Δύο νέες ιστορικές εκδόσεις, που αμφότερες σχετίζονται με την Σχολή Κλασικών και Ανθρωπιστικών Σπουδών του Δημοκρίτειου Πανεπιστημίου Θράκης, πλουτίζουν της επιστημονική θρακική βιβλιογραφία. Δύο βιβλία που δείχνουν όχι μόνο τη δυναμική των σύγχρονων θρακικών σπουδών, αλλά και την προσφορά της Σχολής και του Πανεπιστημίου μας στην Θράκη και στην επιστήμη.
Το πρώτο έχει τίτλο «Η Δυτική Θράκη στη μετάβαση (1913-1920). Ιστορική ανασκόπηση μέσα από σύγχρονες της εποχής πηγές - κυρίως γαλλικές» (Θεσσαλονίκη 2016, εκδ. Αντ. Σταμούλη, σελ. 393) του επίκουρου καθηγητή στο Τμήμα Γλώσσας, Φιλολογίας και Πολιτισμού Παρευξεινίων Χωρών Ιω. Μπακιρτζή. Το βιβλίο αυτό αποτελεί προϊόν έρευνας και μελέτης του συγγραφέα σε πλήθος αρχειακών πηγών, κυρίως δε σε εκδεδογένες και δημοσιογραφικές πηγές.
Μετά τις συντομογραφίες (σ. 7) και τον πρόλογο (σ. 9) το πρώτο κεφάλαιο (σ. 33) ασχολείται με τις ιστορικές εξελίξεις στη Θράκη απ΄ τον ύστερο 19ο αιώνα ως και το τέλος του Α΄ Παγκοσμίου Πολέμου, αποτελεί δε την εισαγωγική μελέτη στο ζήτημα. Ακολουθούν επιμέρους κεφάλαια που πραγματεύονται τις στρατιωτικές επιχειρήσεις και την τανιτική κατάσταση στη Δυτική Θράκη κατά τον Α Παγκόσμιο Πόλεμο (σ. 61) και το καθεστώς της Διασυμμαχικής Κατοχής που επιβλήθηκε στην περιοχή (σ. 113).
Ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζει το τέταρτο κεφάλαιο (σ. 125) όπου παρουσιάζονται και μελετώνται γαλλικές πηγές σύγχρονες του καθεστώτος της Διασυμμαχικής, που σχετίζονται με τον ταγματάρχη Gustave Marcelin Arminveat, τον γεωγράφο, γεωλόγο και ωκεανογράφο Jacques Bourcart και τον αρχαιολόγο Henry Beyoken, αλλά και το γαλλικό περιοδικό δελτίο του Βουλγαρικού τύπου.
Ο επίλογος του βιβλίου (σ.221) εξετάζει τρία κυρίως ζητήματα υπό το φώς των πηγών αυτών: τη συνολική κριτική θεώρηση των γαλλικών πηγών για τη Δυτική Θράκη της εποχής, την εγκατάσταση της ελληνικής κρατικής εξουσίας με τη διάσταση που παρατηρήθηκε μεταξύ των πολιτικών και στρατιωτικών εκπροσώπων της και το έργο της παλιννόστησης και αποκατάστασης των προσφύγων. Ο τόμος κλείνει με τα συμπεράσματα (σ. 259), παράρτημα με πηγές και πανομοιότυπα τους (σ. 275), βιβλιογραφία (σ. 361) και ευρετήριο (σ. 379).
Πρόκειται για συνθετικό έργο, που δείχνει πόσα ακόμη μπορούμε να περιμένουμε από την κριτική μελέτη των πηγών, αλλά και το γεγονός ότι η νεώτερη Θρακική ιστορία αποτελεί σημαντικό πεδίο έρευνας. Ιδιαίτερα στα σχετικά με τη διασυμμαχική, που οδήγησε στην ενσωμάτωση της Θράκης στο ελληνικό κράτος, οι πληροφορίες των πηγών που αξιοποιούνται εδώ είναι σημαντικές και διαφωτιστικές.
Η κυριότερη βέβαια αξία της μελέτης είναι ότι με επιστημονικά τεκμηριωμένη ιστορική αφήγηση διαγράφει τις προϋποθέσεις της ενσωμάτωσης της Θράκης, εξηγώντας πολλές από τις συνθήκες που συναντούμε κατόπιν στην ελληνική Θράκη, κυρίως στον κοινωνικό και στον οικονομικό τομέα. Για αυτό και αποτελεί μελέτη υποδομής των σύγχρονων θρακικών σπουδών, που ευχής έργο θα ήταν να βρει συνεχιστές μεταξύ των ερευνητών της θρακικής ιστορίας.
Το δεύτερο βιβλίο στο οποίο αναφερόμαστε είναι μονογραφία του κου Νικ. Τσούρη με τίτλο «Η ελληνορθόδοξη εκπαιδευτική δραστηριότητα στο Βιλαέτι της Αδριανούπολης (19ος αιώνας)» (Θεσσαλονίκη 2015, εκδ. Ζήτη, σελ 189), η οποία αποτελεί την μεταπτυχιακή διατριβή του για την απόκτηση μεταπτυχιακού τίτλου από το τμήμα Γλώσσας, Φιλολογίας και Πολιτισμού Παρευξεινίων Σπουδών του πανεπιστημίου της σχολής μας. Άρα συνιστά έρευνα που σχεδιάστηκε και πραγματοποιήθηκε στο ΔΠΘ.
Μετά τον πρόλογο (σ.9) και την εισαγωγή (σ.11) δίνεται αρχικά το ιστορικό πλαίσιο της εκπαίδευσης στη Θράκη κατά την οθωμανική περίοδο μέχρι την ίδρυση του ελληνικού κράτους, το 1830 (σ.15). Ακολούθως, στο πρώτο μέρος (σ. 29) εξετάζεται η εκπαιδευτική δραστηριότητα στη Θράκη από την ίδρυση του ελληνικού κράτους ως την συνθήκη του Βερολίνου (1830-1878). Μάλιστα μελετάται η δράση του ελληνικού κράτους, του Οικουμενικού Πατριαρχείου και των φιλεκπαιδευτικών συλλόγων στα σαντζάκια της Αδριανούπολης, των Σαράντα εκκλησιών, της Ραιδεστού, της Κομοτηνής, της Καλλίπολης και της Αδριανούπολης.
Στο δεύτερο μέρος (σ. 77) ο συγγραφέας μελετά την ανάλογη εκπαιδευτική δραστηριότητα στη Θράκη από την συνθήκη του Βερολίνου (1878) ως τα τέλη του 19ου αιώνα και πάλι στις ίδιες γεωγραφικές περιοχές που συναποτελούν το βιλαέτι της Αδριανούπολης.
Επίσης εδώ εξετάζονται οι επιπτώσεις της συνθήκης του Βερολίνου στους ελληνορθόδοξους της Θράκης, το προνομιακό ζήτημα και η διαμάχη Αθήνας - Κωνσταντινούπολης, η δράση των φιλεκπαιδευτικών συλλόγων, τα προβλήματα και ο εθνικός προσανατολισμός της εκπαιδευτικής διαδικασίας και του προγράμματος σπουδών, οι κανονισμοί και οι οικονομικοί πόροι των σχολείων.
Ο τόμος ολοκληρώνεται με συμπεράσματα (σ. 163), βιβλιογραφία (σ.169) και παράρτημα (σ.183), όπου χρονολόγιο του 19ου αιώνα, χάρτες και τοπωνυμικός πίνακας. Ο συγγραφέας διαπιστώνει ότι μπορεί η αντιπαράθεση Αθήνας ? Κωνσταντινούπολης να μην έπληξε ουσιαστικά το εκπαιδευτικό έργο στην οθωμανική Θράκη, ωστόσο το προσδιόρισα σε ορισμένα σημεία, ιδίως μετά το 1878 και κατά την διάρκεια του προνομιακού ζητήματος, χωρίς ωστόσο η Υψηλή Πύλη να καταφέρει να εφαρμόσει τις απόψεις της. Επισημαίνει επίσης τον εξέχοντα ρόλο των συλλόγων, ιδίως στο βιλαέτι της Αδριανούπολης στο οποίο επικεντρώνεται, αλλά και το γεγονός ότι μετά το 1878 παρατηρείται στη Θράκη σταδιακή εντατικοποίηση της εκπαίδευσης.
Πρόκειται για τεκμηριωμένη επιστημονική μελέτη, που με την χρήση βιβλιογραφίας και πηγών εντύπων σκιαγραφεί το ζήτημα, επισημαίνει τα προβλήματα και προτείνει λύσεις. Για αυτό και θα μείνει στη θρακική ιστορική βιβλιογραφία ως παράδειγμα τεκμηριωμένης μελέτης, μακριά από μεγαλοστομίες και αστήρικτους μαξιμαλισμούς, που δείχνει πόσα η ιστορία μπορεί να προσφέρει στη γνώση και στη διαχρονική εξέλιξη της θρακικής πραγματικότητας.
Αν συνυπολογιστεί η προσφορά των δύο αυτών μελετών καταδεικνύεται η συνεισφορά του πανεπιστημίου και της Σχολής μας στην μελέτη της Θράκης μας, της ιστορίας και του πολιτισμού της.
Μια συνεισφορά συχνά αθόρυβη και πάντοτε νηφάλια, όπως αρμόζει στην επιστήμη, αλλά ουσιαστική και καίρια, ιδίως στους δύσκολους και άχαρους καιρούς μας, οπότε η ιστορία μπορεί να γίνει παράδειγμα και η λαογραφία φάρος της πορείας μας, ατομικής και συλλογικής.
Το πρώτο έχει τίτλο «Η Δυτική Θράκη στη μετάβαση (1913-1920). Ιστορική ανασκόπηση μέσα από σύγχρονες της εποχής πηγές - κυρίως γαλλικές» (Θεσσαλονίκη 2016, εκδ. Αντ. Σταμούλη, σελ. 393) του επίκουρου καθηγητή στο Τμήμα Γλώσσας, Φιλολογίας και Πολιτισμού Παρευξεινίων Χωρών Ιω. Μπακιρτζή. Το βιβλίο αυτό αποτελεί προϊόν έρευνας και μελέτης του συγγραφέα σε πλήθος αρχειακών πηγών, κυρίως δε σε εκδεδογένες και δημοσιογραφικές πηγές.
Μετά τις συντομογραφίες (σ. 7) και τον πρόλογο (σ. 9) το πρώτο κεφάλαιο (σ. 33) ασχολείται με τις ιστορικές εξελίξεις στη Θράκη απ΄ τον ύστερο 19ο αιώνα ως και το τέλος του Α΄ Παγκοσμίου Πολέμου, αποτελεί δε την εισαγωγική μελέτη στο ζήτημα. Ακολουθούν επιμέρους κεφάλαια που πραγματεύονται τις στρατιωτικές επιχειρήσεις και την τανιτική κατάσταση στη Δυτική Θράκη κατά τον Α Παγκόσμιο Πόλεμο (σ. 61) και το καθεστώς της Διασυμμαχικής Κατοχής που επιβλήθηκε στην περιοχή (σ. 113).
Ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζει το τέταρτο κεφάλαιο (σ. 125) όπου παρουσιάζονται και μελετώνται γαλλικές πηγές σύγχρονες του καθεστώτος της Διασυμμαχικής, που σχετίζονται με τον ταγματάρχη Gustave Marcelin Arminveat, τον γεωγράφο, γεωλόγο και ωκεανογράφο Jacques Bourcart και τον αρχαιολόγο Henry Beyoken, αλλά και το γαλλικό περιοδικό δελτίο του Βουλγαρικού τύπου.
Ο επίλογος του βιβλίου (σ.221) εξετάζει τρία κυρίως ζητήματα υπό το φώς των πηγών αυτών: τη συνολική κριτική θεώρηση των γαλλικών πηγών για τη Δυτική Θράκη της εποχής, την εγκατάσταση της ελληνικής κρατικής εξουσίας με τη διάσταση που παρατηρήθηκε μεταξύ των πολιτικών και στρατιωτικών εκπροσώπων της και το έργο της παλιννόστησης και αποκατάστασης των προσφύγων. Ο τόμος κλείνει με τα συμπεράσματα (σ. 259), παράρτημα με πηγές και πανομοιότυπα τους (σ. 275), βιβλιογραφία (σ. 361) και ευρετήριο (σ. 379).
Πρόκειται για συνθετικό έργο, που δείχνει πόσα ακόμη μπορούμε να περιμένουμε από την κριτική μελέτη των πηγών, αλλά και το γεγονός ότι η νεώτερη Θρακική ιστορία αποτελεί σημαντικό πεδίο έρευνας. Ιδιαίτερα στα σχετικά με τη διασυμμαχική, που οδήγησε στην ενσωμάτωση της Θράκης στο ελληνικό κράτος, οι πληροφορίες των πηγών που αξιοποιούνται εδώ είναι σημαντικές και διαφωτιστικές.
Η κυριότερη βέβαια αξία της μελέτης είναι ότι με επιστημονικά τεκμηριωμένη ιστορική αφήγηση διαγράφει τις προϋποθέσεις της ενσωμάτωσης της Θράκης, εξηγώντας πολλές από τις συνθήκες που συναντούμε κατόπιν στην ελληνική Θράκη, κυρίως στον κοινωνικό και στον οικονομικό τομέα. Για αυτό και αποτελεί μελέτη υποδομής των σύγχρονων θρακικών σπουδών, που ευχής έργο θα ήταν να βρει συνεχιστές μεταξύ των ερευνητών της θρακικής ιστορίας.
Το δεύτερο βιβλίο στο οποίο αναφερόμαστε είναι μονογραφία του κου Νικ. Τσούρη με τίτλο «Η ελληνορθόδοξη εκπαιδευτική δραστηριότητα στο Βιλαέτι της Αδριανούπολης (19ος αιώνας)» (Θεσσαλονίκη 2015, εκδ. Ζήτη, σελ 189), η οποία αποτελεί την μεταπτυχιακή διατριβή του για την απόκτηση μεταπτυχιακού τίτλου από το τμήμα Γλώσσας, Φιλολογίας και Πολιτισμού Παρευξεινίων Σπουδών του πανεπιστημίου της σχολής μας. Άρα συνιστά έρευνα που σχεδιάστηκε και πραγματοποιήθηκε στο ΔΠΘ.
Μετά τον πρόλογο (σ.9) και την εισαγωγή (σ.11) δίνεται αρχικά το ιστορικό πλαίσιο της εκπαίδευσης στη Θράκη κατά την οθωμανική περίοδο μέχρι την ίδρυση του ελληνικού κράτους, το 1830 (σ.15). Ακολούθως, στο πρώτο μέρος (σ. 29) εξετάζεται η εκπαιδευτική δραστηριότητα στη Θράκη από την ίδρυση του ελληνικού κράτους ως την συνθήκη του Βερολίνου (1830-1878). Μάλιστα μελετάται η δράση του ελληνικού κράτους, του Οικουμενικού Πατριαρχείου και των φιλεκπαιδευτικών συλλόγων στα σαντζάκια της Αδριανούπολης, των Σαράντα εκκλησιών, της Ραιδεστού, της Κομοτηνής, της Καλλίπολης και της Αδριανούπολης.
Στο δεύτερο μέρος (σ. 77) ο συγγραφέας μελετά την ανάλογη εκπαιδευτική δραστηριότητα στη Θράκη από την συνθήκη του Βερολίνου (1878) ως τα τέλη του 19ου αιώνα και πάλι στις ίδιες γεωγραφικές περιοχές που συναποτελούν το βιλαέτι της Αδριανούπολης.
Επίσης εδώ εξετάζονται οι επιπτώσεις της συνθήκης του Βερολίνου στους ελληνορθόδοξους της Θράκης, το προνομιακό ζήτημα και η διαμάχη Αθήνας - Κωνσταντινούπολης, η δράση των φιλεκπαιδευτικών συλλόγων, τα προβλήματα και ο εθνικός προσανατολισμός της εκπαιδευτικής διαδικασίας και του προγράμματος σπουδών, οι κανονισμοί και οι οικονομικοί πόροι των σχολείων.
Ο τόμος ολοκληρώνεται με συμπεράσματα (σ. 163), βιβλιογραφία (σ.169) και παράρτημα (σ.183), όπου χρονολόγιο του 19ου αιώνα, χάρτες και τοπωνυμικός πίνακας. Ο συγγραφέας διαπιστώνει ότι μπορεί η αντιπαράθεση Αθήνας ? Κωνσταντινούπολης να μην έπληξε ουσιαστικά το εκπαιδευτικό έργο στην οθωμανική Θράκη, ωστόσο το προσδιόρισα σε ορισμένα σημεία, ιδίως μετά το 1878 και κατά την διάρκεια του προνομιακού ζητήματος, χωρίς ωστόσο η Υψηλή Πύλη να καταφέρει να εφαρμόσει τις απόψεις της. Επισημαίνει επίσης τον εξέχοντα ρόλο των συλλόγων, ιδίως στο βιλαέτι της Αδριανούπολης στο οποίο επικεντρώνεται, αλλά και το γεγονός ότι μετά το 1878 παρατηρείται στη Θράκη σταδιακή εντατικοποίηση της εκπαίδευσης.
Πρόκειται για τεκμηριωμένη επιστημονική μελέτη, που με την χρήση βιβλιογραφίας και πηγών εντύπων σκιαγραφεί το ζήτημα, επισημαίνει τα προβλήματα και προτείνει λύσεις. Για αυτό και θα μείνει στη θρακική ιστορική βιβλιογραφία ως παράδειγμα τεκμηριωμένης μελέτης, μακριά από μεγαλοστομίες και αστήρικτους μαξιμαλισμούς, που δείχνει πόσα η ιστορία μπορεί να προσφέρει στη γνώση και στη διαχρονική εξέλιξη της θρακικής πραγματικότητας.
Αν συνυπολογιστεί η προσφορά των δύο αυτών μελετών καταδεικνύεται η συνεισφορά του πανεπιστημίου και της Σχολής μας στην μελέτη της Θράκης μας, της ιστορίας και του πολιτισμού της.
Μια συνεισφορά συχνά αθόρυβη και πάντοτε νηφάλια, όπως αρμόζει στην επιστήμη, αλλά ουσιαστική και καίρια, ιδίως στους δύσκολους και άχαρους καιρούς μας, οπότε η ιστορία μπορεί να γίνει παράδειγμα και η λαογραφία φάρος της πορείας μας, ατομικής και συλλογικής.
Ακολουθήστε το xronos.gr στο Google News