Η ΕΠΕΤΕΙΟΣ ΠΟΥ ΑΛΛΑΞΕ ΤΗΝ ΠΟΡΕΙΑ ΤΟΥ ΕΛΛΗΝΙΣΜΟΥ

Ένας μήνας αφιερωμένος στα 90 χρόνια από τη Μικρασιατική καταστροφή

28/09/12 - 12:00

Μοιραστείτε το

Γράφει ο Μ. Γ. ΒΑΡΒΟΥΝΗΣ     

Πριν από ενενήντα χρόνια, μια αιματηρή λαίλαπα σάρωσε τον Μικρασιατικό Ελληνισμό από τις προαιώνιες κοιτίδες του, αλλάζοντας δραματικά τον πληθυσμιακό, εθνολογικό και γεωπολιτικό χάρτη της ευρύτερης περιοχής μας. Στα τέλη Αυγούστου και κατά τον Σεπτέμβριο του 1922, μέσα στη φωτιά των πολεμικών γεγονότων που συντάραξαν την ευρύτερη περιοχή μας ήδη από το 1912, και βεβαίως μετά την κήρυξη του Πρώτου Παγκοσμίου Πολέμου, ο Μικρασιατικός Ελληνισμός, μετά από πλήθος διώξεων και βασάνων, ξεριζώθηκε τελικά από τις προγονικές εστίες του, με ένα πραγματικό λουτρό αίματος. Η γενοκτονία αυτή, που είχε επαναληφθεί στην περίπτωση των Αρμενίων της οθωμανικής αυτοκρατορίας, υπήρξε από τις σκληρότερες που οργανώθηκαν ποτέ, σχεδιαζόταν δε από τους Τούρκους ήδη από το 1914 και το 1918, οπότε και ξέσπασαν οι πρώτοι σκληροί διωγμοί εναντίον των Μικρασιατών Ελλήνων.  
Πολλές είναι οι αρχειακές πηγές και οι βιβλιογραφικές μαρτυρίες που αφηγούνται τα γεγονότα στου σκληρού και αιμοσταγούς διωγμού. Ανάμεσα σε αυτές, μια αναφορά της τότε Διευθύντριας του Δημοτικού Νοσοκομείου Σάμου, της Ειρήνης Εμμ. Γεωργιάδου από τους Σπαθαραίους, η οποία σε κατάθεσή της, την 1η Νοεμβρίου 1922 εκτενώς αναφέρεται στα θύματα και στους τραυματίες της Μικρασιατικής καταστροφής που νοσηλεύθηκαν στο ίδρυμα που διεύθυνε. Το κείμενό της, είναι πραγματικά συνταρακτικό, ακόμη και τώρα, ενενήντα χρόνια μετά τα κοσμογονικά και δραματικά εκείνα γεγονότα, στα οποία αναφέρεται: Ανάμεσα στους μακρούς καταλόγους των θυμάτων του κεμαλικού στρατού και των Τσετών, των ατάκτων Τούρκων ανταρτών, αναφέρεται η συστηματική εξολόθρευση ολόκληρων χριστιανικών οικογενειών. 
Βιασμοί, συνήθως μπροστά στα μάτια γονέων, παππούδων και οικείων, ακρωτηριασμοί και βασανισμοί, άνθρωποι που είχαν μείνει δέσμιοι επί 18 ή 20 μέρες, χωρίς τροφή και νερό, δερόμενοι ανηλεώς, παιδιά και βρέφη με τραύματα από μαχαίρια και ξιφολόγχες, αθώοι κατακρεουργημένοι και κατατεμαχισμένοι, ζευγάρια των οποίων ο άνδρας «ελογχίσθη εις την κοιλίαν εκχυθέντων των εντέρων» και η γυναίκα «εκρεουργήθη δια πελέκεως» και κατόπιν, με μια διάθεση μακάβριας ειρωνίας «ετοποθετήθη εν εναγκαλισμώ μετά του λογχισθέντος συζύγου», νεογνά που «εκρεουργήθησαν εν τη αγκάλη της μητρός». Αρκεί να αναφερθεί ότι σύμφωνα με την αναφορά αυτή, που μας μεταφέρει την φρίκη των πρώτων ημερών μετά την Μικρασιατική Καταστροφή, στο Νοσοκομείο της Σάμου έφτασαν 17 παιδάκια με τραύματα από μαχαίρι στο λαιμό και το σώμα, από τα οποία τα 9 τελικά πέθαναν.
Άλλος κατεσφάγη «αμυνόμενος υπέρ της θυγατρός του», μιας γυναίκας «της έσχισαν τα ώτα δια να της αφαιρέσουν τα ενώτια και επί παρουσία της εβίασαν την 14ετή θυγατέρα της και εκ των κακώσεων ετρελλάθη», άλλος «απηγχονίσθη φρικωδώς», μια κοπέλα 20 ετών «ορφανή πατρός, διεκορεύθη και εξισλαμίσθη», ενώ ένας γεωργός 90 ετών «εσφάγη εις το κατώφλιον της οικίας του». Ενδεικτικό της αγριότητας που επικράτησε είναι επίσης το ότι από τους 6000 Μοσχονησιώτες δεν σώθηκε ούτε ένας, καθώς σφαγιάστηκαν ομαδικά μέσα σε ένα πρωί, στις 14 Σεπτεμβρίου 1922, ενώ ο Μητροπολίτης τους ετάφη ζωντανός. Και δεν ήταν έργο μόνο ατάκτων ανταρτών αυτό. Στον ίδιο κατάλογο αναφέρεται η περίπτωση κοριτσιού 20 ετών, από το Λιβίσι, που «ητιμάσθη υπό Τούρκου ταχυδρομικού υπαλλήλου και απηγχονίσθη υπ’ αυτού». Στη γενοκτονία των Ελλήνων της Μικράς Ασίας συμμετείχε, δυστυχώς, μεγάλο μέρος και του απλού τουρκικού λαού.
Ακόμη και μέχρι σήμερα, η διεθνής κοινότητα αρνείται να προχωρήσει στην πλήρη αναγνώριση της γενοκτονίας των Μικρασιατών Ελλήνων, παρά το ότι ανάλογες περιπτώσεις άλλων λαών, όπως για παράδειγμα των Αρμενίων, έχουν αναγνωριστεί και τιμώνται αναλόγως. Κι όμως, ποταμοί μαρτυρικών αιμάτων έρρευσαν εκεί όπου κατά την περίοδο των διωγμών, στα πρώτα βήματα του χριστιανισμού, είχαν αναλόγως μαρτυρήσει οι περισσότεροι χριστιανοί άγιοι μάρτυρες, αντιστεκόμενοι και τότε ειρηνικά και πνευματικά στην βία της εξουσίας, που επιζητούσε να τους απαγορεύσει την πίστη, και να τους αλλοιώσει το θρησκευτικό βίωμα και φρόνημα. Ουσιαστικά οι Μικρασιάτες ομοεθνείς μας πλήρωσαν έτσι τους αιώνες της παραγωγικής και δραστήριας παρουσίας τους στον Μικρασιατικό χώρο, την επίδοσή τους στο εμπόριο, στις τέχνες και στα γράμματα, παράγοντες που τους είχαν αναδείξει σε κυριαρχικά πληθυσμιακά στοιχεία στα πλαίσια της οθωμανικής αυτοκρατορίας. Το εθνικό τουρκικό κράτος που θεμελίωνε τότε ο Μουσταφά Κεμάλ, βεβαίως δεν μπορούσε να ανεχθεί αυτή την ειρηνική και δραστήρια παρουσία, και θέλησε να τους εξαφανίσει με μεθόδους γενοκτονίας και πραγματικού ολοκαυτώματος.
Αν αναφέρουμε αυτά τα στοιχεία, δεν είναι για να αναμοχλεύσουμε την φρίκη, ή να αναζωπυρώσουμε εθνικά και φυλετικά πάθη και μίση. Είναι για να υποστηρίξουμε ότι η αναγκαία και απαραίτητη φιλία με τους γειτονικούς μας λαούς, αλλά και η διαμόρφωση συνθηκών αγαστής συνύπαρξης που είναι αναγκαίες στην περιοχή πρέπει να στηρίζεται στην γνώση της ιστορίας και στη συνειδητή υπέρβαση των όσων δεινών της, μέσα από τη διαμόρφωση συνθηκών που δεν θα επιτρέψουν στο μέλλον την επανάληψή της. Οπωσδήποτε όμως δεν μπορεί να στηρίζεται στην απάλειψη ή στο «στρογγύλεμα» της ιστορικής μνήμης, όσο επώδυνη κι αν είναι αυτή. Και τούτο επειδή όσο κι αν βαφτίσουμε «συνωστισμό στο λιμάνι» την γενοκτονία των Ελλήνων της Σμύρνης και την φρίκη της καταστροφής της πόλης – που κατά τον Αμερικανό πρόξενο George Horton «έμεινε πιστή ‘άχρι θανάτου?» - το αίμα βοά, οι μαρτυρίες υπάρχουν, και η δικαίωση των θυμάτων απαιτεί την τιμή της θυσίας τους και τον φρονηματισμό μας για να μην επαναληφθούν τα δεινά.
Τον Αύγουστο του 1922 συνέβη μια πραγματική καταστροφή, καθώς μεγάλα, δραστήρια και παραγωγικά κομμάτια του Γένους μας εκδιώχθηκαν από τις προαιώνιες κοιτίδες του, Εκκλησίες με παλαιοχριστιανικές ρίζες, ως και τους πρώτους χριστιανικούς αιώνες ξεθεμελιώθηκαν, και πολλές χιλιάδες πιστών Ελλήνων Ορθοδόξων χριστιανών οδηγήθηκαν στον μαρτυρικό θάνατο, στον εξευτελισμό, στην ταπείνωση και στον εκπατρισμό. Γι? αυτό και η επέτειος των ενενήντα χρόνων από τα τραγικά εκείνα γεγονότα πρέπει να αποτελεί αφορμή για περίσκεψη, προσευχή και προβληματισμό.
Η ιστορική συγκυρία που οδήγησε στο από πολλές πλευρές τραγικό αυτό αποτέλεσμα είναι εν πολλοίς γνωστή. Ο Ελληνισμός της Μικράς Ασίας, που υπέφερε τα πάνδεινα ήδη από την πρώτη δεκαετία του 20ού αιώνα, βρέθηκε στη δίνη της σύγκρουσης απρόσωπων διεθνών συμφερόντων, και συνεθλίβη στις μυλόπετρες της διεθνούς πολιτικής, αλλά και του ελληνικού εσωτερικού διχασμού. Ως αποτέλεσμα, οι Μικρασιάτες Έλληνες σφαγιάστηκαν, βασανίστηκαν και εκπατρίστηκαν, έχοντας επικεφαλής του μαρτυρικούς ιεράρχες τους, όπως πάντοτε συμβαίνει με το Γένος μας, που σε όλες τις μεγάλες στιγμές του, καλές ή κακές, έχει οδηγό, απαντοχή και στήριγμα την Ορθόδοξη Εκκλησία.
Αυτό που συνέβη στους Μικρασιάτες Έλληνες ήταν ένας πραγματικός και σχεδιασμένος, σκόπιμος διωγμός, μια γενοκτονία που δεν διώχθηκε, ούτε τιμωρήθηκε ποτέ και από κανένα διεθνές δικαστήριο, καθώς συχνά μεροληπτική και προσωποληπτική είναι η δικαιοσύνη των ανθρώπων. Οι Έλληνες χριστιανοί της Μικράς Ασίας εκδιώχθηκαν από τη γη των πατέρων τους συστηματικά, μεθοδικά και βίαια. Εκδιώχθηκαν από μια περιοχή της οποίας την ελληνικότητα και τη χριστιανικότητα μαρτυρούν η εκκλησιαστική και κοσμική ιστορία, τα αρχαιολογικά μνημεία, οι επιγραφές, οι ναοί και οι μονές, τα έργα τέχνης και οι μαρτυρίες αιώνων. Εκδιώχθηκαν από τόπους όπου επί δύο χιλιάδες χρόνια περίπου έλαμψαν οι λυχνίες των Εκκλησιών της Αποκαλύψεως, και φώτισαν τον κόσμο, όπου άνθισε και ακτινοβόλησε η πνευματικότητα της Ορθόδοξης Εκκλησίας, και όπου πλήθος αγίων, οσίων και μαρτύρων, ανδρών και γυναικών, κληρικών και ιεραρχών, ακόμη και των Τριών Οικουμενικών Διδασκάλων ? Ιωάννου του Χρυσοστόμου, Βασιλείου του μεγάλου και Γρηγορίου του Θεολόγου ? έδωσαν αυθεντική μαρτυρία Χριστού.
Πιστοί στα διδάγματα και στο παράδειγμά τους, οι διάδοχοί τους ακολούθησαν τα βήματά τους, και μαρτύρησαν στο καθήκον τους. Πρωτοκορυφαίος του μαρτυρίου ο ιερομάρτυς Μητροπολίτης Σμύρνης Χρυσόστομος, που βασανίστηκε και διαμελίστηκε το βράδυ του Σαββάτου 27 Αυγούστου 1922, επειδή δεν θέλησε να εγκαταλείψει το ποίμνιό του και την πίστη των πατέρων του. Και μαζί του, πλειάδα άλλη μαρτύρων κληρικών, όπως ο Μητροπολίτης Κυδωνιών Γρηγόριος, που ετάφη ζωντανός, ο Μοσχονησίων Αμβρόσιος που σφαγιάστηκε δια του μαρτυρικού διαμελισμού του ζωντανού ακόμη σώματός του, ο Ικονίου Προκόπιος, που πέθανε από τις κακουχίες και τα βασανιστήρια στις τουρκικές φυλακές και ο Επίσκοπος Ζήλων Ευθύμιος. Σε όλη την αγιοτόκο Μικρά Ασία οι ιστορικοί υπολογίζουν ότι κατά την Μικρασιατική Καταστροφή του 1922 άθλησαν 42 επώνυμοι και 342 ανώνυμοι κληρικοί μάρτυρες, των Μητροπόλεων Σμύρνης, Κυδωνιών, Μοσχονησίων, του Πόντου και της ευρύτερης περιοχής τους.
Μαζί δε με τους σφαγιασθέντες, υπάρχουν και κληρικοί που αγωνίστηκαν και υπέστησαν διώξεις απηνείς, χωρίς να οδηγηθούν και στο μαρτύριο. Παράδειγμα ο Σάμιος Αλέξανδρος Δηλανάς, από τον Μαραθόκαμπο, αδελφός της Μονής Μεγάλης Παναγίας. Το 1910, σε ηλικία 32 ετών, χειροτονήθηκε Επίσκοπος Μυρίνης, Στη θέση αυτή ο Αλέξανδρος Δηλανάς παρέμεινε επί επτά χρόνια και έστρεψε το ενδιαφέρον του σε δύο κυρίως τομείς. Αφενός, εργάστηκε συστηματικά για την ανάπτυξη και οργάνωση της ελληνικής εκπαίδευσης, αφετέρου δε, ο Αλέξανδρος άρχισε να αναμειγνύεται ενεργά στην πολιτική κατάσταση, με στόχο τη στήριξη και υποβοήθηση του Γένους, το οποίο είχε αρχίζει τότε να υφίσταται διώξεις από μέρους των οθωμανικών αρχών. Το 1917 εξελέγη Μητροπολίτης Αναίων, με έδρα τα Σώκια, και το 1922, μήνες πριν την καταστροφή, Μητροπολίτης Περγάμου. Λίγο μετά την εκλογή του οι οθωμανικές αρχές τον συνέλαβαν, τον εκτόπισαν επί 18 μήνες στα βάθη της Μικράς Ασίας, και τον καταδίκασαν σε θάνατο για την εθνική δράση του. Η ποινή δεν εκτελέστηκε, ο ίδιος όμως υπέστη διάφορες ταλαιπωρίες, ταπεινώσεις και κακουχίες, τις οποίες υπέμεινε με παροιμιώδη υπομονή, φροντίζοντας ταυτοχρόνως να ενισχύει το ποίμνιό του, ιδιαίτερα δε όσους είχαν εξορισθεί μαζί του.  Είναι απολύτως χαρακτηριστικά όσα γράφει για τη δραματική αυτή περίοδο της ζωής του ο Στέφ. Παπαδόπουλος : «Είχεν εξορισθεί ο διάσημος αυτός ανήρ εις το Εγερντίρ, τουρκοχώριον, τον τελευταίον σιδηροδρομικόν σταθμόν Σμύρνης-Αϊδινίου διότι είχε κατηγορηθεί υπό των Τούρκων ως πράκτωρ των Αγγλογάλλων. Εκεί παρέμεινε μέχρι του Νοεμβρίου του 1918. Εις τον τόπον αυτόν της κολάσεως ουδείς υπήρχε χριστιανός. Ο ταλαίπωρος ηγνόει την τουρκικήν γλώσσα και τούτο ήτο το δυσκολότερον πάντων. Όταν τα απογεύματα υπέστρεφον εκ των αγρών οι τουρκόπαιδες διήρχοντο τας ώρας των με τον μάρτυρα τούτον εμπαίζοντες και υβρίζοντες και εμπτύοντες ή σύροντες αυτόν από το τίμιον ράσον. Εμαρτύρησεν ο Αλέξανδρος Δηλανάς, όμως έζησε δια να ίδουν οι οφθαλμοί του την Ελληνικήν κατοχήν της Ιωνίας», για να συμπληρώσει λίγο παρακάτω : «Ο Αλέξανδρος Δηλανάς υπήρξε διακεκριμένη φυσιογνωμία. Ιεράρχης όσιος. Σεβαστός και ο εκ των σεβαστοτέρων σεβαστότερος. Υπήρξεν πρόμαχος της Ορθοδοξίας κηρύττων, νουθετών και ενθαρρύνων τους εν διωγμοίς Ορθοδόξους της Μικράς Ασίας Έλληνας. Ο ιερός κλήρος πάσης βαθμίδος της Ανατολής τον αποκαλεί ?ζώντα εθνομάρτυρα?».
Και μαζί με τους ποιμένες τους, εκατοντάδες χιλιάδες λαϊκοί μάρτυρες σφαγιάστηκαν, στο βωμό του μίσους και της μισαλλοδοξίας. Κάηκαν χωριά, σφαγιάστηκαν αθώοι και άμαχοι, βιάστηκαν κοπέλες, ακρωτηριάστηκαν παιδιά, καταστράφηκαν ναοί, σχολεία, μονές και έργα πολιτισμού, εκδιώχθηκε ο χριστιανικός πληθυσμός της Μικράς Ασίας, διαδικασία που ολοκληρώθηκε το 1923-1924, με την ανταλλαγή πληθυσμών μεταξύ Ελλάδος και Τουρκίας, σύμφωνα με τη συνθήκη της Λωζάννης. Κι όμως το μικρασιατικό πνεύμα δεν έσβησε. Οι πρόσφυγες και οι απόγονοί τους, μέχρι σήμερα, ρίζωσαν στην Ελλάδα, θεράπευσαν τις σωματικές και ψυχικές πληγές τους και μεγαλούργησαν ξανά. Μεγάλο μέρος της μεταπολεμικής προόδου της χώρας μας τόσο στον οικονομικό, όσο και στον πνευματικό τομέα οφείλεται στους Μικρασιάτες και τη δράση τους. Αναδημιούργησαν ακόμη και τα βασικά θρησκευτικά τους σεβάσματα, έχτισαν ναούς και μονές, έφεραν στην Ελλάδα τα βασικά θρησκευτικά τους παλλάδια, όπως η σεβάσμια και θαυματουργή εικόνα της Παναγίας Σουμελά, και δεν ξέχασαν ποτέ τη γη των προγόνων τους, την οποία συχνά πλέον προσκυνηματικά επισκέπτονται.
Τον μακροχρόνιο διωγμό των Μικρασιατών Ελλήνων, που κατέληξε στη γενοκτονία του 1922, αποτυπώνει άριστα μια επιστολή του ιερομάρτυρα Μητροπολίτη Σμύρνης Χρυσοστόμου, δημοσιευμένη τον Δεκέμβριο του 1918 στο περιοδικό «Εκκλησιαστικός Κήρυξ», της Ιεράς Αρχιεπισκοπής Θυατείρων και Μεγάλης Βρετανίας, που εκδίδεται μέχρι και σήμερα ανελλιπώς στο Λονδίνο. Ο άγιος Χρυσόστομος Σμύρνης γράφει εκεί ότι επί τέσσερα περίπου χρόνια, δηλαδή από την κήρυξη του Πρώτου Παγκοσμίου Πολέμου το 1914, στο Γένος είχαν σωρευτεί δεινά, όσα δεν είχε επιφέρει η δουλεία τεσσάρων και πλέον αιώνων, μετά την άλωση της Κωνσταντινούπολης, το 1453. «Το εν Τουρκία εναπολειφθέν Ελληνικόν στοιχείον», γράφει, «εφάνη προς στιγμήν ότι κατέβη εις τον Άδην δια να μη αναβή εκείθεν ποτέ πλέον».
Στην επιστολή του αυτή ο Μητροπολίτης Χρυσόστομος διαπιστώνει ότι από τους 400.000 Έλληνες των ενδοτέρων της Μικράς Ασίας ζήτημα ήταν αν επιζούσε, το 1918, το ένα τέταρτο, από δε τους στρατολογημένους Έλληνες στα κατ? ευφημισμό ονομαζόμενα «τάγματα εργασίας» - τα διαβόητα «αμελέ ταμπουρού» - μόλις το ένα δέκατο είχε επιβιώσει, καθώς η θνησιμότητα σε αυτά είχε φτάσει το 80%. Επισημαίνει μάλιστα και τις εργασίες στις οποίες τα τάγματα αυτά είχαν εξειδικευθεί : «εστάλησαν να κατασκευάζωσι τας κολοσσιαίας σήραγγας υπό τον Ταύρον και τα όρη του Αμανού, ή να κόπτωσι τον ισθμόν της Κυζικηνής χερσονήσου, ή να αεργάζονται επί 18 ώρας το ημερονύκτιον εν τοις μεταλλείοις των γαιανθράκων, ή να κρημνίζωσι και μετατοπίζωσιν ολόκληρα βουνά προς δημιουργίαν τάχα νέων στρατιωτικών δρόμων». Και βέβαια, οι πληροφορίες αυτές δείχνουν ότι η απόβαση του ελληνικού στρατού στην ευλογημένη γη της Ιωνίας δεν είχε κατακτητικό χαρακτήρα, αλλά αποτελούσε προσπάθεια σωτηρίας των ομογενών μας, οι οποίοι είχαν γνωρίσει τη βαρβαρότητα των Τούρκων, χωρίς τα στοιχειώδη ανθρώπινα δικαιώματά τους να προστατεύονται από οποιονδήποτε διεθνή οργανισμό ή κάποια από τις Μεγάλες Δυνάμεις της εποχής.
Η πίστη που στήριξε τους Μικρασιάτες τις ώρες του διωγμού, που υπήρξε απαντοχή τους στον δύσκολο εγκλιματισμό τους στις νέες εγκαταστάσεις τους, αυτή μέχρι και σήμερα αποτελεί τον χρυσό και ακατάλυτο σύνδεσμό τους με τη γη και την παράδοση των προγόνων τους. Οι ναοί της Ελλάδος δέχθηκαν και φιλοξενούν περίπυστες και θαυματουργές ιερές εικόνες, ενώ ολόσωμα, άφθορα και θαυματουργά ιερά λείψανα, όπως εκείνα του αγίου Γρηγορίου του Θεολόγου στην Νέα Καρβάλη της Καβάλας και του αγίου Ιωάννη του Ρώσου στο Προκόπι της Εύβοιας αγιάζουν πλέον τις νέες πατρίδες των προσφύγων. Τελευταία μάλιστα, η φροντίδα της Α.Θ.Π. του Οικουμενικού Πατριάρχου κ.κ. Βαρθολομαίου συντελεί ώστε όλο και περισσότεροι ναοί και μονές της μικρασιατικής γης, που έχουν σιγήσει και αλλοιωθεί εδώ και ενενήντα τώρα χρόνια, να επαναλειτουργούν, να συγκεντρώνουν πιστούς, έστω και ευκαιριακά ή σε ετήσια βάση, και να εκπληρώνουν τον σκοπό για τον οποίο χτίστηκαν, ως τόποι δοξολογίας και λατρείας του Αγίου Θεού.
Είναι γνωστό πως δεν μιλάμε για «Χαμένες», αλλά για «Αξέχαστες Πατρίδες». Ο χαρακτηρισμός αυτός δεν κρύβει μέσα του οποιαδήποτε επεκτατική βλέψη, αλλά εμπεριέχει τη διάθεση και την απόφασή μας να μην ξεχάσουμε ποτέ, ούτε τη γη των προγόνων μας, ούτε τις συνθήκες του εκπατρισμού τους από εκεί. Άλλωστε, όπως και προηγουμένως σημειώσαμε, η εκκλησιαστική και η θύραθεν ιστορία, τα μνημεία, οι επιγραφές, τα οικοδομήματα και τα έργα τέχνης, οι ναοί και τα μοναστήρια, όλα μαρτυρούν για την ελληνικότητα και την χριστιανικότητα της Μικρασιατικής γης.
Δεν πρέπει όμως να ξεχνούμε, και επέτειοι όπως η σημερινή σε αυτό πρέπει να κατατείνουν. Να μην ξεχνούμε, για να μην επαναλάβουμε και στο μέλλον τα ίδια σφάλματα, για να μην επιτρέψουμε ? μη γένοιτο - και νέες αλησμόνητες πατρίδες να προστεθούν στις ήδη υπάρχουσες, να μην καλύψει η λήθη το μαρτύριο κληρικών και λαϊκών, τους διωγμούς και τα βασανιστήρια που υπέστησαν. Το κυριότερο δε, να μην απαλειφθούν όλα αυτά από την διδασκαλία της ιστορίας, κυρίως στα σχολεία μας, στο όνομα μιας δήθεν κοσμοπολίτικης συμφιλίωσης, η οποία αν δεν εδράζεται στο σίγουρο έδαφος της ιστορικής γνώσης θα αποβεί μοιραία όχημα για νέες επώδυνες εθνικές περιπέτειες.
Ας είναι η σημερινή επέτειος αφορμή φρονηματισμού για όλους, ώστε να φροντίσουμε, οικοδομώντας την μεταξύ μας ενότητα, την πίστη, την αισιοδοξία, την αλληλεγγύη, την εμμονή στην παράδοση και την απαντοχή στην Εκκλησία να οδηγηθούμε σε μια ισχυρή Ελλάδα, σε μια πατρίδα που θα μπορεί να υπερασπίσει τα παιδιά της και να διαφυλάξει τα δίκαια, τη ζωή, την τιμή, την περιουσία και την δημιουργία τους, ώστε ποτέ πια να μην θρηνήσουμε καταστροφές, μάρτυρες, αιματοχυσίες και γενοκτονίες ομοεθνών μας.
Θυμόμαστε σήμερα και μνημονεύουμε όλα αυτά, την Μικρασιατική Καταστροφή με τα εκατοντάδες χιλιάδων θύματα. Προσευχόμαστε για την ανάπαυση των σφαγιασθέντων, των αιχμαλωτισθέντων, των κατακρεουργηθέντων κληρικών και λαϊκών. Θυμόμαστε επίσης και τιμούμε όσους γλίτωσαν τον χαλασμό, και κατάφεραν να στήσουν από την αρχή τη ζωή τους στην Ελλάδα, στους τόπους της νέας προσφυγικής τους εγκατάστασης, υπό συνθήκες συχνότατα δυσμενέστατες, κάποτε δε και εχθρικές. Μεγάλο μέρος από την ανάπτυξη και την πρόοδο της χώρας μας οφείλεται σε αυτούς τους φιλοπρόοδους και ειρηνικούς Μικρασιάτες, οι οποίοι παρότι βρέθηκαν στο μάτι του κυκλώνα κατάφεραν να επιβιώσουν, να ορθοποδήσουν και να μεγαλουργήσουν.
        Κυρίως όμως θυμόμαστε τις συνθήκες που οδήγησαν στον χαλασμό, με την θέληση να μην ξαναζήσει η πατρίδα και ο λαός μας παρόμοιες καταστάσεις. Για να επιτευχθεί όμως αυτό, πρέπει ενωμένοι, ομονοημένοι και συνεπείς στην παράδοση του Γένους μας να πορευόμαστε πάντοτε με γνώμονα το εθνικό, και όχι το προσωπικό συμφέρον, το «εμείς και όχι το εγώ», κατά τη σχετική ρήση του στρατηγού Ιωάννη Μακρυγιάννη. Αν αυτό επιτευχθεί, τότε η θυσία των Μικρασιατών αδελφών μας, την οποία σήμερα τιμούμε, θα έχει πραγματικά δικαιωθεί.

Ακολουθήστε το xronos.gr στο Google News

Ροή Ειδήσεων

xronos
xronos.gr

ΑΡ. ΜΗΤ: 232265

mit-logo