτουρκικό Κομιτάτο και στην συνέχεια με το κίνημα του Μουσταφά Κεμάλ.
Στο πολυεθνικό και πολυθρησκευτικό αυτό μωσαϊκό της Διασυμμαχικής Θράκης θα πρέπει να προστεθεί και μικρή ομάδα καθολικών Λεβαντίνων, με μεγάλο πολιτικό εκτόπισμα, με διεθνείς διασυνδέσεις και οικονομική δύναμη.
Με τη δημιουργία του Διασυμμαχικού κρατιδίου της Δυτικής Θράκης δόθηκε η ευκαιρία στην Ελλάδα, τη Βουλγαρία και την Οθωμανική αυτοκρατορία να ορίσουν αντιπροσώπους στη διοίκηση Charpy. Η Υψηλή Πύλη διόρισε ως αντιπρόσωπο της τον μουσουλμάνο βουλευτή του βουλγαρικού κοινοβουλίου Τεβφίκ μπέη, ενώ η Βουλγαρία τον πρώην πρέσβυ της στο Βερολίνο Γκρέκοφ. Στις 29 Σεπτεμβρίου 1919, ο Ελευθέριος Βενιζέλος διόρισε ως επικεφαλής της ελληνικής αντιπροσωπείας τον Χαρίσιο Βαμβακά, ο οποίος στη φάση εκείνη συμμετείχε στη Διάσκεψη Ειρήνης στο Παρίσι από τον Οκτώβριο 1918 έως τον Σεπτέμβριο 1919 ως αρμόδιος για τα θέματα Θράκης στην ελληνική αντιπροσωπεία.
Βασική πηγή για την συγγραφή της παρουσίασης αυτής είναι το πλούσιο και άκρως κατατοπιστικό Αρχείο του Χαρίσιου Βαμβακά, το οποίο μου δόθηκε η ευκαιρία να μελετήσω χάρη στην εγγονή του μεγάλου αυτού Έλληνα, την ιστορικό και λαογράφο αείμνηστη Καλλιόπη Παπαθανάση-Μουσιοπούλου. Σημειώνεται ότι το πολύτιμο αυτό αρχείο στεγάζεται σήμερα στο Ελληνικό Λογοτεχνικό και Ιστορικό Αρχείο (ΕΛΙΑ) στη Θεσσαλονίκη. Η Παπαθανάση-Μουσιοπούλου δημοσίευσε βεβαίως το 1975 τα κυριότερα έγγραφα του Αρχείου στο βιβλίο της με τίτλο «Η απελευθέρωση της Δυτικής Θράκης από το Αρχείο του Χαρίσιου Βαμβακά» ανοίγοντας έτσι το δρόμο για την περαιτέρω έρευνα και μελέτη της κρίσιμης για τον ελληνισμό περιόδου 1919-1920. Δεν πρέπει επίσης να παραβλεφθεί η πλούσια βιβλιογραφία επί του προκειμένου που περιλαμβάνει πλειάδα βιβλίων με απομνημονεύματα ανθρώπων που υπήρξαν ενεργοί μέτοχοι ή και αυτόπτες μάρτυρες των συγκλονιστικών εκείνων γεγονότων. Συναφώς επιτρέψετε μου να ευχαριστήσω ειδικά τον μεγάλο ιστορικό της Ξάνθης Θωμά Εξάρχου για την βοήθεια του καθώς και τον Δημήτρη Μαυρίδη που πλαισίωσε την ομιλία αυτή με τα εξαίσια φωτογραφικά τεκμήρια από την μοναδική συλλογή του.
Επιστρέφοντας στο Χαρίσιο Βαμβακά φρονώ ότι δίκαια θεωρείται ως ένας εκ των βασικότερων συντελεστών της διαδικασίας ομαλής και ειρηνικής ενσωμάτωσης της Δ. Θράκης στον εθνικό κορμό. Ταυτόχρονα, η επιλογή του Βενιζέλου να στείλει στη Θράκη τον Χαρίσιο Βαμβακά πρέπει να χαρακτηρισθεί ως μια από τις σημαντικότερες και ευστοχότερες πρωτοβουλίες του στο θρακικό ζήτημα.
Κοζανίτης στην καταγωγή, γόνος πλούσιας και αρχοντικής οικογένειας, ο Βαμβακάς σπούδασε νομικά στο Πανεπιστήμιο της Γενεύης και στη συνέχεια εγκαταστάθηκε στην Κωνσταντινούπολη όπου εξελίχθηκε σε διαπρεπή νομικό που έχαιρε της εμπιστοσύνης και εκτίμησης του μεγάλου Οικουμενικού Πατριάρχη Ιωακείμ του Γ?. Διατέλεσε βουλευτής Κοζάνης στην Οθωμανική Βουλή από το 1909 έως το 1912 και ήταν ο ιθύνων νους της ελληνικής ομάδας στο Οθωμανικό κοινοβούλιο, η οποία αγωνίστηκε σθεναρά υπέρ των δικαίων του Οικουμενικοί Πατριαρχείου και του Ελληνισμού της Καθ? Ημάς Ανατολής. Λόγω της εθνικής του δράσης εκδιώχθηκε από το Νεοτουρκικό Κομιτάτο και βρήκε καταφύγιο στην ελεύθερη πλέον Θεσσαλονίκη το 1912 όπου εξέδωσε την γαλλόφωνη εφημερίδα Tribune για τον διαφωτισμό της κοινής γνώμης στην Ευρώπη.
ΛΕΠΤΕΣ ΔΙΠΛΩΜΑΤΙΚΕΣ ΑΠΟΣΤΟΛΕΣ ΣΤΗΝ ΕΥΡΩΠΗ
Εκτιμώντας τις διπλωματικές ικανότητες και την πολιτική του ευστροφία, ο Ελευθέριος Βενιζέλος ανέθεσε λεπτές διπλωματικές αποστολές σε διάφορες ευρωπαϊκές πρωτεύουσες για την προάσπιση των εθνικών συμφερόντων, μεταξύ των οποίων συγκαταλέγεται και η επαφή το 1913 με την ηγεσία της αντιβουλγαρικής «Προσωρινής Αυτόνομης κυβέρνησης της Κομοτηνής». Παρεμπιπτόντως συνιστώ στους νέους ιστορικούς και ερευνητές να συμβουλευθούν τις αρχειακές πηγές του Υπουργείου Εξωτερικών και να εντρυφήσουν στο θέμα, καθώς η μελέτη των σχετικών εγγράφων υπόσχεται μεγάλες αποκαλύψεις αναφορικά με την κυβέρνηση της Γκιουμουλτζίνας.
Είμαι σε θέση να σας αποκαλύψω ότι στο αρχείο του Υπουργείου Εξωτερικών και στα προσωπικά αρχεία του Ελευθερίου Βενιζέλου και του Χαρίσιου Βαμβακά υπάρχουν στοιχεία που μπορούν να οδηγήσουν στην αναθεώρηση της μέχρι σήμερα εικόνας που πλάθεται για την ονομαζόμενη πρώτη «Τουρκική Δημοκρατία της Δυτικής Θράκης», η οποία σημειωτέον ποτέ δεν αναγνωρίστηκε από την Νεοτουρκική κυβέρνηση, ενώ μέσω του Βαμβακά αλλά και της Μητρόπολης Μαρωνείας είχε όχι μόνο πολιτικές επαφές με την ελληνική πλευρά αλλά και οικονομική υποστήριξη. Άλλωστε δεν πρέπει να λησμονούμε ότι με τη διμερή τουρκοβουλγαρική Συνθήκη Κωνσταντινούπολης της 10ης Οκτωβρίου 1913, η Οθωμανική Αυτοκρατορία παραχωρούσε στην Βουλγαρία κάθε δικαίωμα επί της Δυτικής Θράκης.
Αμέσως μετά την άφιξη του στην Κομοτηνή, ο Χαρίσιος Βαμβακάς έθεσε σαν πρωταρχικό στόχο να κερδίσει την συνεργασία και εμπιστοσύνη του δύσπιστου και ταλαντευόμενου Charpy, ενώ ταυτόχρονα επιδίωξε να καλλιεργήσει προσωπική φιλία με τον φιλέλληνα Αρχιστράτηγο των Συμμαχικών Δυνάμεων της Ανατολής Franchet d?Esperey, στην ουσία προϊστάμενου του Γάλλου Στρατηγού. Πρώτο μέλημά του ήταν βεβαίως η ανόρθωση της κατατρεγμένης και στην ουσία διαλυμένης θρακιώτικης ελληνικής κοινότητας και προς την κατεύθυνση αυτή προέβη σε μια σειρά πρωτοβουλιών που μέσα σε μικρό χρονικό διάστημα μετέβαλε άρδην τις ισορροπίες και το πολιτικό σκηνικό στους κόλπους της διοίκησης Διασυμμαχικής Θράκης.
ΙΚΑΝΟΙ ΓΛΩΣΣΟΜΑΘΕΙΣ ΟΙ ΣΥΝΕΡΓΑΤΕΣ ΤΟΥ ΒΑΜΒΑΚΑ
Ο οξυδερκής, έμπειρος και ακούραστος Βαμβακάς επεδίωξε να πλαισιωθεί από ικανούς και γαλλομαθείς Έλληνες συνεργάτες οι οποίοι του απεστάλησαν με εντολή του Βενιζέλου, ενώ χρησιμοποιώντας τις γνωριμίες του από την παραμονή του στην Βασιλεύουσα κατάφερε να προσελκύσει επίσης αξιόλογους ομογενείς κωνσταντινουπολίτες με προσβάσεις και γνωριμίες στους εκεί αγγλο- γαλλικούς κύκλους. Τόσο στενή υπήρξε η συνεργασία και η εμπιστοσύνη μεταξύ του ιδίου και των συνεργατών του που πάντρεψε ένα εξ αυτών, τον ιατρό Αλέκο Καραθανάση, με την κόρη του Ευφημία Βαμβακά.
Μεταξύ των στενών συνεργατών του συγκαταλέγεται και ο Μαρωνίτης στην καταγωγή Αρχιμανδρίτης Μιχαήλ Κωνσταντινίδης, ο οποίος υπήρξε εκπρόσωπος του Οικουμενικού Πατριαρχείου στη χηρεύουσα τότε Μητρόπολη Μαρωνείας και Κομοτηνής. Εξίσου σημαντικό ήταν και το έργο του Μητροπολίτη Ίμβρου Πανάρετου Πετρίδη, ο οποίος προσωρινώς διορίστηκε από το Φανάρι αρχιερατικός επίτροπος Ξάνθης, καθώς ο Μητροπολίτης Ξάνθης Άνθιμος απουσίαζε από την έδρα του για λόγους υγείας.
Αναφορικά με τους διπλωματικούς του συνεργάτες, αξίζει να αναφερθεί το όνομα το Αθ. Χαλκιόπουλου, ο οποίος πριν τον Α΄ Παγκόσμιο Πόλεμο είχε υπηρετήσει ως Γενικός Πρόξενος στη Θράκη όπου επέστρεψε το 1919 ως μέλος της ελληνικής αντιπροσωπείας με έδρα την Ξάνθη, με εισήγηση του Χαρίσιου Βαμβακά. Από μια έρευνα που διενέργησα προκύπτει ότι ο Αθ. Χαλκιόπουλος θα πρέπει μάλλον να θεωρηθεί ο πρώτος διπλωματικός σύνδεσμος του Υπουργείου Εξωτερικών στην διοίκηση της Θράκης. Συνεπώς μπορούμε να υποστηρίξουμε ότι η ανάγκη παρουσίας του Υπουργείου Εξωτερικών στην Θράκη υπήρξε ιδέα που συνέλαβε πρώτος ο διορατικός αυτός Έλληνας πολιτικός.
Τα σημαντικότερα επιτεύγματα του Βαμβακά υπήρξαν η εξασφάλιση της άδειας των γαλλικών αρχών για την επιστροφή των ξεριζωμένων από τους Βουλγάρους Ελλήνων και η δραστηριοποίηση του ελληνικού Ερυθρού Σταυρού ο οποίος, έχοντας τοποθετήσει τον συνεργάτη του Θεοδωρίδη Διευθυντή Περίθαλψης της Διασυμμαχικής Διοίκησης, προσέφερε φάρμακα και τρόφιμα στους παλιννοστούντες Θρακιώτες. Σύμφωνα με τα επίσημα στοιχεία 40,000 Έλληνες επέστρεψαν στις εστίες τους την περίοδο 1919-1920. Στο πλαίσιο αυτών των πρωτοβουλιών ενδεικτικά αναφέρεται εδώ η μετατροπή της Τσανακλείου Σχολής της Κομοτηνής σε ορφανοτροφείο για την στέγαση και περίθαλψη των εκατοντάδων ορφανών των βουλγαρικών ωμοτήτων. Από τις πρώτες φροντίδες του Βαμβακά υπήρξε η οργάνωση των προσκόπων με σκοπό τη συσπείρωση και την τόνωση του εθνικού φρονήματος των νέων Ελλήνων.
Ένα άλλο πλεονέκτημα του αντιπροσώπου της Ελλάδας στη Θράκη ήταν η άρτια γνώση της τουρκικής γλώσσας και η επαφή τόσο με την ηγεσία των Νεότουρκων όσο και με τους παλαιομουσουλμάνους, που χρονολογούνταν από την εποχή της παραμονής του στην Κωνσταντινούπολη και της θητείας του στην οθωμανική Βουλή. Αμέσως μετά την άφιξη του στην Κομοτηνή, ο Βαμβακάς αναθέρμανε τις σχέσεις αυτές υποσχόμενος στους Θρακιώτες μουσουλμάνους πλήρη ισοτιμία των πολιτών, στο πλαίσιο της ιδεολογίας της «μεγαλυνομένης Ελλάδας» που διακήρυττε ο Ελευθέριος Βενιζέλος στο Παρίσι.
Ενδεικτική της φιλικής του στάσης προς το μουσουλμανικό στοιχείο, υπήρξε η παρέμβαση του στον Στρατηγό Charpy προκειμένου να τους παραδοθούν τα τεμένη που είχαν μετατραπεί σε εκκλησίες κατά την εποχή της βουλγαροκρατίας. Υπό το ίδιο πρίσμα, ο Βαμβακάς, χρησιμοποιώντας την επιρροή του στην γαλλική διοίκηση, κατάφερε να απαλλαγούν οι μουσουλμάνοι από την καταβολή φόρων που τους είχαν επιβληθεί κατά την εποχή της βουλγαρικής διοίκησης. Συνεπώς, με σειρά πρωτοβουλιών και ενεργειών του υπέρ του μουσουλμανικού στοιχείου, ο Βαμβακάς κατάφερε να προσεταιρισθεί τη μεγάλη μάζα των θρακομουσουλμάνων, ιδίως δε την θρησκευτική τους ηγεσία αφού τους υποσχέθηκε την διατήρηση του οθωμανικού συστήματος των μουφτειών, των ιεροδίκων και γενικότερα των Ισλαμικών τους παραδόσεων. Ο Βαμβακάς εντυπωσίαζε τους μουσουλμάνους όχι μόνο για την τουρκομάθεια του αλλά ακόμη και για τη γνώση του Κορανίου και της Ισλαμικού Νόμου.
Εν τούτοις η εθνικιστική μερίδα των μουσουλμάνων αγωνίστηκε σθεναρά για να αποτραπεί η απόδοση της Δυτικής Θράκης στην Ελλάδα. Το Νοέμβριο του 1918 σχεδόν ένα μήνα μετά την υπογραφή της ανακωχής του Μούδρου μεταξύ της Αντάντ και της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας ιδρύθηκε στην Κωνσταντινούπολη από τουρκόφρονες Θρακιώτες μουσουλμάνους η «Επιτροπή (Κομιτάτο) Δυτικής Θράκης» με σκοπό τη διενέργεια δημοψηφίσματος και την απελευθέρωση ή τουλάχιστον την αυτονόμηση της περιοχής. Το Κομιτάτο, που αποτελείτο από εθνικιστές Νεότουρκους, συνεργάστηκε με την αντίστοιχη οργάνωση της Ανατολικής Θράκης, που είχε έδρα την Αδριανούπολη. Ήλθε επίσης σε επαφή με τους οκτώ Θρακιώτες μουσουλμάνους βουλευτές της βουλγαρικής Βουλής.
Οι οργανώσεις αυτές κατέκλισαν τη Διάσκεψη Ειρήνης αλλά και τον Γάλλο Αρχιστράτηγο Franchet d?Esperey με υπομνήματα που αξίωναν την εγκαθίδρυση ενός αυτόνομου καθεστώτος Δυτικής Θράκης υπό την προστασία της Γαλλίας. Οι εθνικιστές Νεότουρκοι επεχείρησαν να προσεγγίσουν και Γάλλους αξιωματικούς υποσχόμενοι ανταλλάγματα σε περίπτωση ίδρυσης αυτόνομου Γαλλικού προτεκτοράτου στη Δυτική Θράκη, ιδέα με την οποία φλέρταραν αρκετοί εξ αυτών που υπηρετούσαν στη Διασυμμαχική διοίκηση. Οι προσπάθειες για την αυτονόμηση της Θράκης δεν έφεραν όμως κάποιο απτό αποτέλεσμα. Αλλά ούτε και η σύμπραξη τους με το αντίστοιχο Νεοτουρκικό Κομιτάτου της Ανατολής Θράκης τελεσφόρησε αφού ο ένοπλος αγώνας των Τούρκων εθνικιστών κατά της ελληνικής προέλασης στην Ανατολική Θράκη ηττήθηκε και αιχμαλωτίστηκε ο ηγέτης του κινήματος Τζαφέρ Ταγιάρ.
Η κατάσταση στο εσωτερικό της μουσουλμανικής κοινότητας κατέστη ακόμη πιο περίπλοκη μετά την υπογραφή της Συνθήκης του Νεϊγύ, όταν η Νεοτουρκική Επιτροπή Δυτικής Θράκης συμμάχησε με το Βουλγαρικό Κομιτάτο προκαλώντας την έντονη αντίδραση της μεγάλης πλειοψηφίας των μουσουλμάνων της Δυτικής Θράκης που συνέχισε να διακατέχεται από έντονα αντιβουλγαρικά αισθήματα. Ο Βαμβακάς κατέφερε επίσης να διασπάσει ακόμη και την νεοτουρκική Επιτροπή Δυτικής Θράκης εκμεταλλευόμενος την ανάδειξη δύο διαφορετικών τάσεων στις τάξεις του. Εκείνης που επεδίωκε σύμπραξη με τους Βούλγαρους και εκείνης που προτιμούσε την αναγκαστική συνεργασία με τους Έλληνες. Παρόμοια τακτική εφάρμοσε και στην περίπτωση του βουλγαρικού Κομιτάτου όπου ο Βαμβακάς καλλιέργησε τη διχόνοια και διαίρεση μεταξύ των ντόπιων και εποίκων Βουλγάρων.
Στο μεταξύ ο Αρχιστράτηγο Franchet d?Esperey με διάταγμα του από 21 Δεκεμβρίου 1919 όρισε ότι το Ανώτατο Διοικητικό Συμβούλιο της Διασυμμαχικής διοίκησης Θράκης θα καθοριζόταν με εκλογές εν ευθέτω χρόνω και όταν θα ολοκληρώνονταν οι μετακινήσεις των πληθυσμών. Υπό το πρίσμα αυτό, η γαλλική διοίκηση θα όριζε προσωρινό Ανώτατο Διοικητικό Συμβούλιο. Το 15μελές Συμβούλιο, σύμφωνα με τις σχετικές αναφορές του Βαμβακά προς τον Βενιζέλο, απαρτίζετο από 5 Έλληνες, 5 Μουσουλμάνους, 2 Βούλγαρους, 1 Αρμένιο, 1 Ισραηλίτη και ένα Λεβαντίνο. Ας σημειωθεί ότι με δεδομένους τους πληθυσμιακούς συσχετισμούς, ένας από τους Έλληνες, ο Εμμανουήλ Δουλάς , επελέγη λόγω της γαλλικής του υπηκοότητας και όχι της ελληνικής του εθνικότητας. Ίσως πιο σημαντικό ήταν ότι οι επιλογές των ανωτέρω ατόμων από τον Στρατηγό Charpy έγιναν καθ? υπόδειξη του Χαρίσιου Βαμβακά με αποτέλεσμα να αγνοηθούν οι εκπρόσωποι της σκληρής πτέρυγας του Νεοτουρκικού Κομιτάτου.
Ο συσχετισμός δυνάμεων που επιτεύχθηκε χάρις στους διπλωματικούς ελιγμούς του Βαμβακά ήταν καθοριστικής σημασίας για το μέλλον της Δυτικής Θράκης. Αυτό κατέστη σαφές όταν στις 22 Μαρτίου 1920 συνήλθε το Ανώτατο Διοικητικό Συμβούλιο για να εκλέξει τον Πρόεδρο και την τετραμελή Διαρκή Επιτροπή που θα αποφάσιζε για το μελλοντικό καθεστώς της περιοχής. Αν και οι αριθμητικοί συσχετισμοί ευνοούσαν της βουλγαρο-νεοτουρκική πλευρά, η διάσπαση της μουσουλμανικής κοινότητας μεταξύ των εθνικιστών και των παλαιομουσουλμάνων και η συνεργασία των δεύτερων με τους Έλληνες ανέτρεψαν τις ισορροπίες.
Άκρως ενδιαφέρον είναι το σχετικό με την εκλογή τηλεγράφημα του Βαμβακά προς την ελληνική αντιπροσωπεία στο Παρίσι με ημερομηνία 25 Μαρτίου 1920. Συναφώς ενημέρωνε: « Εκ των 15 μελών του Συμβουλίου οι ημέτεροι 5 συνεργάστηκαν ομοφώνως μετά 2 Τούρκων συμβούλων, διερμηνευόντων την γνώμην του μουσουλμανικού λαού, ως και μετά Αρμενίου, Ισραηλίτου και Καθολικού τοιούτου. Λοιποί 4 Τούρκοι και 2 Βούλγαροι, εξ ων 2 Τούρκοι και 1 Βούλγαρος μη καταγόμενοι εκ Θράκης αντέδρασαν ανεπιτυχώς». Η ψηφοφορία επέτρεψε στον Γάλλο υπήκοο ελληνικής εθνότητας Δουλά να αναδειχθεί πρόεδρος, ενώ η Διαρκής Επιτροπή αποτελούνταν από 2 Έλληνες, 1 Οθωμανό και 1 Βούλγαρο. Ας σημειωθεί ότι ο Οθωμανός ήταν από τους 2 μουσουλμάνους που δεν ψήφισαν τον ομόθρησκο του υποψήφιο πρόεδρο.
Διαφορετική εικόνα για την εν λόγω διαδικασία παρουσιάζει ο δημοσιογράφος Αντώνιος Κονιτόπουλος, που ασκούσε ατύπως καθήκοντα προϊσταμένου του γραφείου τύπου της ελληνικής αντιπροσωπείας. Σύμφωνα με τον έγκριτο δημοσιογράφο, ο τελικός αριθμός των μελών του Συμβούλιο έφθασε τα 15 άτομα αφού μετά από την παρέμβαση του Βαμβακά προστέθηκαν όχι μόνο ο ελληνογάλλος Εμμανουήλ Δουλάς αλλά και έτερος χριστιανός, ο φιλέλληνας φραγκολεβαντίνος Αδόλφος Μπαντέττι. Την ιστορική εκείνη μέρα για το μέλλον της Δυτ. Θράκης, 7 ψήφισαν υπέρ του Δουλά, 5 για τον Τεβφίκ του τουρκοβουλγαρικού αυτονομιστικού συνασπισμού, δύο για τον παλαιομουσουλμάνο υποψήφιο Χαφούζ Σαλίχ και ένα λευκό ψηφοδέλτιο του ισραηλίτη αντιπροσώπου Καράσσο.
Με τον τρόπο αυτό όχι μόνο οι διοικητικοί μηχανισμοί της Διασυμμαχικής Διοίκησης περνούσαν σε ελληνικό έλεγχο αλλά το αποτέλεσμα αυτό προσέφερε αξιόπιστα και χειροπιαστά επιχειρήματα στην ελληνική διπλωματική αντιπροσωπεία στο Παρίσι για την διεκδίκηση της Δυτικής Θράκης. Η τελευταία πράξη του θρακικού ζητήματος έλαβε χώρα μεταξύ 18 και 24 Απριλίου 1920 στο Σαν Ρέμο όπου η Αντάντ αποφάσισε την προώθηση των ελληνικών στρατευμάτων και την κατάληψη της Δυτικής και στη συνέχεια της Ανατολικής Θράκης εξ ονόματος των Συμμάχων. Στο μεταξύ η Γαλλία αποφάσισε την απόσυρση των στρατευμάτων της από την Δυτική Θράκης αφήνοντας τον πλήρη έλεγχο της περιοχής στην Ελλάδα.
Στις 14 Μαϊου 1920 τα ελληνικά στρατεύματα εισήλθαν στην Κομοτηνή. Προηγείται ο υποστράτηγος Ζυμβρακάκης συνοδευόμενος από το επιτελείο του. Τους ακολουθεί τμήμα του ιππικού και η μεραρχία των Σερρών. Στο πλαίσιο αυτό αφίχθη και στον Ίασμο η 9η Μεραρχία του ελληνικού στρατού με επικεφαλής τον υποστρατηγό Λεοναρδόπουλο. Παρομοίως, ύστερα από απόβαση, ο Στρατηγός Λαζαράκης καταλαμβάνει την Αλεξανδρούπολη και στη συνέχεια τους καζάδες Σουφλίου και Διδυμοτείχου, ενώ ολοκληρώνεται η αναίμακτη απελευθέρωση ολόκληρης της Δυτικής Θράκης στις 20 του ίδιου μήνα. Κύριος συντελεστής της επιχείρησης ειρηνικής κατάληψης της Δυτικής Θράκης ήταν ο ικανότατος Επαμ. Ζυμβρακάκης.
Εντυπωσιακές ήταν οι στιγμές συναδέλφωσης του ντόπιου πληθυσμού με τον ελληνικό στρατό, ενώ στο Δημαρχείο γιορτάστηκε η απελευθέρωση της Θράκης με θερμούς πανηγυρισμούς. Μετά από παρότρυνση του Βαμβακά επισκέφθηκε την Κομοτηνή στις 18 Ιουλίου 1920, ο ευρισκόμενος στην Αλεξανδρούπολη, Βασιλιάς Αλέξανδρος ο οποίος ιδιαίτερα εκτιμούσε τον νέο Έλληνα Διοικητή της Θράκης. Με τον τρόπο αυτό επισφραγίστηκε η de facto κατάληψη της Δυτικής Θράκης και η εγκαθίδρυση της ελληνικής Διοίκησης Δυτικής Θράκης, αφού είχε ήδη αποχωρήσει από την Κομοτηνή και ο Στρατηγός Charpy παραδίδοντας τις κρατικές υπηρεσίες και ουσιαστικά δίνοντας και τυπικά πλέον τέλος στην γαλλοκρατία της περιοχής.
Πάντως το νεοτουρκικό Κομιτάτο αντέδρασε στην κατάληψη της Δυτικής Θράκης από τον ελληνικό στρατό και σε συνεργασία με το αντίστοιχο βουλγαρικό, προχώρησε στην μονομερή κήρυξη αυτονομίας και τη δημιουργία προσωρινής κυβέρνησης με έδρα την Οργάνη στον ορεινό όγκο της Ροδόπης. Παρόμοια ανέγερση των αυτονομιστών εκδηλώνεται και στο Κίρτζαλι της Βουλγαρίας, Αυτές όμως ήταν κινήσεις απελπισίας χωρίς καμία δυνατότητα επιτυχίας αφού ο τοπικός μουσουλμανικός πληθυσμός δεν επιθυμούσε νέες πολεμικές περιπέτειες και γνώριζε ότι δεν υπήρχε προοπτική ανατροπής του υφιστάμενης κατάστασης.
Ακόμη ικανή μερίδα του ντόπιου βουλγαρόφωνου πληθυσμού προσαρμόστηκε στη νέα κατάσταση και προσχώρησε στη ελληνορθόδοξη Εκκλησία απαρνούμενος την βουλγαρική Εξαρχία. Άλλωστε το κίνημα της Οργάνης και η εξέγερση του Κίρτζαλι δεν είχαν την εξωτερική υποστήριξη των κυβερνήσεων της Κωνσταντινούπολης και της Σόφιας, ενώ υπήρχαν και ενδογενείς εσωτερικές υφέρπουσες αντιπαλότητες καθώς Βούλγαροι και Νεότουρκοι έβλεπαν την αυτονομία ως ένα προσωρινό μεταβατικό στάδιο και ως προθάλαμο για τη ένωση της Δυτικής Θράκης με τις αντίστοιχες Μητέρες Πατρίδες. Αξιολογώντας τα τοπικά δεδομένα και τα αδιέξοδα του κινήματος της Οργάνης, η ελληνική κυβέρνηση επέλεξε να μην αντιδράσει καν αφήνοντας το θνησιγενές αυτό εγχείρημα να εκπέσει εξ ιδίων.
Η Συνθήκη των Σεβρών της 10ης Αυγούστου 1920 επιδίκασε την Δυτική Θράκη στην Ελλάδα καθώς αυτή επικύρωνε τους όρους της ήδη υπογραφείσας και ισχύουσας Συνθήκης Νεϊγύ. Άλλωστε η Τουρκία είχε απολέσει κάθε δικαίωμα επί της περιοχής επτά χρόνια νωρίτερα με την τουρκοβουλγαρική συμφωνία της Κωνσταντινούπολης. Τελικά στη Λωζάννη τον Ιούλιο του 1923 κατοχυρώθηκε η πλήρης κυριαρχία της Ελλάδας επί της Δυτικής Θράκης η οποία έκτοτε αποτελεί σημαντικότατο και αναπόσπαστο κομμάτι της ελληνικής επικράτειας. Ενώ λοιπόν ο Βενιζέλος και η ελληνική διπλωματία έδωσαν και κέρδισαν το στοίχημα της Δυτικής Θράκης στο Παρίσι, καταλυτικός συντελεστής της επιτυχίας αυτής υπήρξε ο Χαρίσιος Βαμβακάς.
Αλέξης Αλεξανδρής
Ακολουθήστε το xronos.gr στο Google News